Βέλγιο: Η μπλόφα ως μέθοδος διακυβέρνησης

-
3

του Paul Dirkx  – 

Από τη στιγμή που πήραν στα χέρια τους τους κυριότερους μοχλούς της εξουσίας, οι Φλαμανδοί εθνικιστές σταμάτησαν να προβάλλουν εμφατικά το σχέδιό τους για απόσχιση από το Βέλγιο, καθώς δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στην κοινή γνώμη. Προτιμώντας να κάνουν λόγο για «συνομοσπονδία», έχουν καταστρώσει μια νέα στρατηγική, να διαλύσουν το κράτος από μέσα, επικαλούμενοι την αναγκαιότητα των δημοσιονομικών περικοπών και σπέρνοντας τη διχόνοια στο γαλλόφωνο στρατόπεδο.

Το φλαμανδικό αυτονομιστικό κίνημα ανέκαθεν προσέκρουε σε ένα μείζον πρόβλημα: όπως επιβεβαιώνεται από το σύνολο των πανεπιστημιακών μελετών, οι Βέλγοι απορρίπτουν μαζικά τη διχοτόμηση της χώρας τους (περίπου το 95% των γαλλόφωνων και το 90% των ολλανδόφωνων, με τις μετρήσεις σταθερές από το 1995). Έτσι, η Νεοφλαμανδική Συμμαχία (Nieuw-Vlaamse Alliantie, Ν-VA), το σημαντικότερο εθνικιστικό κόμμα, πρέπει να ξεπεράσει αυτόν τον σκόπελο.

Το Ν-VA δημιουργήθηκε το 2001, πάνω στις στάχτες ενός αυτονομιστικού πολιτικού σχηματισμού που θεωρήθηκε υπερβολικά αριστερός. Υποστηρίχθηκε από τις χρηματοοικονομικές ελίτ του φλαμανδικού Βορρά και το 2010 αναδείχθηκε στο σημαντικότερο κόμμα του βασιλείου. Το συντηρητικό πρόγραμμά του καταγγέλλει την «αρτηριοσκλήρωση» του βελγικού «λαβυρίνθου»: στο όνομα της «αποτελεσματικότητας», οτιδήποτε είναι ακόμα ομοσπονδιακό, δηλαδή υπό τη διαχείριση του κεντρικού κράτους, οφείλει «να μεταβιβαστεί στην (ολλανδόφωνη) Φλάνδρα και στη (γαλλόφωνη) Βαλλονία» (κοινωνική ασφάλιση, δικαιοσύνη κ.λπ.) ή να καταργηθεί («μη αποδοτικά» επιδόματα κ.λπ.) (1).

Οι βουλευτικές εκλογές του 2014 τού έδωσαν τη δυνατότητα να εφαρμόσει αυτές τις συνταγές σε ολόκληρη τη χώρα. Το Ν-VA αναδείχθηκε πρώτο κόμμα με 32,4% των ολλανδόφωνων ψήφων (20,33% σε εθνικό επίπεδο). Οι γαλλόφωνοι φιλελεύθεροι του Μεταρρυθμιστικού Κινήματος (MR) απέσπασαν την πέμπτη θέση (εκπροσωπώντας το 20% των γαλλόφωνων) και ήταν το μοναδικό γαλλόφωνο κόμμα που συμμετείχε στην κυβέρνηση συνασπισμού που συγκρότησαν οι Φλαμανδοί αυτονομιστές, βάζοντας έτσι τέλος στην εικοσιεξάχρονη συμμετοχή του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS) στην εξουσία.

Το κοινοτικό ζήτημα στην κατάψυξη

Με τη στήριξη δύο ολλανδόφωνων κομμάτων –των Φλαμανδών Φιλελεύθερων και Δημοκρατών (Open Vlaamse Liberalen enDemocraten, OpenVLD) και των Φλαμανδών Χριστιανοδημοκρατών (Christen-Democratisch en Vlaams, CD&V)– το δίδυμο του N-VA με το MR υπόσχεται να «βάλει στην κατάψυξη το κοινοτικό ζήτημα» μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του 2019, δηλαδή να παραμερίσει τις συγκρούσεις συμφερόντων που παρατηρούνται μεταξύ εκπροσώπων της γαλλόφωνης και της ολλανδόφωνης κοινότητας.

