Η ανάδυση του γερμανικού ηγεμονισμού

Σταύρος Λυγερός


+100%-

του Σταύρου Λυγερού  – 

Οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό της νέας τρικομματικής γερμανικής κυβέρνησης αρχίζει και όλα δείχνουν πως θα είναι μαραθώνιος. Οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των υποψηφίων εταίρων είναι πολλές και συχνά βαθιές. Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες αυτοπροβάλλονται σαν κεντρώοι και (νεο)φιλελεύθεροι ευρωπαϊστές, επικαλούμενοι το παρελθόν τους. Στην πραγματικότητα, όμως, το κόμμα αυτό μικρή σχέση έχει με το ομώνυμο κόμμα της εποχής του Γκένσερ ή και του Βεστερβέλε.

Η νέα ηγεσία και η νέα γενιά στελεχών που την πλαισιώνει έχουν υιοθετήσει ως άξονα της πολιτικής τους τον οικονομικό εθνικισμό και εν πολλοίς την σκληρή γραμμή στο μεταναστευτικό. Ανεξάρτητα από τη ρητορική τους, οι θέσεις τους τούς καθιστούν στην πράξη αντιευρωπαϊστές. Με άλλα λόγια, έχουν καθοριστικής σημασίας κοινούς παρονομαστές με την αντιευρωπαϊκή ξενοφοβική και εν πολλοίς ακροδεξιά “Εναλλακτική για την Γερμανία”, έστω κι αν αυτό δεν είναι εμφανές εκ πρώτης όψεως, λόγω της διαφορετικής προέλευσης και της διαφορετικής ρητορικής.

Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι οι κοινοί αυτοί παρονομαστές (οικονομικός εθνικισμός και σκληρές θέσεις για το μεταναστευτικό) είναι και η κύρια αιτία που και τα δύο αυτά κόμματα υπερδιπλασίασαν το εκλογικό ποσοστό τους και εισήλθαν θριαμβευτικά στη Βουλή. Η εκλογική επιτυχία τους αντανακλά την ιδεολογική μετάλλαξη που συντελείται στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας κι όχι κάποιο επιδερμικό συγκυριακό πολιτικό ρεύμα.

Αυτός είναι ο λόγος που το εκλογικό αποτέλεσμα δεν πρόκειται να έχει συνέπειες μόνο στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής αριθμητικής και του παζαριού για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Το μήνυμα έχει ληφθεί και αναμένεται οι Χριστιανοδημοκράτες να μετατοπισθούν πολιτικά για να προσαρμοσθούν και να σταματήσουν την εκλογική διαρροή. Οι σύμμαχοί τους Χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας έχουν ήδη εκδηλώσει δημοσίως τη σχετική πρόθεσή τους. Το δόγμα του ιστορικού ηγέτης τους Στράους, άλλωστε, ήταν ότι δεν πρέπει να υπάρχει κόμμα δεξιότερα των Χριστιανοκοινωνιστών.

Δύο αρνητικά και ένα θετικό

Αυτό είναι το πλαίσιο, εντός του οποίου η Μέρκελ θα επιδιώξει να σχηματίσει κυβέρνηση. Το σχήμα αυτό έχει δύο αρνητικά και ένα θετικό για την καγκελάριο. Το πρώτο αρνητικό είναι η δυσκολία επίτευξης των αναγκαίων συμβιβασμών, ώστε να καταστεί δυνατός ο σχηματισμός τέτοιας κυβέρνησης.

Οι θέσεις των Πρασίνων είναι συχνά στον αντίποδα των αντίστοιχων θέσεων των Ελευθέρων Δημοκρατών, αλλά και των Χριστιανοκοινωνιστών. Οι δυσκολίες δεν θα σταματήσουν με τον σχηματισμό της κυβέρνησης. Ο τρόπος που θα εφαρμόζεται το συμφωνημένο κυβερνητικό πρόγραμμα (εάν προκύψει τέτοιο) θα αποτελεί συχνά αιτία τριβών. Από την άλλη πλευρά, το σχήμα αυτό βολεύει την καγκελάριο. Το κόμμα της θα είναι ο κορμός της κυβέρνησης και έχοντας πολιτικά εκατέρωθεν τους δύο μικρότερους εταίρους θα μπορεί να χρησιμοποιεί τον έναν για να εξισορροπεί τις πιέσεις του άλλου.

