Διολισθαίνουν οι Τραμπ και Νενανιάχου στην χρήση τακτικών πυρηνικών;
10/03/2026
Η τρέχουσα σύγκρουση γύρω από το Ιράν φαίνεται να αποκαλύπτει μια βαθύτερη μετατόπιση στη στρατηγική κουλτούρα της Δύσης. Η δημόσια ρητορική που τη συνοδεύει περί «καταστροφής», «εκμηδενισμού», «συντριπτικής ήττας» ή «παράδοσης άνευ όρων» του Ιράν, υποδηλώνει μια επιστροφή σε μια νοοτροπία πολέμου με ολοκληρωτικούς σκοπούς. Πρόκειται για μια αντίληψη που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη στρατηγική λογική των πολέμων με περιορισμένους σκοπούς (limited wars), η οποία κυριάρχησε μετά τον Πόλεμο της Κορέας και χαρακτήρισε την πυρηνική εποχή.
Η στρατηγική των περιορισμένων πολέμων προέκυψε ακριβώς από την ανάγκη αποφυγής μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, σε έναν κόσμο όπου τα πυρηνικά όπλα καθιστούσαν τον ολοκληρωτικό πόλεμο δυνητικά καταστροφικό για το σύνολο της ανθρωπότητας. Η βασική της αρχή ήταν ότι οι πολιτικοί στόχοι έπρεπε να είναι περιορισμένοι, ώστε να είναι επιτεύξιμοι με συμβατικά μέσα και να μην οδηγούν σε κλιμάκωση πέρα από το επίπεδο που μπορούσε να ελεγχθεί. Η σημερινή ρητορική των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν, όμως, φαίνεται να απομακρύνεται από αυτή τη λογική.
Η επιμονή σε απόλυτους στόχους, όπως η «καταστροφή» του Ιράν ή η «ολοκληρωτική ήττα» του, δημιουργεί ένα επικίνδυνο χάσμα ανάμεσα στους πολιτικούς σκοπούς και στα διαθέσιμα μέσα. Όταν οι στόχοι γίνονται μαξιμαλιστικοί, αλλά τα μέσα παραμένουν συμβατικά και περιορισμένα, η στρατηγική οδηγείται συχνά σε αδιέξοδο.
Σε τέτοιες συνθήκες εμφανίζεται συχνά ο επικίνδυνος πειρασμός της κλιμάκωσης. Αν η συντριπτική νίκη δεν επιτυγχάνεται με συμβατικά μέσα, τότε μπορεί να εμφανιστεί η σκέψη ότι απαιτούνται ακόμη ισχυρότερα μέσα. Έτσι δημιουργείται ένας έμμεσος δρόμος προς την πυρηνική κλιμάκωση. Όχι επειδή η χρήση πυρηνικών αποτελεί αρχικό στόχο, αλλά επειδή η λογική του ολοκληρωτικού πολέμου δημιουργεί πολιτική και ψυχολογική πίεση για επίτευξη αποτελεσμάτων που δεν είναι εφικτά με συμβατικά μέσα. Και αυτό δεν είναι ανάγκη να φανεί στο Ιράν. Δημιουργεί όμως μια κουλτούρα που θα επηρεάσει και τους επόμενους πολέμους, θα οδηγήσει για την ακρίβεια σε επόμενους πολέμους, θα διαμορφώσει τη μορφή τους και μπορεί να αποτελέσει ένα short cut για τη χρήση πυρηνικών όπλων.
Η ιστορία της στρατηγικής σκέψης γνωρίζει καλά αυτή τη δυναμική. Οι μεσοπολεμικές θεωρίες στρατηγικού βομβαρδισμού, που συνδέθηκαν με τον Ιταλό θεωρητικό Giulio Douhet, βασίζονταν στην πεποίθηση ότι η μαζική αεροπορική ισχύς μπορούσε να συντρίψει τη βούληση ενός κράτους και να επιβάλει την παράδοσή του. Η εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έδειξε ότι αυτή η πίστη ήταν σε μεγάλο βαθμό υπερβολική. Οι κοινωνίες συχνά αποδείχθηκαν πολύ πιο ανθεκτικές από ό,τι προέβλεπαν οι θεωρίες της αεροπορικής κυριαρχίας.
Ιράν: Συνέπειες από τον πόλεμο
Παρά τα ιστορικά αυτά μαθήματα, η ιδέα ότι ο όγκος πυρός μπορεί να επιφέρει πολιτικά αποτελέσματα παραμένει ισχυρή. Πρόκειται για μια αντίληψη που μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια μορφή ιεροποίησης της ισχύος. Η στρατιωτική ισχύς αντιμετωπίζεται όχι απλώς ως εργαλείο πολιτικής, αλλά σχεδόν ως αυθύπαρκτη δύναμη που μπορεί από μόνη της να επιβάλει πολιτικές λύσεις.