Αν και κατέλαβαν τα περισσότερα σημαντικά υπουργεία, οι εθνικιστές παραχώρησαν την πρωθυπουργία στον πρόεδρο του MR, τον νεαρό Σαρλ Μισέλ, καθώς γι’ αυτούς ο στόχος είναι λιγότερο η επιτυχία της κυβέρνησης και περισσότερο να αποδείξουν ότι το Βέλγιο αποτελείται «από δύο δημοκρατίες», δηλαδή ότι είναι αδύνατον να κυβερνηθεί. Έτσι, ο Σαρλ Μισέλ εμφανίζεται, σύμφωνα με τη διατύπωση της μεγαλύτερης ολλανδόφωνης εφημερίδας, ως «ο αχυράνθρωπος του Ν-VA» (2).

Όπως συμβαίνει και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης (3), οι «εθνοτικο-εθνικιστές» (volksnationalisten στα ολλανδικά), που ασπάζονται το αξίωμα «ένας λαός = ένα έθνος-κράτος», γνωρίζουν ότι τα πάντα είναι ζήτημα χρόνου και οπτικής. Ο Μπαρτ ντε Βέβερ, πρόεδρος του Ν-VA και δήμαρχος Αμβέρσας, ο οποίος προβάλλεται υπέρμετρα από τα μέσα ενημέρωσης και θεωρείται ο πραγματικός ηγέτης της κυβέρνησης, δεν χάνει την παραμικρή ευκαιρία να τονίσει τις δυσλειτουργίες του ισχύοντος ομοσπονδιακού συστήματος και να τις προβάλει ως απόδειξη της αναγκαιότητας το Βέλγιο να εξελιχθεί σε συνομοσπονδία, όπως διακηρύσσει το πρόγραμμα του κόμματός του.

Αυτή η έννοια, που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα από τους σχολιαστές αλλά σπάνια αναλύεται, εκλαμβάνεται από πολλούς ψηφοφόρους ως εχέγγυο για τη διατήρηση της ενότητας του βελγικού κράτους. Στην πραγματικότητα, όπως την αντιλαμβάνεται το Ν-VA, η συνομοσπονδία συνεπάγεται την de facto διαίρεση της χώρας: προβλέπει την κατάργηση των δημοκρατικών θεσμών του Βελγίου (Κοινοβούλιο, Γερουσία κ.λπ.) και τη δημιουργία δύο εθνικά κυρίαρχων κρατών, που θα μοιράζονται την πόλη των Βρυξελλών και θα διοργανώνουν απλώς μια μηνιαία διπλωματική διάσκεψη που θα φέρει το πομπώδες όνομα «Βελγικό Κοινοβούλιο», με την αρμοδιότητά της να περιορίζεται στη συνδιαχείριση ορισμένων μονάχα θεμάτων(4).

Έτσι, το Ν-VA δεν παύει να παίζει με τις λέξεις, έστω κι αν δημιουργεί σύγχυση ακόμα και στα δικά του μέλη. Το 2016, ο Ντε Βέβερ διέγραψε δύο ομοσπονδιακούς βουλευτές που είχαν ασκήσει κριτική στην επικοινωνιακή στρατηγική του κόμματος και είχαν κάνει λόγο στον Τύπο για την ύπαρξη συντομότερου δρόμου προς την «απόσχιση».

Ντε φάκτο διάλυση του κράτους

Αντί να χρησιμοποιεί όρους που έχουν γίνει ταμπού, το εθνικιστικό κόμμα προτιμάει πλέον να μιλάει για «εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών». Από τη δεκαετία του 1960, όπου παρατηρήθηκε η αλλαγή του οικονομικού κέντρου βάρους της χώρας –από τις γερασμένες πλέον βιομηχανίες της Βαλλονίας στις νέες λιμενικές ζώνες της Φλάνδρας– οι οικονομικές πολιτικές ήταν συνειδητά διαρθρωμένες γύρω από τη διαδικασία της διχοτόμησης της χώρας. Έτσι, τα μέτρα λιτότητας της σημερινής κυβέρνησης εξυπηρετούν αυτόματα τους αποσχιστικούς σκοπούς: πλήττουν κυρίως την πιο ευάλωτη Βαλλονία, δημιουργώντας εντάσεις με τη γειτονική Φλάνδρα.

Το Ν-VA ελπίζει ότι με τις διαρκείς περικοπές –οι οποίες όσο επώδυνες είναι για τον Νότο, τόσο φαντάζουν ως «δώρο εξ ουρανού» για τον Βορρά– όλος ο κόσμος θα θελήσει να ξαναβγάλει τον κοινοτισμό από την «κατάψυξη»: πρόκειται γι’ αυτό που ο Ντε Βέβερ συνηθίζει να λέει «να αναγκάσουμε τους Βαλλόνους να βγουν από τη φωλιά όπου κρύβονται» (5).

