Αυτοπαγιδευμένοι στη στρατηγική του Τραμπ οι Ευρωπαίοι…
11/01/2026
Καλή διάθεση να υπάρχει και λύση βρίσκεται! Είναι η Ευρώπη που απεύχεται περισσότερο να μην εγκαταλείψουν οι ΗΠΑ το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη παρά οι ΗΠΑ που φοβούνται μην τυχόν εγκαταλείψει η Ευρώπη το ΝΑΤΟ. Ο συσχετισμός καθορίζει και τα όρια αντιδράσεων της Ευρώπης. Το chicken game είναι χαμένο από τα αποδυτήρια και δεν πρόκειται καν να ξεκινήσει.
“Καλή διάθεση” υπάρχει και από το Λευκό Οίκο. Ούτε αυτός θέλει να ταπεινώσει εντελώς την Ευρώπη ή να διαλυθεί το ΝΑΤΟ, προς το παρόν. Χρειάζεται την Ευρώπη στα ανατολικά προς Ρωσία. Μια Ευρώπη πιο υποτακτική στις ΗΠΑ από το παρελθόν σε όλα τα πεδία εντός και εκτός της Γηραιάς Ηπείρου. Ίσως και με διάλυση της ΕΕ που συγκροτήθηκε και υπάρχει με την άδεια των ΗΠΑ (by its leave), για να μην ξεχνιόμαστε. Αλλά όχι με διάλυση του ΝΑΤΟ προς το παρόν. Η Ευρώπη μπορεί να συνεχίζει να πιπιλίζει τα περί στρατηγικής αυτονομίας για εσωτερική κατανάλωση.
Πιο απρόβλεπτη παράμετρος από την Ευρώπη είναι η ίδια η Δανία, κράτος και λαός με ιδιαίτερο αυτοσεβασμό συγκριτικά με άλλες χώρες της ΕΕ (ονόματα δεν λέμε!) παρά το μέγεθός της. Μπορεί να θυμώσει, αλλά δεν μπορεί να κάνει πολλά. Τύποις, η Γροιλανδία, επικράτεια εκτός ΕΕ, μπορεί να παραμείνει έδαφος του Βασιλείου της Δανίας με μια συμφωνία με τις ΗΠΑ, αμυντική ή άλλου τύπου (εκχώρηση, μίσθωση κλπ) που θα παρέχει στις ΗΠΑ κάτι πολύ κοντά με την κυριαρχία που θα απολάμβανε αν προσαρτούσε και τυπικά το νησί. Θα είναι όλοι πλην Δανίας ευχαριστημένοι ή έτσι θα λένε. Το 15% δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα η Φον ντερ Λάιεν ακόμη το διαφημίζει ως επιτυχία.
Πόσο κόστος θέλει να πληρώσει ο Τραμπ;
Η μέθοδος του “τρελού” που ο Τραμπ εφαρμόζει και στη Γροιλανδία –μαθημένη από επιχειρηματικές τακτικές– είναι η απειλή της χωρίς όρια σύγκρουσης με σκοπό να γίνει αποδεκτή μια λύση που εξαρχής στόχευε ο ίδιος και έχει μικρότερο κόστος για τον εκβιαζόμενο. Αυτή η τακτική δεν πιάνει πάντα (π.χ. Κίνα, Καναδάς, Ιράν, Βραζιλία), άλλοτε πιάνει (π.χ. Ευρώπη, Παναμάς), άλλοτε ζορίζει άσχημα (π.χ. Ινδία), άλλοτε η απειλή γίνεται πράξη (Ιράν, Βενεζουέλα) και άλλοτε δεν αποτολμάται καν (π.χ. Ρωσία μέχρι τώρα). Σημασία έχει αν ο τραμπούκος έχει τη δυνατότητα να υλοποιήσει την απειλή, αν ο εκβιαζόμενος έχει τη δυνατότητα να ανταπειλήσει και πόσο αποφασισμένος είναι και, τέλος, η διαφορά κόστους ανάμεσα στη συμφωνία και τη σύγκρουση για τον καθένα.
