Γιατί ο Τραμπ δεν έχει ακόμα επιτεθεί στο Ιράν
26/02/2026
Στην παντοδυναμία της μονοκρατορίας, την εικοσαετία 1991-2008, οι ΗΠΑ επιχείρησαν δυο μεγάλους πολέμους με χερσαίες δυνάμεις, σε Αφγανιστάν και Ιράκ. Ο πρώτος κατέληξε σε φιάσκο και οι ΗΠΑ από φιλική δύναμη κατέληξαν η πιο ανεπιθύμητη, ενώ ο δεύτερος περισσότερο ζημίωσε παρά ωφέλησε την επιδιωκόμενη αρχιτεκτονική στη Μέση Ανατολή. Να σκεφτεί κανείς ότι εκείνοι ήταν πόλεμοι από θέση δύναμης, και αδιαμφισβήτητης παγκόσμιας ηγεμονίας που σήμερα έχει σημαντικά υποχωρήσει.
Η ιδέα ότι ο καουμπόι Τραμπ, ο σημερινός “αποφασισμένος” Πρόεδρος των ΗΠΑ, μπορεί να αλλάζει τις χθεσινές ρυθμίσεις κατά το δοκούν με τη δύναμη, θα πρέπει να απαντήσει ένα απλό ερώτημα: γιατί δεν το έκαναν οι προηγούμενοι Πρόεδροι; Επειδή δεν ήταν αποφασισμένοι; Ή επειδή δεν ήταν αδίστακτοι;
Αφού σπατάλησε σε δώδεκα μήνες την αμερικανική ηγεμονία στο εσωτερικό της Δύσης με μεσοπρόθεσμα αποτελέσματα στη καλύτερη περίπτωση αμφίβολα, ο Τραμπ βρίσκεται τώρα στον πειρασμό να σπαταλήσει και τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ απέναντι σε μια μεσαία αντίπαλη δύναμη. Να περάσει από το μέχρι χθες “χτυπάμε και φεύγουμε”, σε μια περιπέτεια διαρκείας. Το δοκίμασε ανεπιτυχώς σε πολύ μικρότερη κλίμακα απέναντι στους Χούθι.
Μια αποτυχία στην περίπτωση του Ιράν μπορεί να σημάνει το τσαλάκωμα του ίδιου του Τραμπ και της φαντασμαγορίας που εκπέμπει. Αποτυχία δεν προϋποθέτει στρατιωτική ήττα. Αποτυχία όμως είναι οι διακεκριμένες απώλειες, και οικονομικές-πολιτικές παρενέργειες μη διαχειρίσιμες. Για αυτό και ο “αδίστακτος” διστάζει.
Έτσι έχουμε το παράδοξο από την πλευρά της Τεχεράνης να κραδαίνει το σύρσιμο των ΗΠΑ σε ένα ιδιόμορφο πόλεμο φθοράς, πολλαπλάσια δυσανάλογο σε βάρος της, που η ίδια όμως υπολογίζει ότι μπορεί να αντέξει, αλλά όχι και η Ουάσινγκτον, με τις συνέπειες να εκτείνονται από μια ήττα στις μεσοπρόθεσμες αμερικανικές εκλογές μέχρι ένα σοβαρότερο πρόβλημα για το διεθνές γόητρο των ΗΠΑ.
Αν η κρατική ανεξαρτησία και η επιβίωση ενός καθεστώτος επιβάλλουν την αντίσταση του Ιράν στην αμερικανική-ισραηλινή σκληρή πίεση, η αποφασιστικότητα της Τεχεράνης δεν στερείται υπολογισμού. Ο Γιάννης φοβάται το θεριό και το θεριό το Γιάννη, αλλά το θεριό (ΗΠΑ) στην περίπτωσή μας είναι πιο ευαίσθητο σε αναποδιές. Σε Αφγανιστάν και Ιράκ οι προοπτικές κυμαίνονταν από την απόλυτη επιτυχία μέχρι το μέτριο αποτέλεσμα. Στην τωρινή περίπτωση του Ιράν το πολιτικό επιδιωκόμενο είναι ήδη χαμένη υπόθεση. Αν υπάρξει συμφωνία για τα πυρηνικά, με ή χωρίς στρατιωτικό χτύπημα, αυτή θα είναι καλύτερη για το Ιράν, από ό,τι η JCPOA το 2015. Αν δεν υπάρξει συμφωνία, μηδέν εις το πηλίκον.