Η γερμανική πολιτική παράδοση δεν επιτρέπει στην Μέρκελ να στήσει εύκολα και πάλι κάλπες, ακόμα και εάν εκτιμούσε ότι μία τέτοια κίνηση θα την ενίσχυε εκλογικά και πολιτικά. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν οι δύο μικροί δυνητικοί εταίροι της εμμείνουν σε υπερβολικές απαιτήσεις και η διαπραγμάτευση τραβήξει πολύ, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να τους απειλήσει με νέες εκλογές. Θα μπορεί να προβάλει ως επιχείρημα στους ψηφοφόρους αφενός την αδιαλλαξία τους, αφετέρου τον κίνδυνο ακυβερνησίας.

Προς το παρόν απέχουμε πολύ από ένα τέτοιο ενδεχόμενο και η γερμανική πολιτική παράδοση δείχνει πως τελικώς προκύπτει ο αναγκαίος συμβιβασμός. Παρόλα αυτά, θα ήταν λάθος να αποκλεισθεί το μειοψηφικό σενάριο των δεύτερων εκλογών. Το κρίσιμο ερώτημα, πάντως, δεν είναι αυτό, αλλά το πολιτικό στίγμα της νέας γερμανικής κυβέρνησης.

Η μετάλλαξη και το ποιοτικό άλμα

Όσοι θεωρούν πως λόγω της Μέρκελ θα υπάρξει μία πολιτική συνέχεια με μικροαλλαγές, δεν αντιλαμβάνονται την μετάλλαξη που συντελείται τα τελευταία πολλά χρόνια στη Γερμανία. Σ’ αυτή την πορεία, το εκλογικό αποτέλεσμα σηματοδοτεί ένα ποιοτικό άλμα και ο σχηματισμός της τριμερούς κυβέρνησης αναμένεται να το υλοποιήσει.

Η μεταπολεμική Γερμανία αποτελεί παρελθόν. Η ενοποίηση ήταν η αφετηρία για τη μετάβαση από την Γερμανία, που ντρεπόταν για τα ναζιστικά εγκλήματα και έθετε όρια στον εαυτό της στον σημερινό κλιμακούμενο ηγεμονισμό. Η μετάβαση αυτή έγινε σταδιακά και διακριτικά για να μην αναζωπυρώσει μνήμες και προκαλέσει αντιδράσεις. Αυτή είναι η περίοδος των κυβερνήσεων Κολ και Σρέντερ.

Επί των κυβερνήσεων Μέρκελ η Γερμανία εκδηλώνει πλέον ανοικτά τον ηγεμονισμό της, αλλά και πάλι κατά τρόπο που να τηρεί στοιχειωδώς τα προσχήματα. Έχουμε, όμως, φύγει πλέον από την περίοδο της “ευρωπαϊκής Γερμανίας” και έχουμε για τα καλά εισέλθει στην περίοδο της “γερμανικής Ευρώπης”.

Αυτό αφορά συνολικά την επιβίωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και έχει καταστεί σαφές από τη μία μέχρι την άλλη άκρη της Γηραιάς Ηπείρου. Στον ευρωπαϊκό Νότο πνέει αντιγερμανικός άνεμος. Στην ανατολική Ευρώπη πνέει άνεμος εναντίον των Βρυξελλών και εθνικής περιχαράκωσης. Αλλά και στην ίδια τη Γαλλία γίνονται δεύτερες σκέψεις για την προσκόλληση στο άρμα του Βερολίνου.

Το όραμα του Μακρόν

Η πρωτοβουλία του προέδρου Μακρόν να εκθέσει επισήμως το όραμά του για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική αντανακλά τις ανησυχίες που έχουν εκδηλωθεί στις άρχουσες γαλλικές ελίτ για τη ροπή του Βερολίνου. Παραδοσιακά, λόγω της επιρροής του γκωλισμού, το Παρίσι ήταν ο σημαιοφόρος της πρωτοκαθεδρίας του εθνικού κράτους και κατ’ επέκτασιν έθετε όρια στο ενοποιητικό εγχείρημα, απορρίπτοντας το ομοσπονδιακό μοντέλο.

Σήμερα, ο Μακρόν επιχειρεί μία υπέρβαση. Προτείνει μία σειρά αλλαγών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική που ουσιαστικά έχουν ομοσπονδιακό χαρακτήρα. Μπορεί την κοινή άμυνα να την επιθυμεί και το Βερολίνο, αλλά οι προτάσεις του Γάλλου προέδρου για αλλαγές στην Ευρωζώνη (κοινός προϋπολογισμός, ορισμός υπουργού Οικονομικών κ.α.) είναι αντίθετες με τις πάγιες γερμανικές θέσεις.