Το κόστος είναι σημαντική παράμετρος. Ο πιο αδύναμος σε μια σύγκρουση αδυνατεί να νικήσει αλλά μπορεί να μεγιστοποιήσει το κόστος για τον ισχυρό, ει δυνατόν σε απαγορευτικά επίπεδα, όσο “τρελός” κι αν είναι ο ισχυρός. Δεν υπάρχει μόνο το στρατιωτικό κόστος, αλλά πολλά πεδία, διεθνείς επιπτώσεις κλπ. Σημασία έχει αν ο ισχυρός γνωρίζει ότι ο αδύναμος έχει τη δυνατότητα και είναι αποφασισμένος να μεγιστοποιήσει το κόστος. Παρεμπιπτόντως, η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μειώσει το κόστος της τουρκικής προκλητικότητας για την Άγκυρα ενώ σε περίπτωση σύγκρουσης η τελευταία μπορεί να υπολογίζει στην αποφυγή κόστους από μέρους της ελληνικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ που είναι εξαρτημένες από τη Δύση.
Η Κίνα έδειξε στον Τραμπ με σαφήνεια το κόστος αν συνέχιζε την εμπορική ολομέτωπη επίθεση. Το ίδιο δείχνει σε κάθε πρόκληση σχετικά με Ταϊβάν. Δηλαδή ότι, αν οι ΗΠΑ εμπλακούν σε σύγκρουση στην Ταϊβάν, χάσουν-κερδίσουν το κόστος θα είναι αβάσταχτο. Η Ρωσία επανέφερε στο προσκήνιο μετά από δεκαετίες την προοπτική μιας πυρηνικής σύγκρουσης, κραδαίνοντας το οπλοστάσιό της κάθε φορά που η Δύση έμπαινε σε πειρασμούς στην Ουκρανία.
Το Ιράν, αντίθετα, παρά την ισραηλινή προκλητικότητα έστελνε μηνύματα χαμηλού κόστους για το Τελ Αβίβ (προειδοποίηση πριν από κάθε χτύπημα κλπ), ακολούθησε περίπου την ίδια τακτική στον πόλεμο των 12 ημερών και το χτύπημα σε αμερικανικές βάσεις έγινε περίπου συναινετικά. Υπήρχαν άλλοι υπολογισμοί πίσω από αυτή τη στάση, σωστοί ή λάθος. Τώρα γαβγίζει προς ΗΠΑ και Ισραήλ ότι την επόμενη φορά θα είναι αλλιώς. Το χτύπημα στη Βενεζουέλα είχε μηδενικό επεμβατικό κόστος – το μακροπρόθεσμο πολιτικό είναι άλλη ιστορία. Η συνέχεια με την ίδια κυβέρνηση, χωρίς Μαδούρο, στο Καράκας δηλώνει επίσης επιλογή ελάχιστου κόστους.
Τι έχει καταφέρει ο Τραμπ
Παρά τη νέα εποχή που σηματοδοτεί ο Τραμπ δεν φαίνεται διατεθειμένος για νέους forever wars τύπου Ιράκ και Αφγανιστάν. Κουρασμένοι καθώς είναι οι Αμερικανοί απ’ αυτούς (ένας από τους παράγοντες εκλογικής επικράτησης Τραμπ) προτιμά τη διατήρηση ισχυρής πίεσης και το πολύ-πολύ χτυπάμε και φεύγουμε. Κάτι σαν κεραυνοβόλες επεμβάσεις σε αντιστοιχία τηρουμένων των αναλογιών με τους κεραυνοβόλους πολέμους που ξεκίνησε αρχικά ο Χίτλερ. Μόνο που μέχρι τώρα δεν έχει ανατρέψει κυβερνήσεις. Ούτε στη Βενεζουέλα. Ό,τι και αν γίνει εκεί ή στη Γροιλανδία, είναι ο λογαριασμός στο τέλος που θα δείξει αν αυτή η ζούγκλα στις διεθνείς σχέσεις θα έχει αποφέρει μετρήσιμα υλικά αποτελέσματα στη σύγκρουση με τους μεγάλους ανταγωνιστές των ΗΠΑ.
Από τις μέχρι τώρα επεμβάσεις και χτυπήματα σε Σομαλία, Συρία, Υεμένη, Ιράν, Νιγηρία και Βενεζουέλα, η πιο μακρόσυρτη ήταν ενάντια στους Χούθι, που κράτησε μόνον έναν μήνα, και η αποτυχία Τραμπ, που υποσχέθηκε να τους εκμηδενίσει, οφείλεται στο γεγονός ότι το κόστος έβαινε ασύμφορο. Ο δε βομβαρδισμός του Ιράν διόλου δεν οδήγησε στη συμμόρφωσή του για τα πυρηνικά, αν αυτός ήταν ο πολιτικός στόχος των πιέσεων εξαρχής. Πολύ λάδι και από τηγανίτα τίποτα.