Παράλληλα, το εθνικιστικό κόμμα εκμεταλλεύεται τις κυβερνητικές θέσεις που κατέχει για να προωθεί την de facto διάλυση του βελγικού κράτους. Στο Υπουργείο Ασφάλειας και Εσωτερικών, ιδιωτικοποιούνται πολλές αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής αστυνομίας (φύλαξη δημοσίων κτιρίων, επιτήρηση κρατουμένων κ.λπ.), ενώ «αποκεντρώνονται» σημαντικοί τομείς που συνδέονται με την καταπολέμηση της διεθνούς εγκληματικότητας (κυρίως του ηλεκτρονικού και του οικονομικού εγκλήματος). Όσον αφορά την εθνική άμυνα, παρά το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός για επενδύσεις σε εξοπλισμούς αυξάνεται μετά από αίτημα του ΝΑΤΟ, προβλέπεται η μείωση των ανδρών των ενόπλων δυνάμεων κατά 19,5% και των επιτελικών θέσεων κατά 32%.

Όσοι επιστημονικοί και πολιτιστικοί ομοσπονδιακοί θεσμοί έχουν απομείνει, ήδη σοβαρά κλονισμένοι, πλήττονται από περικοπές του προϋπολογισμού τους κατά 20%. Τέλος, ο προϋπολογισμός του Υπουργείου Δικαιοσύνης (ανατέθηκε σε στέλεχος του CD&V) έχει υποστεί τόσες περικοπές ώστε το 2016, έναν χρόνο μετά από μια έκκληση των δικαστών προς το έθνος, ο πλέον υψηλόβαθμος δικαστικός της χώρας κατηγορούσε τη «λογική των εξοικονομήσεων» ως υπεύθυνη «για την παθολογία του συνόλου του δικαστικού συστήματος», που θέτει σε κίνδυνο το κράτος δικαίου αλλά και το ίδιο το κράτος (6).

Ο εκβιασμός των εθνικιστών

Ωστόσο, πολλές έρευνες αποδεικνύουν ότι, παρά τη σκληρή στάση του στον χειρισμό του μεταναστευτικού, το Ν-VA κινδυνεύει να χάσει σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων του, που επιστρέφουν στο αντίπαλο κόμμα από το οποίο κατάγονται, το ακροδεξιό Φλαμανδικό Συμφέρον (Vlaams Belang, VB). To Ν-VA, αποφασισμένο «να κάνει τα πάντα» (7) προκειμένου να διατηρήσει αυτές τις ζωτικής σημασίας ψήφους, συμπεριφέρεται ως το κόμμα «του νόμου και της τάξης». Αν και το κόμμα συνεχίζει να «στρογγυλεύει» την επικοινωνιακή τακτική του για να διαχωρίσει τον εαυτό του από τον ακροδεξιό αυτονομιστικό χώρο (τον οποίο ο Ντε Βέβερ και πολλά στελέχη του γνωρίζουν καλά, καθώς προέρχονται από αυτόν), αφήνει τον Τέο Φράνκεν, τον εξαιρετικά δημοφιλή υφυπουργό αρμόδιο για ζητήματα ασύλου και μεταναστευτικής πολιτικής, να φέρνει σε δύσκολη θέση τον πρωθυπουργό Σαρλ Μισέλ (για παράδειγμα, κατακεραυνώνοντας τον Μάρτιο του 2017 τις ΜΚΟ που δρουν στη Μεσόγειο).

Παρομοίως, καθώς ισχύει η δέσμευση να μείνει «το κοινοτικό ζήτημα στην κατάψυξη», ο υπουργός Εσωτερικών Γιαν Γιάμπον αποφεύγει πλέον την κλασική φράση του «Σηκώστε τους Βαλόνους από τις αιώρες όπου αράζουν!» –τίποτε όμως δεν τον εμπόδισε να δηλώσει ότι «μια σημαντική μερίδα της μουσουλμανικής κοινότητας χόρευε» μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα στις Βρυξέλλες τον Μάρτιο του 2016.

