Γιατί η Τουρκία αδυνατεί να ηγηθεί της Μέσης Ανατολής
05/01/2026
Η Συρία, ο Τραμπ και το Ισραήλ αποκαλύπτουν το χάσμα ανάμεσα στο νεο-οθωμανικό όραμα της Άγκυρας και τις πραγματικές δυνατότητες της Τουρκίας.
Όταν ο Ερντογάν επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο στα τέλη Σεπτεμβρίου, το πολιτικό διακύβευμα ήταν σαφές: έπρεπε να επιστρέψει στην Άγκυρα με μια απτή επιτυχία. Έπειτα από 23 χρόνια στην εξουσία, ο Τούρκος πρόεδρος έχει επενδύσει πολιτικά και ιδεολογικά σε ένα μεγαλόπνοο αφήγημα σύμφωνα με το οποίο η Τουρκία δεν είναι απλώς μια περιφερειακή δύναμη, αλλά ο φυσικός ηγέτης της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, το αφήγημα αυτό δοκιμάζεται τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Η εσωτερική δυσαρέσκεια, η οικονομική πίεση και η πολιτική – φυσιολογική – φθορά έπειτα απο διακυβέρνηση 23 χρόνων, περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών της Άγκυρας. Παράλληλα, η ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία —με την καθοριστική συμβολή τουρκικά υποστηριζόμενων δυνάμεων— φάνηκε αρχικά να ανοίγει ένα ιστορικό παράθυρο ευκαιρίας για την Άγκυρα. Σύντομα, όμως, έγινε σαφές ότι η ανοικοδόμηση και η σταθεροποίηση της Συρίας υπερβαίνουν τις οικονομικές, θεσμικές και διπλωματικές δυνατότητες της Τουρκίας, εάν επιχειρήσει να δράσει μόνη της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναπροσέγγιση με τον Τραμπ προσέφερε στον Ερντογάν κάτι εξαιρετικά πολύτιμο: διεθνή προβολή και αναγνώριση ρόλου. Παρά τις σοβαρές διμερείς τριβές των προηγούμενων ετών —από τους ρωσικούς S-400 έως τις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία— ο Τραμπ αντιμετώπισε τον Ερντογάν όχι ως προβληματικό σύμμαχο, αλλά ως ισχυρό συνομιλητή και δυνητικό εταίρο στη διαχείριση κρίσιμων φακέλων, από τη Γάζα έως την Ουκρανία. Για την τουρκική ηγεσία, η «συναλλακτική» φύση της πολιτικής Τραμπ φάνηκε αρχικά να ευνοεί μια αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας.
Η συμβολική κορύφωση αυτής της δυναμικής ήρθε με τη συμμετοχή της Άγκυρας στις διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός στη Γάζα και την παρουσία του Ερντογάν δίπλα στον Τραμπ και τους ηγέτες της Αιγύπτου και του Κατάρ. Για το τουρκικό αφήγημα, η εικόνα αυτή σηματοδοτούσε την «επιστροφή» της Τουρκίας στην καρδιά της Μέσης Ανατολής, έναν αιώνα μετά την απώλεια της Ιερουσαλήμ και το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ωστόσο, πίσω από τον συμβολισμό, οι πραγματικοί συσχετισμοί ισχύος παραμένουν δυσμενείς για την Άγκυρα. Το νεο-οθωμανικό όραμα του Ερντογάν —η ιδέα ότι «η Τουρκία είναι μεγαλύτερη από τα σύνορά της» και δεν μπορεί να περιορίσει το πεπρωμένο της στα 782.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα— στηρίζεται περισσότερο σε πολιτική μυθοπλασία παρά σε στέρεες υλικές βάσεις. Στο εσωτερικό, η καλλιέργεια της οθωμανικής νοσταλγίας, μέσω της προπαγάνδας, της λαϊκής κουλτούρας και της επίσημης ρητορικής, λειτουργεί ως υποκατάστατο κοινωνικής συνοχής σε μια περίοδο οικονομικής ανασφάλειας.