Η καγκελάριος αντέδρασε με τη γνωστή τακτική της. Κατά κανόνα αποφεύγει να απορρίπτει κατηγορηματικά γαλλικές πρωτοβουλίες και ως εκ τούτου να συγκρούεται με το Παρίσι. Προτιμάει να δίνει τη μάχη επί του συγκεκριμένου, όπου φροντίζει να απονευρώνει ό,τι δεν είναι συμβατό με τα γερμανικά συμφέροντα. Αυτό έπραξε και τώρα. Καλωσόρισε την ομιλία Μακρόν, συμφώνησε γενικόλογα ότι η ΕΕ πρέπει να εξελίσσεται, αλλά μέχρι εκεί.

Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν είναι εάν θα ορισθεί υπουργός Οικονομικών της Ευρωζώνης, αλλά ποιες αρμοδιότητες θα έχει. Εάν βαπτισθεί υπουργός Οικονομικών ο πρόεδρος του Eurogroup με κάποιες δευτερεύουσας σημασίας αρμοδιότητες, το Βερολίνο δεν έχει κανένα λόγο να αρνηθεί. Το ίδιο εάν ο κοινός προϋπολογισμός είναι κάτι περιορισμένο, το οποίο δεν θα αλλάξει ουσιαστικά το σημερινό μοντέλο.

Σε αντίθεση με την τακτική της Μέρκελ, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες απέρριψαν κατηγορηματικά τη θέση του Μακρόν για κοινό προϋπολογισμό της Ευρωζώνης, επειδή ακριβώς την πήραν τοις μετρητοίς. Έσπευσαν, μάλιστα, να δηλώσουν πως η απόρριψη είναι όρος για να συμμετάσχουν στη συζητούμενη μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας.

Ο μεγάλος κερδισμένος

Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες αποκλείουν την καθ’ οιοδήποτε τρόπο μεταφορά πόρων από τη Γερμανία στην Ευρωζώνη, όπως, άλλωστε, και συνολικά το γερμανικό πολιτικό σύστημα. Απλώς, αυτοί το κάνουν με ωμό και ακραίο τρόπο. Γι’ αυτό είναι υπέρ του Grexit και αποκλείουν την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Με άλλα λόγια, υποστηρίζουν φωναχτά και χωρίς “ναι μεν αλλά” τη στρατηγική Σόιμπλε, η οποία, βεβαίως, αντανακλά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα γερμανικά συμφέροντα κύκλοι των αρχουσών ελίτ.

Η Μέρκελ είναι με το ένα πόδι σ’ αυτή τη γραμμή, αλλά με το άλλο προσπαθεί με τακτικισμούς να τηρήσει ισορροπίες για να περνάει την πολιτική της στην ΕΕ χωρίς αντιδράσεις. Και η καγκελάριος θέλει μία Ευρώπη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των γερμανικών συμφερόντων, αλλά φροντίζει να τηρεί τα προσχήματα για να αμβλύνει αντιδράσεις.

Από την πλευρά της, η “Εναλλακτική για τη Γερμανία” υπηρετεί τον γερμανικό οικονομικό εθνικισμό κατά τρόπο ακόμα πιο ακραίο και από τους Ελεύθερους Δημοκράτες. Θεωρεί πως η Γερμανία ό,τι είχε να πάρει από το ευρώ το έχει πάρει. Ως εκ τούτου πρέπει να το εγκαταλείψει, επειδή εφεξής θα υποχρεώνεται να πληρώνει.

Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για ιδεοληπτική θέση. Η Γερμανία συμβάλει στον κοινοτικό προϋπολογισμό με περίπου 20 δισ ευρώ ετησίως (αντιστοίχως η Γαλλία συμβάλει με περίπου οκτώ δισ). Από την άλλη πλευρά, όμως, αποκομίζει πολλαπλάσια οφέλη και εμπορικά και χρηματοπιστωτικά.

Η Γερμανία τοποθετεί εντός της ΕΕ το 25% του ΑΕΠ της (η Γαλλία μόλις το 12,8%) και αντλεί από την ΕΕ το 50% του εξωτερικού εμπορικού πλεονάσματός της. Επίσης, λόγω της ανασφάλειας, υπάρχει μεγάλη ροή κεφαλαίων στη Γερμανία, γεγονός που έχει μηδενίσει το κόστος του χρήματος για το γερμανικό δημόσιο και όχι μόνο. Με άλλα λόγια, έχει αποδειχθεί αναμφισβήτητα το ποιος είναι ο μεγάλος κερδισμένος από το κοινό νόμισμα. Και γι’ αυτό η Μέρκελ δεν πρόκειται να τραβήξει το σκοινί μέχρι να σπάσει.

bookmark icon