ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

Ερντογάν–Μητσοτάκης: Χαμηλές προσδοκίες, σταθερότητα και στο βάθος ο Τραμπ

Ερντογάν–Μητσοτάκης: Χαμηλές προσδοκίες, σταθερότητα και στο βάθος ο Τραμπ

Χαμηλές προσδοκίες και έμφαση στη σταθερότητα αποδίδει στη συνάντηση Ερντογάν–Μητσοτάκη ο πρώην Τούρκος πρέσβης Τζενγκίζ Φιράτ στο “TurkeyinDepth”, υποστηρίζοντας ότι η συνάντηση δεν αποσκοπεί στην επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών αλλά στη διαχείρισή τους, με στόχο τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας και την αποφυγή κρίσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η προγραμματισμένη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Τουρκίας–Ελλάδας (High-Level Cooperation Council – HLC) στην Άγκυρα, στις 11 Φεβρουαρίου, πραγματοποιείται σε μια συγκυρία κατά την οποία η φαινομενική ηρεμία στις σχέσεις Άγκυρας και Αθήνας συγκαλύπτει πολυάριθμες εύθραυστες ισορροπίες.

Για τον λόγο αυτό, η συνάντηση Ερντογάν–Μητσοτάκη δεν αναμένεται να οδηγήσει σε κάποια ουσιαστική τομή. Αντιθέτως, στοχεύει στη διατήρηση της επικοινωνίας, ενώ και οι δύο πλευρές συνεχίζουν να επιδιώκουν αποκλίνουσες στρατηγικές στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης εντάσεων, αποτροπής στρατιωτικών επεισοδίων και «διαχωρισμού» των διαφωνιών.

Συγκεντρώνει υπουργούς και από τις δύο κυβερνήσεις σε ένα ευρύ φάσμα τομέων: εξωτερικές υποθέσεις, άμυνα, ενέργεια, μεταφορές, εμπόριο και μετανάστευση, με στόχο τη διατήρηση μιας λειτουργικής σχέσης ακόμη και εν μέσω ανταγωνισμού.

Πίσω όμως από αυτή τη διπλωματική αρχιτεκτονική βρίσκεται ένας βαθύς στρατηγικός ανταγωνισμός, ο οποίος καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο κάθε πλευρά προσέρχεται στη συνάντηση.

Η οπτική της Άγκυρας

Σύμφωνα με τον Φιράτ, από την πλευρά της Τουρκίας, η πρόσφατη ελληνική πολιτική εκλαμβάνεται ως επικίνδυνη απομάκρυνση από την ισορροπία προς την κατεύθυνση της περικύκλωσης.

Σύμφωνα με την Άγκυρα, η Αθήνα δεν περιορίζεται στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών της, αλλά επιδιώκει μια αναδιάταξη της περιφερειακής ισχύος που αμφισβητεί άμεσα τα τουρκικά συμφέροντα ασφαλείας.

Ο εκτεταμένος ελληνικός επανεξοπλισμός: νέες φρεγάτες, F-35, μαχητικά Rafale, αναβαθμισμένα F-16, προηγμένα συστήματα αεράμυνας και εκσυγχρονισμός του ναυτικού, θεωρείται στην Άγκυρα ως προσπάθεια οικοδόμησης στρατιωτικής υπεροχής στο Αιγαίο. Κατά την τουρκική αντίληψη, η δυναμική αυτή μεταβάλλει το status quo και αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένων υπολογισμών.

Ανησυχία προκαλεί επίσης το διευρυνόμενο δίκτυο στρατηγικών συνεργασιών της Ελλάδας με τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Ινδία. Η Άγκυρα ερμηνεύει αυτές τις ευθυγραμμίσεις ως απόπειρα διπλωματικής απομόνωσής της και περιορισμού των θαλάσσιων διεκδικήσεών της. Ιδιαίτερα, η ελληνοϊσραηλινή συνεργασία και η συμμετοχή της Ελλάδας σε ενεργειακές και γεωστρατηγικές πρωτοβουλίες στην Ανατολική Μεσόγειο θεωρούνται ως τμήμα μιας αρχιτεκτονικής που αποκλείει την Τουρκία από τη λήψη περιφερειακών αποφάσεων.

