Γιατί οι ΗΠΑ δεν εμπιστεύονται την αντιπολίτευση στην Βενεζουέλα
04/01/2026
Μια επιχείρηση που θυμίζει τις δεκαετίες του ’60-’80, με παρασκηνιακές συμφωνίες και δημόσιο θέαμα ισχύος, αφήνει τους Βενεζουελάνους να πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα.
Η διαπόμπευση της ανθρώπινης υπόστασης σε παγκόσμια θέα είναι ίσως η λιγότερο κρίσιμη πτυχή του όλου ζητήματος· ωστόσο, το να καλύπτεις τα μάτια και τα αυτιά ενός κρατουμένου, στερώντας του τις αισθήσεις, μπορεί να συνιστά έγκλημα πολέμου, μια πρακτική που οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν εφαρμόσει κατ’ επανάληψη στο παρελθόν. Η φωτογράφιση κρατουμένου με σκοπό τον εξευτελισμό του ή την ικανοποίηση της δημόσιας περιέργειας, συνιστά παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και, υπό συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης, των Συμβάσεων της Γενεύης.
Η αυθαίρετη απαγωγή ενός ξένου αρχηγού κράτους, χωρίς νομική βάση, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς συνεκτική εξήγηση, πραγματοποιήθηκε λίγες ημέρες αφότου ο Ντόναλντ Τραμπ είχε απονείμει προεδρική χάρη στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας για παρόμοιες πράξεις. Παρακολουθώντας την επιχείρηση σε ζωντανή μετάδοση από το Μαρ-α-Λάγκο, τη χαρακτήρισε “ιδιοφυή”, δήλωσε ότι έμοιαζε με τηλεοπτική εκπομπή και στη συνέχεια παραδέχτηκε πως δεν υπάρχει κανένα σχέδιο για την επόμενη ημέρα: «Παίρνουμε αυτή την απόφαση τώρα».
Σύμφωνα με δημοσίευμα του CBS, ο Νικολάς Μαδούρο και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στη Νέα Υόρκη, αφού απήχθησαν από το Καράκας, αναμένεται να κρατηθούν στο Metropolitan Detention Center (MDC) στο Μπρούκλιν. Πρόκειται για ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας για υποθέσεις υψηλού προφίλ, όπου στο παρελθόν έχουν κρατηθεί πρόσωπα όπως ο Χοακίν “Ελ Τσάπο” Γκουσμάν, ο Σον “Diddy” Κομπς και η Γκισλέιν Μάξγουελ.
Το θέμα δεν είναι εάν θλίβεται κανείς για τον Μαδούρο ως πρόσωπο ή όχι. Η πραγματική ανησυχία και η θλίψη πηγάζουν από την επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών σε πρακτικές που θυμίζουν τις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80, όταν ανεβοκατέβαζαν κυβερνήσεις στην Κεντρική και τη Λατινική Αμερική, οργάνωναν πραξικοπήματα και συνέβαλαν στη δολοφονία ηγετών κρατών. Όσοι εκφράζουν προσωπική θλίψη για τον Μαδούρο δεν διαφέρουν, ως προς τη διανοητική τους κοντόφθαλμη προσέγγιση, από εκείνους που πανηγυρίζουν για την απαγωγή του. Επιεικώς, και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για αδυναμία κατανόησης των ευρύτερων συνεπειών.
“Απαγωγή” φιάσκο;
Λαμβάνοντας υπόψη την ίδια την επιχείρηση, τη συνέντευξη Τύπου του Τραμπ και εκείνη της Ντέλσι Ροντρίγκες, φαίνεται αρκετά πιθανό, αν και, φυσικά, ανεπιβεβαίωτο, ότι ο Μαδούρο παραδόθηκε από το εναπομείναν κυβερνητικό κατεστημένο μέσω μιας παρασκηνιακής συμφωνίας. Πιθανότατα, οι Αμερικανοί αξιοποίησαν το μοναδικό χαρτί που διέθεταν: Tο επιχείρημα ότι μόνο αυτοί μπορούν να διασφαλίσουν τη σταθερότητα.
Η εναλλακτική; Μια πλήρης αλλαγή καθεστώτος με την αντιπολίτευση εγκατεστημένη στην εξουσία θα οδηγούσε σε χάος και αιματοχυσία, την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα καλούνταν στη συνέχεια να διαχειριστούν με στρατεύματα επί του εδάφους. Σε αντάλλαγμα, προσέφεραν στον Τραμπ δύο πράγματα: Πετρέλαιο (έναντι μετρητών) και τον Μαδούρο (για το θέαμα). Παράλληλα, δευτερεύοντες παίκτες αποκόμισαν και αυτοί τα οφέλη τους: ο Χέγκσεθ τη “μάτσο” στιγμή του και ο Ρούμπιο την ευκαιρία να σφίξει ακόμη περισσότερο τον κλοιό γύρω από την Κούβα.