Εδώ και πολύ καιρό, ο κυριότερος στόχος των αυτονομιστών είναι η κοινωνική ασφάλιση, ένα από τα σημαντικότερα θεμέλια του βελγικού κράτους: ο προηγούμενος κυβερνητικός συνασπισμός, όπου κυριαρχούσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS) του Έλιο ντι Ρούπο, είχε ήδη αρχίσει να μεταβιβάζει τις σχετικές αρμοδιότητες στις περιφέρειες (οικογενειακά επιδόματα, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κ.λπ.). Όσο περισσότερο αυτές οι αποφάσεις (κυρίως η μείωση των εργοδοτικών εισφορών, που αντισταθμίζεται από την αύξηση στη φορολογία εισοδήματος και στον ΦΠΑ) πυροδοτούν την αμφισβήτηση, τόσο περισσότερο η νυν κυβέρνηση παρακάμπτει το βελγικό μοντέλο διαβούλευσης που στηρίζεται στη συναίνεση των κοινωνικών εταίρων. Καθώς η ομοσπονδιοποίηση δεν έχει επηρεάσει την ενότητα των ισχυρών συνδικάτων της χώρας, το Ν-VA διακηρύσσει ότι αυτά είναι απόλυτα διαφορετικής φύσης: στον Νότο δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αντιδρούν, ενώ στον Βορρά είναι συνεργάσιμα.

Στην πραγματικότητα, οι διεκδικήσεις τους δεν διαφέρουν απέναντι στην πλέον αμφισβητούμενη κυβέρνηση της τελευταίας εικοσαετίας: οι διαδηλώσεις τους (130.000 διαδηλωτές τον Νοέμβριο του 2014, 100.000 τον Οκτώβριο του 2015, 60.000 τον Μάιο του 2016) οργανώνονται πάντα στην πρωτεύουσα. Όμως, το Ν-VA μπορεί να υπολογίζει στη στήριξη των περισσότερων μέσων ενημέρωσης. Τα οποία, παρακινούμενα από τον διεθνή Τύπο που δεν παύει να αγανακτεί για την υποτιθέμενη βελγική ανικανότητα απέναντι στην ισλαμιστική τρομοκρατία, εντάσσουν την αμφισβήτηση της αποτελεσματικότητας του κρατικού μηχανισμού στα συμπτώματα ενός «χρεοκοπημένου κράτους» και πολλαπλασιάζουν τα εκτεταμένα αφιερώματα που υποτίθεται ότι αποδεικνύουν ότι «το Βέλγιο αποσυντίθεται» (8).

Το «φάντασμα» της συνομοσπονδίας επιστρέφει

Τον Μάρτιο του 2017, ο Ντε Βέβερ ανήγγειλε ότι μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2019 θα ξαναθέσει θέμα συνομοσπονδίας. Διευκρίνισε ότι στην περίπτωση όπου οι ψηφοφόροι αναδείξουν τη γαλλόφωνη Αριστερά σε παράγοντα «που είναι αδύνατον να παρακαμφθεί», δεν θα συμμετείχε ποτέ «μαζί της σε κυβέρνηση που δεν θα υλοποιούσε εξ ολοκλήρου το [δικό του] θεσμικό πρόγραμμα» (9).

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε τον περασμένο Μάιο, ο Φλαμανδός ηγέτης εκθέτει με λεπτομέρειες τη στρατηγική του: να συνεχίσει να καλλιεργεί στο γαλλόφωνο Βέλγιο την «επιθυμία για ιδιαίτερη κοινοτική ταυτότητα» μέσα από την εφαρμογή μιας αδιάλλακτης πολιτικής μεταρρυθμίσεων, αποκλείοντας ταυτόχρονα κάθε λαϊκή διαβούλευση και κάθε αναθεώρηση του Συντάγματος μέσα από διαπραγματεύσεις. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Ντι Ρούπο αρνείται αυτόν τον «εκβιασμό» και απορρίπτει τη συνομοσπονδία, που «θα οδηγήσει στην εξαφάνιση της χώρας» (10).

Από κοινού με τον ολλανδόφωνο ομόλογό του που ηγείται του φλαμανδικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, δηλώνει ότι προτιμάει να υπερασπίζεται την κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ όλων των πολιτών, πόσο μάλλον που στα αριστερά του απειλείται από έναν δίγλωσσο πολιτικό σχηματισμό, το Εργατικό Κόμμα του Βελγίου (Partij van de Arbeid van België, PTB-PVDA).

Πρόκειται για ένα κόμμα συγγενές με τους Podemos της Ισπανίας και την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν, που προωθεί την ενιαία βελγική ταυτότητα και αντιτίθεται στον φλαμανδικό και βαλονικό κοινοτισμό οι οποίοι –κατά τη γνώμη του– δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να συγκαλύπτουν τις ενοχλητικές κοινωνικές αντιθέσεις, όπως εκείνες μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών και μεταξύ πλούσιων και φτωχών. Εδώ και αρκετούς μήνες, τα μαντεία των δημοσκοπήσεων εμφανίζουν αυτό το κόμμα να βρίσκεται σε ξεκάθαρα ανοδική πορεία, κυρίως στη Βαλλονία (11).