Αν στοιχειωδώς η Βενεζουέλα και αύριο κάποια άλλη χώρα είχε τη βούληση να μεγιστοποιήσει το κόστος μιας αμερικανικής επέμβασης, πόσο διατεθειμένη είναι η Ουάσιγκτον να το αναλάβει, με ποια πιθανότητα επίτευξης πολιτικών στόχων και με ποιο όφελος ώστε να αξίζει το κόστος; Πίσω από τη φαντασμαγορία που επεδίωκε ο Τραμπ με Ιράν και Βενεζουέλα, το τι είναι διατεθειμένος ή είναι σε θέση να κάνει με τα μέχρι τώρα περιορισμένα χτυπήματα φαίνεται επίσης περιορισμένο.
Η πραγματικότητα είναι πιο πεισματάρα από το φαίνεσθαι. Η Ουάσιγκτον θέλει να υποβάλει την ιδέα ότι επιβάλει ό,τι θέλει λόγω της ισχύος της, αλλά στρατιωτική υπεροχή δεν σημαίνει παρεμβάσεις χωρίς κόστος, ούτε ότι οι πολιτικοί στόχοι εξασφαλίζονται αυτομάτως μέσω στρατιωτικής υπεροχής. Η ιστορία δείχνει το αντίθετο. Οι ΗΠΑ μπορεί να μη διδάσκονται από την ιστορία, αντιλαμβάνονται όμως σίγουρα –ο Τραμπ ίσως καλύτερα από τον Μπάιντεν– το τι σημαίνει κόστος και στόχος. Τα υπόλοιπα είναι θέατρο.
Ο κόσμος του Μίλερ
Ο Στίβεν Μίλερ είναι ο “ιδεολογικός εγκέφαλος” της Αμερικής του Τραμπ. Κάτι ανάλογο με τον Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ για τον Χίτλερ. Εκτός των δηλώσεών του δεν τον βοηθούν όνομα και φάτσα να αποφύγει παραλληλισμούς με τα ναζιστικά πρότυπα σε μεταμοντέρνα έκδοση. Όλη η “ειδική μεταχείριση” των μεταναστών και τα στρατεύματα ICE μέσα στις πόλεις που τραβολογούν και Αμερικανούς πολίτες, εικόνα πρωτοφανής για ανεπτυγμένη Δύση, είναι δική του ιδέα.
Με αφορμή την επέμβαση στη Βενεζουέλα και τη Γροιλανδία ο Μίλερ είπε: «Οι ΗΠΑ πρέπει να έχουν τη Γροιλανδία ως τμήμα τους. Δεν υπάρχει λόγος ακόμη και να το σκεφτόμαστε ή να το συζητάμε στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής επιχείρησης. Κανείς δεν πρόκειται να πολεμήσει με τις ΗΠΑ για το μέλλον της Γροιλανδίας… Μπορείς να συζητάς όσο θέλεις για διεθνείς αβρότητες ή οτιδήποτε άλλο, αλλά ζούμε σε ένα κόσμο, στον πραγματικό κόσμο, που κυβερνάται με τη δύναμη, κυβερνάται με την ισχύ. Αυτοί είναι οι σιδερένιοι νόμοι του κόσμου που υπήρχαν από την αρχή του Χρόνου… Είμαστε μια υπερδύναμη και με τον Πρόεδρο Τραμπ θα συμπεριφερόμαστε ως υπερδύναμη».
Χωρίς διάθεση υπερβολής, παρόμοιες απόψεις δημοσίως από αξιωματούχους ενός μεγάλου κράτους έχουν να ακουστούν από την εποχή του χιτλερισμού. Η ισχύς είναι παράγοντας που διέπει τις διεθνείς σχέσεις, αλλά δεν υπάρχουν οι όροι να επανέρθουμε σε έναν κόσμο μεταξύ αρχαίων Αθηναίων και Μηλίων. Αν τέτοιες απόψεις γίνουν ο πολιτικός Λόγος και αιτιολόγηση της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, τάση που δεν έχει ακόμη κυριαρχήσει, ακόμη και τραμπικοί θα αρχίσουν να μεταστρέφονται. Πολύ περισσότερο τα θύματα και υποψήφια θύματα τέτοιων πολιτικών. Θα την πατήσουν όπως και οι Ρώσοι στην Ουκρανία σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Σε εποχές μεγαλύτερης συγκριτικής ισχύος των ΗΠΑ, οι τελευταίες δεν είχαν τολμήσει να αρθρώσουν τέτοιο Λόγο. Όπως δεν είχαν τολμήσει να προβάλλουν ωμή τη στρατιωτική δύναμη που διέθεταν, που τότε ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Η προβολή της τώρα δηλώνει αδυναμία και είναι μίγμα φαντασμαγορίας και αμήχανης αντίδρασης σε αυτή την αδυναμία. Και τα δύο έχουν κοντά ποδάρια. Περιφρονούν ανοιχτά το Διεθνές Δίκαιο όχι γιατί έχουν μεγαλύτερη δύναμη να το μεταβάλλουν προς όφελός τους, αλλά γιατί χάνουν περισσότερο όσο παριστάνουν πως το σέβονται. Βία σημαίνει αλλαγή των διεθνών σχέσεων και ξαναμοίρασμα του κόσμου και ένα κόσμο πιο επικίνδυνο, αλλά είναι γιατί ο κόσμος ξαναμοιράζεται ήδη εντός του συστήματος διεθνών σχέσεων που ίσχυε μέχρι χθες και η Δύση είναι ο χαμένος.
