Τα αεροσκάφη θα διώξουν το Γιαβούζ όχι το διεθνές δίκαιο

-
2966
Η ισχύς Πολεμικής Αεροπορίας σε περίπτωση εισβολής - Τα αεροσκάφη θα διώξουν το Γιαβούζ όχι το διεθνές δίκαιο, Στέργιος Θεοφανίδης

Γράφει ο Στέργιος Θεοφανίδης - 

Η πρόσφατη αποστολή τριών μαχητικών F-16C Block 52+ της Πολεμικής Αεροπορίας πάνω από την Κύπρο, μαζί με ένα C-130 το οποίο πραγματοποίησε ρίψη αλεξιπτωτιστών, στο πλαίσιο της άσκησης “Ατσάλινο Βέλος”, που διεξήγαγε η Εθνική Φρουρά, σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Τόσο από τις ειδησεογραφικές πηγές, όσο και από τον πολιτικό κόσμο σε Ελλάδα και Κύπρο. Για να μην μακρηγορούμε, εμείς θεωρούμε ότι πέρα από το κομμάτι των εντυπώσεων, οφείλουμε να απαντήσουμε σε ορισμένα ουσιώδη ερωτήματα.

Έχουμε τη δυνατότητα να επέμβουμε αποτελεσματικά στην Κύπρο; Και αν ναι σε ποιο βαθμό και σε ποια έκταση; Μπορούμε να αποτρέψουμε το σουλάτσο των τουρκικών πλοίων, ερευνητικών και πολεμικών στα οικόπεδα της κυπριακής ΑΟΖ; Μπορούμε να παρέχουμε αποτελεσματική υποστήριξη στις δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ σε περίπτωση εχθροπραξιών; Σε τελικά ανάλυση μπορούμε να αποτρέψουμε από αέρος μία νέα τουρκική επίθεση στην Κύπρο;

Ερωτήματα πολύ δύσκολο να απαντηθούν. Με ένα ναι, ή με ένα όχι τουλάχιστον. Από πλευράς άσκησης εξωτερικής πολιτικής, ή πολιτικής βούλησης αν θέλετε, η απάντηση είναι σίγουρα αρνητική. Όπως ήταν και το 1974. Βέβαια από τότε έχουν αλλάξει πολλά, από επιχειρησιακής πλευράς όμως μόνο, για την Ελλάδα. Προς το καλύτερο. Με την ανάλογη βαριά δαπάνη φυσικά όχι μόνο σε χρήμα αλλά και σε προσπάθεια και αίμα.

Η Πολεμική Αεροπορία λοιπόν εξακολουθεί να έχει τα μέσα και το κατάλληλα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Αυτό που δεν έχει είναι οι διαθεσιμότητες του παρελθόντος. Ο λόγος είναι ότι εκείνος που υπέγραψε --από ελληνικής πλευράς-- το πρώτο μνημόνιο, αποδέχθηκε το ποσό του μισού δισεκατομμυρίου ευρώ ανά έτος για τη συνολική κάλυψη των αναγκών των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Αυτή είναι και η απάντηση στο ερώτημα της κυρίας Μάρκου του ΑΚΕΛ. Τα αεροσκάφη και οι αλεξιπτωτιστές είναι που θα διώξουν το Γιαβούζ. Ούτε οι διαμαρτυρίες, ούτε το διεθνές δίκαιο. Όποιος διατυμπανίζει τα περί του αντιθέτου, είναι είτε αφελής είτε ιδιοτελής. Όπως κι αν λέγεται ο ίδιος ή ο κομματικός φορέας που εκπροσωπεί. Διαλέγει και παίρνει…

Τι έγινε στο παρελθόν

Το 1974 η Πολεμική Αεροπορία είχε στη διάθεσή της επαρκή μεν αριθμό, απαρχαιωμένων δε F-84F για να κάνει τη δουλειά της… Επί της ουσίας τίποτα άλλο. Για να μεταφέρουν επαρκή ισχύ πυρός, τα αεροπλάνα του τύπου αυτού θα απογειώνονταν από το αεροδρόμιο στο Καστέλι Ηρακλείου Κρήτης, αλλά δεν θα επέστρεφαν εκεί. Όσο για τα Phantom F-4E που από τον Απρίλιο του 1974 είχαν αρχίσει να παραδίδονται στην 117 Πτέρυγα Μάχης στην Ανδραβίδα, ναι θα μπορούσαν, έστω και με τη χρήση συμβατικών βομβών, να πλήξουν αποφασιστικά την τουρκική αποβατική δύναμη.