Αυτή η νοοτροπία εμφανίζεται συχνά σε περιόδους μεγάλων γεωπολιτικών μεταβάσεων. Όταν το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε φάση αβεβαιότητας, οι μεγάλες δυνάμεις συχνά καταφεύγουν σε πιο επιθετικές στρατηγικές για να διατηρήσουν, ή να επαναβεβαιώσουν τη θέση τους.
Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν έχει επίσης σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες που συχνά υποτιμώνται. Παρά τη ρητορική περί αποδυνάμωσης των αντιπάλων της Δύσης, η σύγκρουση φαίνεται να ευνοεί σε ορισμένα επίπεδα τη Ρωσία. Η μετατόπιση της διεθνούς προσοχής από την Ουκρανία, η αύξηση των τιμών των υδρογονανθράκων και η ανάγκη μεταφοράς κρίσιμων δυτικών οπλικών συστημάτων προς τη Μέση Ανατολή, δημιουργούν συνθήκες που διευκολύνουν τη ρωσική πολεμική οικονομία.
Παράλληλα, η κρίση ενισχύει τη λειτουργική αλληλεξάρτηση μεταξύ Ρωσίας και Κίνας. Αν και η σχέση των δύο χωρών περιλαμβάνει και στοιχεία ανταγωνισμού, η κοινή πίεση από τη Δύση τείνει να ενισχύει τη μεταξύ τους συνεργασία. Έτσι, η σύγκρουση μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πιο συνεκτικού ευρασιατικού γεωπολιτικού χώρου.
Μπορεί να αλλάξει το καθεστώς;
Η λογική ότι οι βομβαρδισμοί μπορούν να οδηγήσουν σε αλλαγή καθεστώτος αποτελεί επίσης μια εξαιρετικά αμφίβολη υπόθεση. Η ιστορία δείχνει ότι οι αεροπορικές επιθέσεις πλήττουν πρωτίστως την κοινωνία και το κράτος ως σύνολο, όχι απαραίτητα το πολιτικό καθεστώς. Αντί να ενισχύουν την εσωτερική αντιπολίτευση, συχνά ενισχύουν την εθνική συσπείρωση.
Ένα συχνά χρησιμοποιούμενο παράδειγμα είναι η μεταπολεμική Ιαπωνία. Ωστόσο η περίπτωση αυτή διαφέρει ριζικά από την κατάσταση του Ιράν. Η Ιαπωνία ηττήθηκε σε έναν μακροχρόνιο παγκόσμιο πόλεμο, υπέστη πλήρη στρατιωτική κατάρρευση και τέθηκε υπό αμερικανική κατοχή. Επιπλέον, η παράδοση στις Ηνωμένες Πολιτείες λειτούργησε για την ιαπωνική ηγεσία ως τρόπος διατήρησης του κρατικού πυρήνα, του πολιτικού συστήματος και της θέσης του αυτοκράτορα και αποφυγής μιας πιθανής σοβιετικής επέμβασης. Υπό μία έννοια η παράδοση στις ΗΠΑ έσωσε το ιαπωνικό καθεστώς, δηλαδή συνέβη το αντίθετο από αυτό που επιδιώκεται (;) στο Ιράν.
Η επιστροφή του ολοκληρωτικού πολέμου
Αν εξεταστεί σε ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης γεωπολιτικής μετάβασης. Η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να εισέρχεται σε περίοδο αμφισβήτησης. Η σχετική αποδυνάμωση της δυτικής ηγεμονίας, η άνοδος νέων δυνάμεων και η αυξανόμενη γεωπολιτική πολυπλοκότητα δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι παλαιές στρατηγικές αντιλήψεις επανεμφανίζονται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή της λογικής του ολοκληρωτικού πολέμου μπορεί να ερμηνευθεί και ως πολιτισμικό φαινόμενο. Ορισμένοι στοχαστές, όπως ο Oswald Spengler, έχουν περιγράψει τον δυτικό πολιτισμό ως «φαουστικό», δηλαδή εμποτισμένο με μια βαθιά επιθυμία για επέκταση και κυριαρχία πάνω στον κόσμο. Από αυτή την οπτική, η πίστη ότι η ισχύς μπορεί να επιλύσει πολιτικά προβλήματα μπορεί να θεωρηθεί έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής κοσμοαντίληψης.
Αν αυτή η ερμηνεία έχει έστω και μερική ισχύ, τότε η σημερινή κρίση δεν είναι απλώς μια περιφερειακή σύγκρουση. Είναι ίσως μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής μετάβασης, μιας ιστορικής στιγμής κατά την οποία η πεντακοσιετής κυριαρχία της ευρωγενούς Δύσης, εισέρχεται σε μια νέα φάση αμφισβήτησης και αναπροσαρμογής.