Πέρα όμως από τις επιδείξεις ισχύος, η εναπομείνασα κυβέρνηση της Βενεζουέλας καλείται πλέον να εκτελεί τις επιταγές του Τραμπ με την “Δαμόκλειο σπάθη” να αιωρείται πάνω από το κεφάλι της. Όχι ότι αυτό τους προβληματίζει ιδιαίτερα: Η ιδεολογία έχει προ πολλού εκλείψει. Βεβαίως, στην πολιτική όλα μπορούν να αλλάξουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Και, όπως πάντα, εκείνοι που θα επωμιστούν το βαρύτερο τίμημα είναι οι Βενεζουελάνοι, εντός και εκτός της χώρας. Για αυτούς, η τραγωδία συνεχίζεται…
Ο ρόλος της Αντιπροέδρου
Η Ντέλσι Ροντρίγκες και ο πυρήνας της ηγεσίας του καθεστώτος διαπραγματεύονται, λοιπόν, αυτή τη στιγμή με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν πρόκειται για ξαφνική στροφή – είναι αποτέλεσμα συμπεράσματος που διαμορφώθηκε στην Ουάσινγκτον μέσα σε μήνες: Oι ΗΠΑ δεν θεωρούν ότι η Μαρία Κορίνα Ματσάδο και η αντιπολίτευση διαθέτουν την επιχειρησιακή ικανότητα να αναλάβουν την εξουσία στη Βενεζουέλα, καθώς δεν ελέγχουν, ούτε έχουν καταφέρει ουσιαστικά να διχάσουν τον στρατό, δηλαδή να προκαλέσουν ρήξη ή αποστασίες στις τάξεις του, ώστε να μην υπάρχει ενιαία στρατιωτική υποστήριξη προς το καθεστώς. Αν το είχαν καταφέρει, η εξουσία θα είχε αλλάξει αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024 – κάτι που δεν συνέβη.
Για μεγάλο διάστημα, αξιωματούχοι των ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων και ο Μάρκο Ρούμπιο, βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία με τη Ματσάδο και την ομάδα της. Τους ζητήθηκε επανειλημμένα να προσκομίσουν στοιχεία ενός συγκεκριμένου σχεδίου· όχι απλώς για να κερδίσουν συμβολικά την εξουσία, αλλά για να τη διατηρήσουν στην πράξη: Αλυσίδα διοίκησης, ευθυγράμμιση του στρατού, έλεγχος θεσμών, διακυβέρνηση για την επόμενη μέρα. Οι απαντήσεις ήταν σταθερά ασαφείς, δικαιολογούμενες από λόγους ασφαλείας, αλλά ποτέ δεν τεκμηριώθηκαν. Από την οπτική των ΗΠΑ, η αντιπολίτευση σταμάτησε να φαίνεται ως βιώσιμος μηχανισμός μετάβασης και άρχισε να μοιάζει με πολιτικό στοίχημα, χωρίς εκτελεστικό βραχίονα.
Το σχέδιο που εξετάζεται τώρα προβλέπει η Ροντρίγκες να σταθεροποιήσει τη χώρα με τη στήριξη των ΗΠΑ και στη συνέχεια να προκηρύξει γενικές εκλογές. Αυτό δεν παρουσιάζεται ως έγκριση του καθεστώτος, αλλά ως στρατηγική συγκράτησης και μετάβασης. Η Ουάσινγκτον ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται για εταιρική σχέση ισοδύναμων· οι ΗΠΑ διευθύνουν τη διαδικασία, οι γραμμές διαχείρισης περνούν μέσω του Ρούμπιο, και η επιρροή είναι πλήρως ασύμμετρη. Η Ροντρίγκες λειτουργεί ως όργανο, όχι ως κεντρικό βάρος.
Οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ εκτιμούν επίσης ότι η σκληρή δημόσια ρητορική της Ροντρίγκες, απευθύνεται κυρίως στην εσωτερική βάση των τσαβίστας και όχι στο διεθνές κοινό· θεωρείται δηλαδή εσωτερικό πολιτικό σήμα. Παρ’ όλα αυτά, οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζονται…





