Γιατί διαφωνούμε για το ποιος νικάει και ποιος χάνει στον πόλεμο στο Ιράν
15/04/2026
Οι εξελίξεις στον Πόλεμο στο Ιράν έχουν δημιουργήσει μια έντονη πόλωση και σύγχυση για τα τεκταινόμενα στη διεθνή κοινή γνώμη, όπως και στην Ελληνική, αλλά και στους επαγγελματίες αναλυτές και τους λήπτες στρατηγικών αποφάσεων. Όχι μόνον υπάρχει έντονη αντιγνωμία αναφορικά με τους “καλούς” και τους “κακούς” της σύγκρουσης, αλλά παρουσιάζεται και μεγάλη σύγχυση αναφορικά με το ποιος νικάει μέχρι στιγμής και πολύ περισσότερο για το ποιος θα νικήσει στο μέλλον.
Φορτισμένες απόψεις περί συντριπτικής νίκης της μίας ή της άλλης πλευράς, των ΗΠΑ ή του Ιράν, εκφράζονται διαρκώς στον δημόσιο διάλογο. Και, προσέξτε, αναφερόμαστε για την νίκη ή την ήττα μέχρι στιγμής, όχι για το τι μέλλει γενέσθαι. Για να προσεγγίσουμε αυτό το ιδιόρρυθμο φαινόμενο θα προσπαθήσουμε σήμερα να χρησιμοποιήσουμε ως εργαλεία ερμηνείας κάποιες αντιλήψεις της Θεωρίας της Επιστήμης (ή Φιλοσοφίας της Επιστήμης), που μας δείχνουν ότι ένα πράγμα είναι “η Πραγματικότητα” και κάτι άλλο, εντελώς διαφορετικό, “οι ερμηνείες της Πραγματικότητας”.
Ο πόλεμος στο Ιράν, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια σύγκρουση κρατών, αλλά και μια σύγκρουση ερμηνειών, μοντέλων σκέψης και τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας. Σε μεγάλο βαθμό, οι εμπλεκόμενοι, αλλά και οι αναλυτές, δεν ζουν στο ίδιο γνωσιακό σύμπαν. Για να κατανοήσουμε αυτήν την ιδιόρρυθμη κατάσταση μπορούμε να στραφούμε στη Φιλοσοφία της Επιστήμης και της Γλώσσας. Οι Popper, Kuhn, Lakatos, Feyerabend, Heidegger και Wittgenstein μας προσφέρουν εργαλεία, που φωτίζουν όχι μόνο τι γνωρίζουμε, αλλά και γιατί αδυνατούμε να συμφωνήσουμε σε αυτό.
Ο Karl Popper, για παράδειγμα, πατέρας της σύγχρονης Θεωρίας της Επιστήμης, υποστήριξε ότι μια θεωρία είναι επιστημονική μόνο αν μπορεί να διαψευστεί. Στη γεωπολιτική, όμως, συχνά συμβαίνει το αντίθετο. Για τον πόλεμο στο Ιράν συνυπάρχουν πολλαπλές αφηγήσεις, αντιφατικές μεταξύ τους. Μία εξ αυτών είναι ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν πλήρως την κατάσταση, μία άλλη ότι το Ιράν ενισχύεται μέσω της αντοχής του, ότι το Ισραήλ κυριαρχεί επιχειρησιακά, ότι το Ιράν ενισχύεται επιχειρησιακά κοκ. Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλες αυτές οι αφηγήσεις μπορούν να ενσωματώσουν τα ίδια γεγονότα και να τα προβάλουν με διαφορετικό τρόπο, ενώ ακόμη και τα αντίθετα μπορεί να θεωρηθούν ενδείξεις ισχύος ή αδυναμίας.
Για παράδειγμα, η κλιμάκωση της σύγκρουσης μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη ισχύος ή αδυναμίας. Η αποκλιμάκωση αντιστοίχως μπορεί να ερμηνευθεί ως επιτυχία ή ως υποχώρηση. Έτσι, οι αναλύσεις δεν διαψεύδονται ποτέ. Λειτουργούν ως κλειστά συστήματα πεποιθήσεων. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο ότι διαφωνούμε, αλλά ότι δεν διαθέτουμε κοινά κριτήρια για να διαπιστώσουμε πότε μια ερμηνεία αποτυγχάνει.