Προς έναν νέο πατριωτισμό;

Καθώς το Ν-VA προβάλλει ακατάπαυστα το επιχείρημα των «δύο δημοκρατιών», κατορθώνει να εμφανίζει ολοένα λιγότερο παράλογο το σενάριο της συνομοσπονδίας. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση, τον περασμένο Οκτώβριο, όταν τα τρία βαλλονικά κοινοβούλια (της Βαλλονίας, των Βρυξελλών και της Ομοσπονδίας Βαλλονίας-Βρυξελλών, στα οποία πλειοψηφεί το Σοσιαλιστικό Κόμμα) αρνήθηκαν να κυρώσουν τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Καναδά και Ευρωπαϊκής Ένωσης (CETA).

Η σφοδρότητα των αντιδράσεων των Φλαμανδών εθνικιστών μπορεί να συγκριθεί μονάχα με τη φανατικά μονόπλευρη παρουσίαση του ζητήματος από τα ΜΜΕ. Ορισμένοι δημοσιογράφοι διαβεβαίωναν ότι, ως προς αυτό το ζήτημα, το μόνο που κατόρθωσε ο Πολ Μανιέτ, σοσιαλιστής πρόεδρος της Βαλλονίας, «ήταν να δώσει ένα πρόσωπο στη συνομοσπονδία» (12). Σε κάθε περίπτωση, το Ν-VA έδειξε τις προτεραιότητές του, πυροδοτώντας ένα κύμα αποδοκιμασιών εναντίον των πολιτικών δυνάμεων που χρησιμοποίησαν ένα δικαίωμα βέτο το οποίο περιλήφθηκε στο βελγικό Σύνταγμα… μετά από απαίτηση των Φλαμανδών εθνικιστών!

Η στρατηγική του Ν-VA αρχίζει να φέρνει τους καρπούς της στο γαλλόφωνο Βέλγιο καθώς, μπροστά στη «φλαμανδική» αλαζονεία, πολιτικοί παράγοντες και σχολιαστές αρχίζουν να αμφιβάλλουν για το κατά πόσον είναι σκόπιμο να διατηρηθεί η ενότητα του Βελγίου. Παραδόξως, η έντονη επιθυμία για συνέχιση της ύπαρξης του Βελγίου αρχίζει να γίνεται πιο αισθητή στη Φλάνδρα. Ο Κρίστοφ Κάλβο, ο νεαρότατος (δίγλωσσος) πρόεδρος της ομάδας των Οικολόγων στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο και σημαντικότερος πολιτικός της αντιπολίτευσης, διακηρύσσει έναν νέο βελγικό πατριωτισμό. Πλέον, με εξαίρεση το Ν-VA και το VB, όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί εξετάζουν το ενδεχόμενο της επιστροφής ορισμένων δικαιοδοσιών στο υπάρχον ομόσπονδο κράτος.


Πηγή: Le Monde Diplomatique

 

  1. Πρόγραμμα του Ιανουαρίου 2014, www.n-va.be
  2. «De Standard», Groot-Bijgaarden, 2 Αυγούστου 2016.
  3. Βλ. «Etats en miettes dans l’Europe des régions», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2014.
  4. Βλ. το προεκλογικό φυλλάδιο «Definitieve congresbrochure» στην τρίγλωσση ιστοσελίδα του κόμματος.
  5. 21 Σεπτεμβρίου 2016, www.n-va.be
  6. «La première», RTBF (Βελγική Ραδιοτηλεόραση της Γαλλικής Κοινότητας), 15 Μαΐου 2016.
  7. Δήλωση του προέδρου του Ν-VA στην Βουλή των Αντιπροσώπων, 31 Αυγούστου 2016, www.knack.be
  8. «Le Soir», Βρυξέλλες, 5-6 Μαρτίου 2016.
  9. Αναφέρεται στο «Het Belang van Limburg», Hasselt, 8 Μαρτίου 2017.
  10. «De Morgen», Βρυξέλλες, 4 Μαΐου 2017.
  11. «La Wallonie “contaminée” par la gauche radicale», «Le Monde diplomatique», Νοέμβριος 2017.
  12. «De Morgen», 29 Οκτωβρίου 2016.