Έχει χτίσει σχέση με το περιβάλλον Τραμπ ο Χάφταρ;
03/07/2025
Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στη Λιβύη, όπου θα καταβληθεί προσπάθεια να ανατραπούν τα αρνητικά για την Ελλάδα διπλωματικά δεδομένα των τελευταίων εβδομάδων, συνοδεύεται από την παράλληλη ανησυχία της Αιγύπτου, σίγουρη θετική εξέλιξη αν όντως ισχύει.
Το τελευταίο διάστημα (και παρά την έντονη διπλωματική πίεση από Αθήνα και Κάιρο) ο στρατηγός Χαλίφα Χάφταρ φέρεται να κατευθύνεται στην επικύρωση της επίμαχης συμφωνίας, από την Βουλή της Ανατολικής Λιβύης. Ως γνωστόν, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών θα επισκεφθεί αυτήν την εβδομάδα τη Βεγγάζη και ακολούθως την Τρίπολη, προκειμένου να συζητήσει το ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών, πάντα στην βάση του Δικαίου της Θάλασσας.
Η τελευταία κίνηση εκ μέρους της λιβυκής Βουλής (που ουσιαστικά ελέγχει ο μέχρι πρότινος σύμμαχος της Ελλάδας Χάφταρ) να συγκροτήσει ειδική επιτροπή για την εξέταση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου εκτιμάται ότι αποτελεί προειδοποιητικό μήνυμα προς την Αθήνα, αλλά και δέλεαρ προς την Άγκυρα. Δηλώνει μάλιστα και το βάθος της τουρκικής διείσδυσης στη Λιβύη, που πλέον δεν περιορίζεται μόνο στην κυβέρνηση της Τρίπολης, αλλά έχει κάνει μεγάλα βήματα και προς την άλλη πλευρά, την οποία παλαιότερα πολεμούσε.
Την ίδια στιγμή, διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι το Κάιρο παραμένει επιφυλακτικό απέναντι σε οποιαδήποτε ανατροπή του υφιστάμενου καθεστώτος στο θέμα της θαλάσσιας οριοθέτησης, όπως και αραβικά δημοσιεύματα. Τον Ιούνιο, η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης, με έδρα την Τρίπολη, υπέγραψε συμφωνία με την κρατική τουρκική εταιρεία TPAO για έρευνες υδρογονανθράκων σε τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα, τα οποία, σύμφωνα με τον Αιγύπτιο αξιωματούχο, ενδέχεται να παραβιάζουν την ΑΟΖ της Αιγύπτου.
Οι επαφές Χάφταρ
Η στροφή της ανατολικής Λιβύης αντικατοπτρίζει μια γενικότερη μετατόπιση ισορροπιών στην περιοχή, καθώς οι παλαιές ιδεολογικές γραμμές και διαρέσεις, που διαμόρφωσαν τις συγκρούσεις μετά την Αραβική Άνοιξη του 2011, υποχωρούν. Το τουρκικό υπουργείο Άμυνας υποδέχθηκε τον Ιούνιο τρεις στρατιωτικές αντιπροσωπείες του λεγόμενου Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) του Χαφτάρ, ενώ ο νεότερος γιος του, Σαντάμ, επισκέφθηκε την Άγκυρα τον Απρίλιο, έπειτα από ταξίδι στο Κατάρ νωρίτερα φέτος.
Στις ΗΠΑ, αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ φέρεται να διατηρούν καλές σχέσεις με την οικογένεια Χάφταρ (ο οποίος σημειωτέων έχει αμερικανική υπηκοότητα και γνωστές διασυνδέσεις με την CIA, τουλάχιστον στο παρελθόν). Ο Σαντάμ Χάφταρ συναντήθηκε πρόσφατα με τον Μασάντ Μπούλος στην Ουάσινγκτον, τον ανώτερο σύμβουλο του Λευκού Οίκου για θέματα Αφρικής, ενώ είχε συζητήσεις για θέματα περιφερειακής ασφάλειας με υψηλόβαθμα στελέχη των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.
Πηγές αναφέρουν ότι οι αυξανόμενες επαφές του Σαντάμ Χάφταρ με την Άγκυρα, ακόμη και σε στρατιωτικό επίπεδο, έχουν προκαλέσει δυσαρέσκεια στο Κάιρο (αν και η Αίγυπτος έχει επίσης εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Τουρκία). Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών, Μπαντρ Αμπντελάτι, έθεσε ζήτημα της αμερικανικής παρέμβασης για την μη επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από την Βεγγάζη σε τηλεφωνική συνομιλία με τον Μπούλος. Σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές από αραβικά δημοσιεύματα, ο Μπούλος ανέφερε ότι θα επικοινωνήσει με τον Χαλίφα Χάφταρ, de facto ηγέτη της ανατολικής Λιβύης, προκειμένου να συζητήσει το ζήτημα.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως το 2019, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τραμπ, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Χαλίφα Χαφτάρ (ενώ μαίνονταν ο λιβυκός εμφύλιος) όπου εξήρε την συμβολή του Λίβυου στρατηγού στην προσπάθεια “καταπολέμησης της ισλαμικής τρομοκρατίας”. Βεβαίως, δημοσιεύματα της εκείνης της περιόδου αναφέρονταν σε διάσταση μεταξύ Λευκού Οίκου και State Department σχετικά με τον Χαφτάρ, καθώς το δεύτερο ήταν πιο φιλικό στην κυβέρνηση της Τρίπολης και δυσπιστούσε στους δεσμούς Χαφτάρ με την Ρωσία.
Πάντως, η αιγυπτιακή ανησυχία για την αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού και τη διαρκή μεγέθυνση του διεθνούς ρόλου της Τουρκίας θα μπορούσε να δημιουργήσει μια παράλληλη πίεση στην Ουάσιγκτον και κατ’ επέκταση στην Άγκυρα. Προϋποθέτει ωστόσο την ύπαρξη μιας στοιχειώδους διπλωματικής πολιτική από την πλευρά της Αθήνας.
Μιας πολιτικής που να δημιουργεί συνάψεις και κοινά συμφέροντα προς όφελος της χώρας σε μακρά διάρκεια και με κύρος. Εδώ προκύπτει και το μεγάλο ερώτημα. Με δεδομένη την τελευταία ταπείνωση που υπέστη η Ελλάδα στην περίπτωση της ιστορικής Μονής στο Σινά, ποιος μπορεί να επενδύσει στο “κουτσό” άλογο της Αθήνας;