Ως απάντηση, η Τουρκία επανέλαβε πρόσφατα τις θέσεις της μέσω αναγγελιών Navtex, με έμφαση στο αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς ορισμένων νησιών του Αιγαίου. Τούρκοι αξιωματούχοι του υπουργείου Άμυνας επιμένουν ότι οι κινήσεις αυτές αποσκοπούν στην προστασία της ναυσιπλοΐας και των θαλάσσιων δικαιωμάτων και όχι στην υπονόμευση του διαλόγου.

Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η Τουρκία είναι διατεθειμένη να επικεντρώσει τις συνομιλίες στη θαλάσσια οριοθέτηση, αντί να ανοίξει εκ νέου το σύνολο των διαφορών. Αυτό εκλαμβάνεται ως τακτική προσαρμογή, πιθανόν υπό την επιρροή του αμερικανικού ενδιαφέροντος για περιφερειακή σταθερότητα και ενεργειακή πρόσβαση, και όχι ως θεμελιώδης αλλαγή στάσης.

Η Άγκυρα εμφανίζεται επίσης πρόθυμη να προχωρήσει σε περιορισμένες χειρονομίες, όπως κινήσεις για τη χαλάρωση περιορισμών που αφορούν τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, ως μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, χωρίς όμως να ικανοποιήσει ευρύτερες πολιτικές απαιτήσεις.

Εικάζεται ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν θα ζητήσει ανταποδοτικές κινήσεις σε σχέση με τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη. Τέλος, πρόσφατες αναφορές ότι η Ελλάδα δεν παρατείνει πλέον άδειες διαμονής σε Γκιουλενιστές ερμηνεύονται στην Άγκυρα ως θετικό μήνυμα ενόψει της επίσκεψης Μητσοτάκη.

Η οπτική της Αθήνας

Από την πλευρά της Αθήνας, οι ανανεωμένες τουρκικές αεροπορικές δραστηριότητες, οι εκτεταμένες αναγγελίες Navtex και οι δημόσιες προειδοποιήσεις περί «μονομερών ενεργειών» της Ελλάδας συνιστούν ένδειξη ότι η Άγκυρα παραμένει προσκολλημένη σε μαξιμαλιστικές θαλάσσιες θέσεις, ασύμβατες με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), την οποία η Τουρκία δεν αναγνωρίζει.

Η Ελλάδα επιμένει ότι το μόνο αντικείμενο διαπραγμάτευσης είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), ενδεχομένως μέσω προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Απορρίπτει τις τουρκικές απαιτήσεις περί αποστρατιωτικοποίησης νησιών, εναέριου χώρου και αρμοδιοτήτων αδειοδότησης ως απαράδεκτες παραβιάσεις της ελληνικής κυριαρχίας. Έλληνες αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η στρατιωτική ενίσχυση της χώρας έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα και αποτελεί άμεση απάντηση στην τουρκική στάση στο Αιγαίο.

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα επιταχύνει τις έρευνες υδρογονανθράκων με τις ExxonMobil και Chevron στο Ιόνιο Πέλαγος και νότια της Κρήτης, ενώ τοποθετείται ως κομβικός παίκτης στον Κάθετο Ενεργειακό Διάδρομο που συνδέει την Ανατολική Μεσόγειο με τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Για την Αθήνα, η διατήρηση διαχειρίσιμων σχέσεων με την Άγκυρα είναι κρίσιμη ώστε τα έργα αυτά να προχωρήσουν χωρίς διαρκείς κρίσεις.

Ωστόσο, η Ελλάδα αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα και την αμερικανική εμπλοκή, φοβούμενη ότι η Ουάσιγκτον και ειδικότερα ο Πρόεδρος Τραμπ, θα πιέσει για έναν γρήγορο συμβιβασμό που θα παρακάμπτει το διεθνές δίκαιο προς όφελος ενεργειακών και γεωστρατηγικών σκοπιμοτήτων.