Έτσι, το μόνο που μένει ως περίπτωση επιτυχίας είναι μια κατάρρευση του Ιράν από μια μαζική αεροπορική επίθεση διαρκείας. Πόσο πιθανό είναι αυτό χωρίς στρατεύματα στο έδαφος; Αν δεν επιτευχθεί κατάρρευση, όλη η πολιτική Τραμπ και Νετανιάχου από την ακύρωση της συμφωνίας το 2017 μέχρι το επικείμενο (;) χτύπημα θα έχει καταφέρει μια τρύπα στο νερό. Χωρίς ανατροπή του καθεστώτος, οι προοπτικές μιας στρατιωτικής επίθεσης κυμαίνονται από ένα μέτριο αποτέλεσμα, μέχρι σοβαρές αρνητικές συνέπειες, που το καθιστούν εξαιρετικά υψηλού ρίσκου για ΗΠΑ και Τραμπ.
Από τις σύντομες επεμβάσεις σε γενικό πόλεμο;
Πώς φτάσαμε όμως μέχρι εδώ; Ο περσινός πόλεμος των 12 ημερών ήταν ατυχής για Ισραήλ και ΗΠΑ. Δεν είναι θεωρία συνωμοσίας ότι αυτός που επειγόταν να τελειώνει η ανταλλαγή χτυπημάτων φθοράς κατέληξε να είναι το Τελ Αβίβ. Εν μέσω του πολέμου, σημειώναμε τότε ότι «το πυραυλικό δυναμικό του Ιράν υπερβαίνει κατά πολύ το αντιπυραυλικό δυναμικό που διαθέτει το Ισραήλ και όσα οι ΗΠΑ μπορούν να τους διαθέσουν» και «η τακτική tit for tat της Τεχεράνης σε κάθε κύμα επίθεσης του Ισραήλ θα αναγκάσει κάποια στιγμή το τελευταίο να σταματήσει» (SLpress, 17/06/2025). Η συμφωνημένη ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Τεχεράνη ανταλλαγή one-off χτυπημάτων επέτρεψε στον Τραμπ να εμφανιστεί “νικητής” και “ειρηνοποιός” αλλά η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.
Φέτος η αποτυχία CIA & Μοσάντ να μετατραπούν προβοκατόρικα οι λαϊκές κινητοποιήσεις (που πυροδοτήθηκαν από μια οικονομική κατάσταση που εν μέρει οφείλεται στις χρόνιες κυρώσεις και σε εξωτερική χειραγώγηση του ριάλ) σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση του καθεστώτος με τον λαό, ματαίωσε την “ευκαιρία” που παρουσιαζόταν για μια στρατιωτική επίθεση με πρόσχημα τη στήριξη των κινητοποιήσεων (sic). Σε δεύτερη φάση η Ουάσιγκτον προσανατολίστηκε για ένα ακόμη one-off χτύπημα, λίγο μεγαλύτερο από πέρσι. Αλλά αυτή τη φορά η προειδοποίηση της Τεχεράνης ότι ακόμη και σε ένα μικρό χτύπημα θα απαντήσει με μαζική στρατιωτική αντίδραση εναντίον του Ισραήλ και αμερικανικών δυνάμεων, έκανε ανεφάρμοστο το “χτυπάμε και φεύγουμε”.
Η επίθεση που ετοιμάζεται τώρα, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα είναι η πρώτη τέτοιας κλίμακας από την εποχή Μπους. Η διαφορά με την εποχή Μπους, που δεν φημιζόταν για την πολιτική του στρατηγική, είναι ότι το παιχνίδι πολιτικά είναι ήδη χαμένο, εφόσον δεν καταρρεύσει το Ιράν.
Έχει δική της πολιτική η Ουάσιγκτον;
Η απόφαση Ομπάμα να κλείσει τη συμφωνία JCPOA το 2015 ήταν επιλογή προσέγγισης με την Τεχεράνη μετά από δεκαετίες εχθρότητας, επιλογή σε σύγκρουση με τις επιθυμίες του Τελ Αβίβ. Το Ιράν θα τελούσε υπό ελέγχους και περιορισμούς στα πυρηνικά του που καμιά άλλη χώρα δεν τελούσε, και σε αντάλλαγμα ξεκινούσε σταδιακή άρση των κυρώσεων.
Η επίκληση του εμπλουτισμού ουρανίου από Τραμπ και Νετανιάχου που διαφωνούσαν με τη συμφωνία, ήταν προσχηματική. Αν υπήρχε ένας τρόπος να εξασφαλιστεί ότι η Τεχεράνη δεν θα προχωρούσε σε πυρηνικό όπλο, ήταν αυτός. Ήταν με την μονομερή ακύρωση της JCPOA, που το Ιράν έφτασε να εμπλουτίζει σε ποσοστό 60%. Η πραγματική αιτία εναντίωσης του Ισραήλ ήταν ότι η συμφωνία έδινε τη δυνατότητα το Ιράν να ανασάνει από τις κυρώσεις, να διαμορφώνει περιφερειακή πολιτική, ενώ δεν προβλεπόταν περιορισμός στο βαλλιστικό οπλοστάσιο.
Η ακύρωση της συμφωνίας από την πρώτη θητεία Τραμπ μετά από απαίτηση του Ισραήλ και όσα εξελίσσονται στη δεύτερη θητεία είναι επιλογή επανόδου σε μια εχθρότητα που είναι αδιέξοδη για τις ΗΠΑ. Για αυτό άλλωστε είχε προχωρήσει ο Ομπάμα στην JCPOA. Το Ισραήλ ευνοείται από ένα Ιράν σε μόνιμη οικονομική και πολιτική εξωτερική καταστολή με βέλτιστο σενάριο τη διάλυσή του. Στο βαθμό που δεν διαλύεται αυτή η ίδια πολιτική δεν είναι η βέλτιστη για τις ΗΠΑ που για άλλους λόγους (εβραϊκό λόμπι κλπ) την ακολουθεί. Γιατί στρέφει το ταλαιπωρημένο εξωτερικά και εσωτερικά, αλλά ανεξάρτητο Ιράν, όλο και περισσότερο προς τον “Άξονα του Κακού” που είναι το κύριο πρόβλημα της Ουάσινγκτον αλλά όχι του Ισραήλ.
Η αποτυχία της περσινής επιδρομής έδειξε τα όρια αυτής της πολιτικής. Η τωρινή αναφορά Αμερικανών αξιωματούχων στη “διασφάλιση ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο” που ήταν και το επιδιωκόμενο της JCPOA, ενώ πέρυσι μαξιμαλιστικός στόχος ήταν ο “μηδενικός εμπλουτισμούς ουρανίου”, επιβεβαιώνει την αποτυχία και αναδίπλωση παρά την ρητορική για εξαναγκασμό της Τεχεράνης στις επιθυμίες της Ουάσινγκτον υπό την απειλή νέας επίθεσης. Το ίδιο το Ισραήλ περισσότερο απ’ ό,τι για τα πυρηνικά ενδιαφέρεται για τον περιορισμό των συμβατικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης. Πρόκειται βέβαια για το μόνο που δεν υπάρχει η ελάχιστη πιθανότητα να αποδεχόταν οποιοσδήποτε βρισκόταν στην ηγεσία του Ιράν σε συνθήκες τέτοιας συνεχούς απειλής.
Πολλοί συγχέουν το συντριπτικό πλήγμα που υπέστη από το 2024 ο “Άξονας της Αντίστασης” με τη θέση που βρίσκεται διαπραγματευτικά το Ιράν συγκριτικά με το 2015. Στρατιωτικά διαθέτει μεγαλύτερες δυνατότητες και η περσινή σύγκρουση, παρά τα πλήγματα στη στρατιωτική ηγεσία και το διάτρητο σε ξένες υπηρεσίες που φανερώθηκε, του έχει δώσει μια αυτοπεποίθηση και γνώση που δεν είχε. Στα πυρηνικά εκτός της τεχνογνωσίας που έχει σωρεύσει, διαθέτει το διαπραγματευτικό χαρτί απεμπλουτισμού των 400 κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου 60% που μπορεί να “δώσει”, κάτι που επίσης δεν είχε το 2015.
Τέλος, με βάση την πικρή εμπειρία από την ακύρωση της προηγούμενης συμφωνίας και επαναφορά των κυρώσεων, καθώς και το ρόλο ανθρώπων της ΙΑΕΑ που διενεργούν τους ελέγχους στην υπόδειξη στόχων σε εχθρικές δυνάμεις, δεν έχει νόημα να δεχθεί τίποτα λιγότερο έναντι οιασδήποτε συμφωνίας από την ταχεία άρση κυρώσεων. Δεν πρόκειται για σκληράδα αλλά για απλή λογική. Διαφορετικά, γιατί να αποδεχτεί μια συμφωνία; Για να αποφύγει μια στρατιωτική επίθεση τώρα, που μπορεί έτσι και αλλιώς να πραγματοποιηθεί στο άμεσο μέλλον;
Σοβαρό έλλειμα αντίληψης…
Μεταξύ άλλων από ανώνυμες και επώνυμες αμερικανικές πηγές, έχουν λεχθεί δυο πράγματα. Πρώτον, ότι η Ουάσιγκτον επιχείρησε και πάλι ένα συμφωνημένο θεατρικό χτύπημα, που αρνήθηκε αυτή τη φορά η Τεχεράνη, και δεύτερον, ότι πρότεινε ως αντάλλαγμα μιας συμφωνίας, όχι την άρση κυρώσεων, αλλά ότι δεν θα επιβληθούν επιπλέον κυρώσεις!