Ούτε και αυτά όμως απογειώθηκαν ποτέ από τη Σούδα (115 Π.Μ.) όπου είχαν μετασταθμεύσει για το σκοπό αυτό. Ούτε και μετά τον Αττίλα ΙΙ δεν αξιοποιήθηκαν. Κρατάμε λοιπόν αυτό, δηλαδή, το ότι όταν χρειάστηκε τα ελληνικά μαχητικά δεν πέταξαν στην Κύπρο για να συνδράμουν τις εκεί φίλιες επίγειες δυνάμεις, ακόμα κι όταν υπήρχαν. Για να μην ξεχνιόμαστε. Από αυτή την πλευρά δεν μπορεί κανείς να δώσει άδικο στην όποια κυρία Μάρκου. Χωρίς βέβαια αυτό να αφαιρεί το μερίδιο ευθύνης όχι μόνο του ΑΚΕΛ, αλλά και των ηγεσιών της Κύπρου συνολικά. Από πλευράς βούλησης άσκησης εξωτερικής πολιτικής επομένως, δεν έχει αλλάξει τίποτα επί της ουσίας.

Επιστρέφουμε στα επιχειρησιακά γιατί αυτά μας ενδιαφέρουν στο παρόν αφιέρωμα… Σε αντίθεση με τα F-84F, τα F-4E θα μπορούσαν να πλήξουν τουρκικούς στόχους στην Κύπρο και να παραμείνουν πάνω από το νησί για περιορισμένο χρονικό διάστημα (μικρότερο των 20 λεπτών), πριν επιστρέψουν για προσγείωση στη Σούδα. Θα μπορούσαν δηλαδή να αμυνθούν σε περίπτωση που δέχονταν επίθεση από τουρκικά –ή βρετανικά- μαχητικά. Η Πολεμική Αεροπορία απέκτησε για πρώτη φορά πραγματική δυνατότητα να προσβάλει με μεγάλη ακρίβεια και επαρκή αυτονομία στόχους εδάφους και επιφανείας στην Κύπρο, λίγα χρόνια αργότερα.

Περί το 1978-79, όταν είχε εντάξει πλήρως σε υπηρεσία το A-7H Corsair II. Επίσης εδώ και αρκετά χρόνια (15 συγκεκριμένα), από τότε που ενέταξε σε υπηρεσία το F-16C/D Block 52+, έχει τη δυνατότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων με παράλληλη παρουσία πάνω από το νησί προς διασφάλιση αεροπορικής κυριαρχίας.

Επαρκής αυτονομία για επιχειρήσεις στην Κύπρο

Μέχρι και το Block 50, η ακτίνα (Combat Radius) του F-16C, έφτανε τα 750 περίπου ναυτικά μίλια. Ήτοι περί τα 1380 χιλιόμετρα, με φορτίο δύο βομβών των 2000 λιβρών (κατευθυνόμενων LGB, ή μη), δύο πυραύλων AIM-9 Sidewinder για αυτοπροστασία και τριών εξωτερικών δεξαμενών καυσίμου συνολικής χωρητικότητας 1040 US GAL (3.936 λίτρων) καυσίμου.

Δηλαδή μία δεξαμενή καυσίμου στην άτρακτο (centerline) των 300 US GAL και δύο πτερυγικές των 370 US GAL έκαστη. Με την πιστοποίηση των σύμμορφων δεξαμενών καυσίμου CFT (Conformal Fuel Tanks) και των μεγάλων εξωτερικών υποπτερύγιων δεξαμενών των 600 US GAL (2.270 λίτρα) αρχικά επάνω στο F-16I Sufa και κατόπιν και στο Block 52+ και το Block 60 των ΗΑΕ, η ακτίνα του μαχητικού έχει ξεπεράσει τα 1000 ναυτικά μίλια (1852 χιλιόμετρα!).

Οι φωτογραφίες των ελληνικών F-16C που πέταξαν στην Κύπρο, αποδεικνύουν ότι με αυτό το φορτίο καυσίμου επιχείρησαν τα ελληνικά μαχητικά. Υπό διαμόρφωση air-to-ground, τα ελληνικά Block 52+ και Block 52+ Advanced, έχουν τη δυνατότητα μαζί με τις CFT και τις 600αρες εξωτερικές δεξαμενές συν τη centerline, να φέρουν τα ακόλουθα:

Δυο βόμβες των 2000 λιβρών, δύο πυραύλους AIM-120 AMRAAM, δύο IRIS-T ή AIM-9 Sidewinder και τα δύο ατρακτίδια του συστήματος ναυτιλίας μικρού ύψους και στοχοποίησης LANTIRN! Πραγματικά εντυπωσιακό φορτίο για μαχητικό της τάξης των 10 τόνων!

Κατά προσέγγιση επομένως μιλάμε για Combat Radius 1900 χιλιομέτρων, τη στιγμή που η απόσταση μεταξύ Κρήτης-Κύπρου δεν ξεπερνά τα 800 χιλιόμετρα. Μία μικρή παρένθεση εδώ για να σημειώσουμε πως παρά το ότι το εσωτερικό καύσιμο του F-35 (μιλάμε για την έκδοση –Α της USAF) είναι υπερδιπλάσιο του F-16C, φτάνοντας τα 8.139 κιλά (έναντι 3.160), η ακτίνα του (Combat Radius) δίνεται στα 700 περίπου ναυτικά μίλια...

Διαβάστε τη συνέχεια στο defence-point.gr