Ιράν: Ασύμμετρα παραδείγματα σκέψης
Η έννοια “των παραδειγμάτων” (paradigms) του Thomas Kuhn μας επιτρέπει να δούμε βαθύτερα το πρόβλημα. Συγκεκριμένα, οι διαφορετικοί δρώντες δεν ερμηνεύουν απλώς διαφορετικά τα ίδια γεγονότα, αλλά αντιλαμβάνονται τον κόσμο μέσα από διαφορετικά γνωστικά πλαίσια. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η σύγκρουση μπορεί να αφορά την αποτροπή και τη διατήρηση μιας προϋπάρχουσας διεθνούς τάξης ελεγχόμενης από αυτές. Για το Ιράν, είναι ζήτημα επιβίωσης, κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Για το Ισραήλ εμφανίζεται να είναι μια υπαρξιακή μάχη σε ένα διαρκώς απειλητικό περιβάλλον.
Για άλλους δρώντες, όπως η Κίνα, εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιάταξη του διεθνούς συστήματος. Αυτά τα παραδείγματα δεν είναι εύκολα συγκρίσιμα. Ορίζουν διαφορετικά τι είναι “επιτυχία”, “ήττα”, “σταθερότητα” ή “κλιμάκωση”. Έτσι, αυτό που από τη μία πλευρά φαίνεται παράλογο, από την άλλη μπορεί να είναι απολύτως συνεκτικό. Η σύγκρουση είναι, επομένως, όχι μόνο υλική αλλά και γνωστική.
Ο Imre Lakatos προσφέρει ένα ακόμη χρήσιμο εργαλείο: τα “ερευνητικά προγράμματα”. Κάθε δρων φαίνεται να λειτουργεί με έναν σκληρό πυρήνα βασικών παραδοχών, ο οποίος προστατεύεται από ένα σύνολο ευέλικτων προσαρμογών. Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ μπορεί να βασίζονται στην υπόθεση ότι η ισχύς, από μόνη της, μπορεί να διαμορφώσει το περιβάλλον, την πορεία των εξελίξεων και να επιτύχει μια καθαρή “τελική” νίκη.
Το Ιράν, αντιθέτως, επενδύει σε μια λογική αντοχής και μετατροπής της πίεσης σε πλεονέκτημα. Το Ισραήλ σε μια στρατηγική διαρκούς υποβάθμισης των απειλών, χωρίς αναγκαστικά μια τελική νίκη. Όταν οι εξελίξεις δεν επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες, δεν εγκαταλείπεται ο πυρήνας. Προσαρμόζονται τα μέσα. Έτσι, οι στρατηγικές γίνονται ανθεκτικές ακόμη και απέναντι στην αποτυχία.
Η ανάγκη πολλαπλών προσεγγίσεων
Ο Paul Feyerabend μας υπενθυμίζει ότι καμία μεθοδολογία δεν επαρκεί από μόνη της. Ο πόλεμος στο Ιράν δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με όρους ρεαλισμού, ούτε μόνο μέσω ψυχολογίας, ιδεολογίας ή οικονομίας. Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο φαινόμενο, όπου συνυπάρχουν στρατιωτικές επιχειρήσεις, πολιτικές αποφάσεις, κοινωνικές δυναμικές, ιστορικές μνήμες και πολιτισμικά αφηγήματα.
Η κατανόηση, συνακόλουθα, απαιτεί συνδυασμό προσεγγίσεων. Κάθε μονοδιάστατη ανάλυση οδηγεί αναπόφευκτα σε παραμόρφωση. Σε βαθύτερο επίπεδο, ο πόλεμος αποκαλύπτει έναν συγκεκριμένο τρόπο θέασης της πραγματικότητας. Ο Martin Heidegger περιγράφει τη νεωτερικότητα ως εποχή όπου ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως κάτι διαθέσιμο προς έλεγχο. Η στρατηγική σκέψη συχνά προϋποθέτει ότι η πραγματικότητα μπορεί να διαμορφωθεί μέσω της ισχύος. Ο κόσμος γίνεται ένα σύστημα προς διαχείριση.
Αυτό συνδέεται άμεσα με αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “οντολογία της ισχύος”, όπως την έχει εκφράσει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, δηλαδή την πεποίθηση ότι η βούληση, ενισχυμένη από ισχύ, μπορεί να επιβληθεί στην πραγματικότητα και να κατευθύνει την Ιστορία. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου αντιστέκεται σε αυτήν τη λογική. Οι συνέπειες των δράσεων είναι συχνά απρόβλεπτες, οι αλληλεπιδράσεις μη γραμμικές και ο έλεγχος περιορισμένος. Η ισχύς παραμένει αναγκαία, αλλά δεν επαρκεί για να ελέγξει το σύστημα.