Σε θεσμικό επίπεδο, το υπερσυγκεντρωτικό προεδρικό σύστημα έχει αποδυναμώσει το κράτος αντί να το ενισχύσει. Η λήψη αποφάσεων περιορίζεται σε έναν στενό κύκλο γύρω από τον πρόεδρο, ενώ η γραφειοκρατία έχει αποδυναμωθεί από τεχνογνωσία και πρωτοβουλία. Ένα φιλόδοξο σχέδιο περιφερειακής ηγεμονίας, όμως, απαιτεί διοικητική συνέχεια, οικονομική ισχύ και θεσμική αντοχή —στοιχεία που σήμερα η Τουρκία δεν διαθέτει σε επαρκή βαθμό.
Η Συρία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό πεδίο όπου αποκαλύπτεται αυτή η αντίφαση. Παρά τη βαθιά τουρκική εμπλοκή και την εγκαθίδρυση ενός φιλικού καθεστώτος στη Δαμασκό, η Άγκυρα δεν μπορεί να ελέγξει μονομερώς τις εξελίξεις. Η ανάγκη για οικονομική στήριξη έχει ενισχύσει τον ρόλο του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας, περιορίζοντας την τουρκική επιρροή. Παράλληλα, η εύθραυστη διαδικασία επαναπροσέγγισης με τους Κούρδους —τόσο εντός Τουρκίας όσο και στη βόρεια Συρία— παραμένει κρίσιμη, αλλά αβέβαιη. Μια αποτυχία σε αυτό το μέτωπο θα απορροφήσει πόρους και θα υπονομεύσει τον ισχυρισμό της Άγκυρας ότι μπορεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητική δύναμη.
Το Ισραήλ μεγάλο εμπόδιο
Το σοβαρότερο, όμως, εξωτερικό εμπόδιο στο όραμα του Ερντογάν είναι το Ισραήλ. Μετά τις πρόσφατες στρατιωτικές του επιχειρήσεις και τον πόλεμο με το Ιράν, το Ισραήλ έχει εδραιώσει μια πρωτοφανή στρατιωτική υπεροχή και ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασιών ασφαλείας. Στη μετα-Άσαντ Συρία, οι στρατηγικοί στόχοι Τουρκίας και Ισραήλ είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι: η Άγκυρα επιδιώκει ένα ισχυρό, συγκεντρωτικό κράτος υπό τουρκική επιρροή, ενώ το Τελ Αβίβ προτιμά μια αδύναμη και αποκεντρωμένη Συρία, ώστε να μην αναδειχθεί ποτέ σε απειλή για τα βόρεια σύνορά του.
Οι στρατιωτικές και πληροφοριακές δραστηριότητες των δύο χωρών αλληλεπικαλύπτονται όλο και περισσότερο, αυξάνοντας τον κίνδυνο άμεσης ή έμμεσης αντιπαράθεσης. Παρά τους μηχανισμούς αποφυγής κρίσεων, η αντιπαλότητα λειτουργεί ως στρατηγικό «ταβάνι» για την Τουρκία: όσο η Άγκυρα είναι υποχρεωμένη να αναχαιτίζει το Ισραήλ, αδυνατεί να επενδύσει τους απαραίτητους πόρους σε μια θετική ατζέντα περιφερειακής οικοδόμησης.
Η στήριξη του Τραμπ, τέλος, προσφέρει στον Ερντογάν προβολή αλλά όχι εγγυήσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος παραμένει βαθιά απρόβλεπτος και ταυτόχρονα έντονα ευθυγραμμισμένος με τον Νετανιάχου. Οι μοναρχίες του Κόλπου, από την πλευρά τους, αντιμετωπίζουν τις τουρκικές φιλοδοξίες με καχυποψία και διαθέτουν τα οικονομικά εργαλεία για να τις περιορίσουν.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: η Τουρκία παραμένει αναμφίβολα σημαντικός περιφερειακός παίκτης και καθοριστικός παράγοντας στη Συρία, αλλά δεν διαθέτει τα μέσα για να επιβάλει μια τουρκικά καθοδηγούμενη περιφερειακή τάξη —μια πραγματική Pax Turkica. Το χάσμα ανάμεσα στη φιλοδοξία και τη δυνατότητα μεγαλώνει. Και όσο αυτό το χάσμα παραμένει, το νεο-οθωμανικό όραμα του Ερντογάν κινδυνεύει να λειτουργήσει όχι ως όχημα ισχύος, αλλά ως καθρέφτης των δομικών αδυναμιών της σύγχρονης Τουρκίας.