Το ένα δέκατο από αυτά αν ισχύει, επιβεβαιώνει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι στην τρέχουσα αμερικανική ηγεσία υπάρχει σοβαρό έλλειμμα αντίληψης (όπως και στην περίπτωση του Oυκρανικού) θεωρώντας ότι το Ιράν θα ακολουθήσει αν όχι το παράδειγμα της Βενεζουέλας κάτι αντίστοιχο, και δεύτερον, ότι αρχική πρόθεση Τραμπ ήταν το πολύ μια σύντομη-θεατρική στρατιωτική εμπλοκή.
Συνεπώς, αυτό που ετοιμάζεται τώρα δεν ήταν εξ’ αρχής σχεδιασμένο. Επιβεβαιώνεται και από αυτή την άποψη ο απολύτως τυχοδιωκτικός χαρακτήρας της ενδεχόμενης πολεμικής εκστρατείας, που επιπλέον δεν διαθέτει λογικό πολιτικό στόχο αλλά υπηρετεί περισσότερο μια αδιέξοδη φαντασμαγορία, τυχοδιωκτισμός που κινδυνεύει όμως να αποβεί μοιραίος. Όπως επίσης κινδυνεύει να καταφύγει σε χρήση πυρηνικών από το Ισραήλ, αν τα πράγματα εξελιχθούν πολύ άσχημα.
Η αντίφαση Τραμπ
Η βασική αντίφαση της πολιτικής Τραμπ μπορεί να αποδοθεί ως εξής. Ενώ η αδυναμία των ΗΠΑ να επιβληθούν, συγκρουστούν, ελέγξουν ή συνεννοηθούν με τους βασικούς αντιπάλους τους θα έπρεπε λογικά να οδηγεί σε μια συντεταγμένη αναδίπλωση, αδυναμία που επιβεβαιώθηκε οδυνηρά και επί Τραμπ (βλ. πχ δασμολογικό πόλεμο με Κίνα), ο Τραμπ στράφηκε σε μια φυγή προς τα μπρος, ασκώντας μια άκρως επιθετική πολιτική σε ενδιάμεσους κρίκους του διεθνούς συστήματος, ώστε εμμέσως να πληγούν οι αντίπαλοι που αδυνατεί να αντιμετωπίσει ευθέως. Και από την άλλη εφαρμόζει κατά περίπτωση μια πολιτική πυγμής και προς φίλιες στη Δύση δυνάμεις. Και τα δυο αυτά όχι μόνο δεν συνιστούν αναδίπλωση αλλά μεσοπρόθεσμα γεννούν μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που επιλύουν και μεγαλύτερη αδυναμία επιβολής διεθνών ρυθμίσεων και αρχιτεκτονικών παρά το καουμποϊλίκι.
Το ερώτημα είχε τεθεί από την πρώτη του θητεία. Αν “η απόπειρα ανακοπής της υποβάθμισης επιτύχει την επιτάχυνση, παρά την ανακοπή της” (Η στρατηγική αμηχανία της υπερδύναμης, “Εφ.Συν.” 21/6/2017). Μετά από ένα χρόνο στη δεύτερη θητεία Τραμπ η απάντηση γίνεται όλο και πιο ορατή σε αντίθεση με την εικονική πραγματικότητα που ο ίδιος σκηνοθετεί.
Επιθετική ανασυγκρότηση μετά τις ήττες στο Βιετνάμ και αλλού είχε επιχειρήσει και ο Ρίγκαν, τον οποίο μάλιστα λέγεται ότι έχει ως πολιτικό ίνδαλμα ο Τραμπ (αν και ο Ρίγκαν ήταν εναντίον των υψηλών δασμών). Του Ρίγκαν “του βγήκε”, έστω γιατί στο μεταξύ κατέρρεε η Σοβιετική Ένωση και το Ανατολικό Μπλοκ. Αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν μια συντεταγμένη πορεία, με φυγή προς τα μπρος στο νεοφιλελευθερισμό κλπ. Στην περίπτωση Τραμπ το “επιθετική” είναι προφανές, το “ανασυγκρότηση” και το “συντεταγμένη” αποδεικνύονται με το χρόνο όλο και πιο δυσδιάκριτα.