Ευρώπη έτοιμη να συμβιβαστεί
Μια ισχυρή διπλωματική εναντίωση της Ευρώπης στο καουμποϊλίκι στη Βενεζουέλα θα έκανε πιο κοστοβόρο το αμερικανικό εγχείρημα και στη Γροιλανδία. Όταν δίνουν το πράσινο φως στην Ουάσιγκτον να εφαρμόσει το “δόγμα Ντονρόε” στην αμερικανική ήπειρο, και ουσιαστικά αποδέχονται τη λογική πίσω από αυτό, με ποιο επιχείρημα θα αποτρέψουν την κατάληψη της Γροιλανδίας που πολιτικά ανήκει στην Ευρώπη, αλλά γεωγραφικά αποτελεί προέκταση της αμερικανικής ηπείρου;
Σκοπός των ευρωπαϊκών ηγεσιών δεν είναι να αποτρέψουν την αμερικανική κυριαρχία στη Γροιλανδία, αλλά να την “διαπραγματευτούν”. Η κατάληψή της είναι εύκολη για τις ΗΠΑ όχι επειδή οι τελευταίες υπερέχουν στρατιωτικά της Ευρώπης, όπως λέει ο Μίλερ, μα γιατί η τελευταία επιλέγει να μην προκαλέσει κόστος στις ΗΠΑ. Έχουν συνολικά αποφασίσει να συνεχίζουν να στηρίζουν τις ΗΠΑ και στην πορεία Τραμπ. Ο Μπορέλ, λίγο πριν ολοκληρωθεί η θητεία του, είχε ήδη αρχίσει να σφυρίζει κλέφτικα. Προχθές δήλωσε πως «η ΕΕ πρέπει να πάψει να θεωρεί τις ΗΠΑ τον κύριο σύμμαχό της». Η ΕΕ ως ένωση αδυνατεί να το κάνει αυτό. Αν το επιχειρήσει η μια πλευρά, θα επωφεληθεί η άλλη, προσεγγίζοντας τις ΗΠΑ. Πολωνία και Ιταλία της Μελόνι είναι ήδη πιο κοντά στην Ουάσιγκτον παρά στις Βρυξέλλες.
Η υποκρισία χτυπάει κόκκινο. Ο Σταϊνμάγιερ καλεί να «αποτρέψουμε να γίνει ο κόσμος ένα λημέρι ληστών που οι πιο αδίστακτοι θα παίρνουν ό,τι θέλουν και ολόκληρες περιοχές ή χώρες θα αντιμετωπίζονται σαν ιδιοκτησία μεγάλων δυνάμεων». Δυνατά λόγια αλλά τι εννοεί ο ποιητής; Η Ευρώπη στηρίζει έμπρακτα αυτή την πορεία και ο Καγκελάριος της δικής του χώρας είπε πως «το Ισραήλ κάνει τη βρώμικη δουλειά για μας». Εννοεί μήπως ότι η Αμερική οδεύει σε λάθος δρόμο, η Ευρώπη είναι το καλό παιδί, η Δύση ενίοτε κάνει βρώμικες δουλειές και οι αδίστακτοι είναι Ρωσία και Κίνα; Μήπως δουλευόμαστε;
Αδύναμη να αλλάξει μια πορεία που δεν οδηγεί πουθενά, η ΕΕ επαυξάνει σε μια κατεύθυνση που όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι κρατούντες παραδέχονται πως είναι αδιέξοδη. Κινδυνεύει περισσότερο όχι από τα χαστούκια Τραμπ, αλλά από την επιλογή της παρ’ όλα αυτά να τον ακολουθεί στην επικίνδυνη συνολικά για τη Δύση πορεία του.