Η γλώσσα ως πεδίο σύγκρουσης
Ο Ludwig Wittgenstein θέτει προς μελέτη μια ακόμη κρίσιμη διάσταση. Τη γλώσσα και την υποκειμενικότητά της. Όροι όπως “νίκη”, “εκεχειρία”, “αποτροπή” ή “κλιμάκωση” δεν έχουν ενιαίο νόημα. Η ίδια “εκεχειρία”, για παράδειγμα, μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, αποτυχία ή απλώς προσωρινή παύση από τους επιμέρους δρώντες. Η δε “νίκη” μπορεί να σημαίνει επικράτηση, επιβίωση ή απλώς αποφυγή της κατάρρευσης.
Οι δρώντες, λοιπόν, δεν χρησιμοποιούν απλώς διαφορετικές λέξεις. Ζουν μέσα σε διαφορετικά “γλωσσικά παιχνίδια”. Και μέσα από αυτά τα παιχνίδια συγκροτούν διαφορετικές πραγματικότητες. Συνθέτοντας όλα τα παραπάνω, προκύπτει το βαθύτερο συμπέρασμα πως ο πόλεμος στο Ιράν αποκαλύπτει μια κρίση στη σχέση μεταξύ γνώσης, ισχύος και πραγματικότητας. Η νεωτερική στρατηγική σκέψη βασίζεται στην υπόθεση ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει κατανοητός και ελεγχόμενος. Όμως, η πολυπλοκότητα των σύγχρονων συγκρούσεων διαβρώνει αυτή την υπόθεση. Και αυτό το βλέπουμε σήμερα στο Ιράν.
Η αβεβαιότητα, οι μη αναμενόμενες συνέπειες και η ασυμμετρία αντιλήψεων καθιστούν τον έλεγχο εξαιρετικά επισφαλή. Υπό το φως αυτής της λογικής, αυτό που συχνά εκφράζεται ως “στρατηγική αβεβαιότητα” στις στρατηγικές σπουδές ίσως δεν είναι παρά η έκφραση μιας βαθύτερης αδυναμίας του Δυτικού Πολιτισμού. Της αδυναμίας πλήρους κατανόησης και διαχείρισης ενός κόσμου που δεν υπακούει σε γραμμικές λογικές, όπως θεωρεί αξιωματικά η Δύση ότι συμβαίνει, με βάση τις κοσμοαντιλήψεις που δημιούργησαν γνώσεις προερχόμενες από τον πολιτισμικό πυρήνα του Δυτικού Πολιτισμού.
Και εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα. Πριν αρχίσουμε να συζητάμε ποιος νικάει σε αυτόν τον πόλεμο και πολύ περισσότερο ποιος θα νικήσει σε αυτόν τον πόλεμο και σε τι ιστορικό βάθος, θα πρέπει πριν καταρχήν να αναρωτηθούμε ποιος τελικά κατανοεί τον πόλεμο; Η απάντηση είναι, πιθανώς, κανείς πλήρως. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλες οι ερμηνείες είναι ισοδύναμες στην ατέλειά τους, ούτε ότι η ανάλυση είναι μάταιη. Σημαίνει, όμως, ότι κάθε κατανόηση είναι μερική, εξαρτημένη από το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται.
Εν κατακλείδι λοιπόν, ο πόλεμος στο Ιράν μας υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος δεν είναι μόνο πεδίο ισχύος, αλλά και πεδίο γνώσης και κυρίως, πεδίο των ορίων της γνώσης. Σε έναν κόσμο όπου ο έλεγχος γίνεται όλο και πιο αβέβαιος, ο μεγαλύτερος κίνδυνος ίσως δεν είναι το να κάνουμε λάθος, αλλά να εγκλωβιστούμε στην ψευδαίσθηση ότι κατανοούμε περισσότερο από όσο πραγματικά κατανοούμε.
Υ.Γ.: Η μελέτη της Θεωρίας της Επιστήμης και των εφαρμογών της στις διεθνείς σχέσεις ξεκίνησε στην Ελλάδα από το πρωτοποριακό βιβλίο του Καθηγητή Ι. Θ. Μάζη “Μεταθεωρητική Κριτική Διεθνών Σχέσεων και Γεωπολιτικής”, που εκδόθηκε το 2013 από τις Εκδόσεις Παπαζήση.