Κύπρος

Καμία ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν μπορεί να αγνοήσει την Κύπρο. Οι διαπραγματεύσεις παραμένουν παγωμένες, με την Άγκυρα να υποστηρίζει τη λύση δύο κρατών και την Αθήνα να στηρίζει μια διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία βάσει των παραμέτρων του ΟΗΕ. Το Κυπριακό συνεχίζει να ρίχνει βαριά σκιά στις διμερείς σχέσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια ουσιαστικής προσέγγισης. Παρά ταύτα, οι δύο πλευρές φαίνεται να έχουν αποφασίσει να μην επιτρέψουν στο ζήτημα να εκτροχιάσει τη συνολική διαδικασία.

Τι να προσδοκά κανείς — και τι όχι

Οι προσδοκίες είναι σκόπιμα χαμηλές. Στην καλύτερη περίπτωση, η συνάντηση μπορεί να οδηγήσει σε επαναβεβαίωση των μηχανισμών αποκλιμάκωσης στο Αιγαίο, καθώς και στη συνέχιση τεχνικών συνομιλιών για θαλάσσια ζητήματα.

Ενδέχεται να προκύψουν περιορισμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης σε τομείς όπως η έρευνα και διάσωση, η αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών ή η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας. Συμβολικές κινήσεις σχετικά με τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης ή τα δικαιώματα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη επίσης δεν αποκλείονται — βήματα που θα βελτίωναν το κλίμα χωρίς να αλλάζουν το στρατηγικό τοπίο.

Αντιθέτως, παραμένει απίθανη οποιαδήποτε συμφωνία για βασικές διαφορές, όπως η αποστρατιωτικοποίηση, οι διαφωνίες στον εναέριο χώρο ή η θέσπιση σαφούς χρονοδιαγράμματος για νομική διαιτησία.

Πιθανές περιοχές σύγκλισης

Παρά τη βαθιά δυσπιστία, υπάρχουν περιορισμένα πεδία στα οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί σύγκλιση. Στον τομέα της αποτροπής επεισοδίων στο Αιγαίο, σαφέστεροι κανόνες εμπλοκής και βελτιωμένα κανάλια επικοινωνίας θα μπορούσαν να μειώσουν τον κίνδυνο τυχαίας κλιμάκωσης.

Στην ενέργεια, μια πραγματιστική προσέγγιση συνύπαρξης, ακόμη και χωρίς νομική διευθέτηση, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποφυγή προκλητικών και επικαλυπτόμενων δραστηριοτήτων σε αμφισβητούμενες ζώνες.

Η συνεργασία στο μεταναστευτικό παραμένει επίσης ρεαλιστικός τομέας, καθώς η συνεννόηση ωφελεί και τις δύο κυβερνήσεις. Παράλληλα, η οικονομική ομαλοποίηση μέσω εμπορίου, τουρισμού και μεταφορών προσφέρει αμοιβαία οφέλη με περιορισμένο πολιτικό κόστος.

Καμία από αυτές τις κινήσεις δεν επιλύει τις βαθύτερες διαφορές, μπορεί όμως να διατηρήσει ζωντανή τη διαδικασία του Συμβουλίου και να δημιουργήσει δυναμική για μελλοντικές συναντήσεις.
Η συνάντηση της 11ης Φεβρουαρίου αφορά λιγότερο τη συμφιλίωση και περισσότερο τη διαχείριση της συνύπαρξης εν μέσω ανταγωνισμού.

Η Άγκυρα επιδιώκει αναγνώριση των θαλάσσιων ανησυχιών και των ευαισθησιών ασφαλείας της, ενώ η Αθήνα επιδιώκει σταθερότητα χωρίς να νομιμοποιήσει αξιώσεις που θεωρεί παράνομες.

Και οι δύο πλευρές έχουν λόγους να αποφύγουν μια κρίση. Αν το HLC διατηρήσει τον διάλογο, αποτρέψει την κλιμάκωση και αποφέρει έστω περιορισμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, θα έχει επιτύχει τον σκοπό του.

Είναι επίσης ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν επιθυμεί να κλιμακώσει την ένταση σε επίπεδο που θα μπορούσε να προκαλέσει παρέμβαση του Προέδρου Τραμπ για να «λύσει άλλη μία κρίση», ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται να υπάρχουν σημαντικοί φυσικοί πόροι προς εκμετάλλευση.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx