Η επόμενη ημέρα στη Συρία και το δύσκολο στοίχημα της ενότητας
31/01/2026
Μετά την υπογραφή μιας συνολικής συμφωνίας ενσωμάτωσης μεταξύ Δαμασκού και SDF, η σταθεροποίηση της περιοχής εξαρτάται από το αν η χώρα μπορεί να ενοποιηθεί, χωρίς γενικευμένη καταστολή. Μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, η Συρία έχει μετατραπεί σε βασικό σημείο αναφοράς, στη διεθνή προσπάθεια σταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής. Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει πλέον να επικεντρωθεί στη στήριξη της πρακτικής ενοποίησης του συριακού κράτους.
Για να το επιτύχει αυτό η Συρία και να αποφύγει την επιστροφή στον εμφύλιο πόλεμο, οφείλει να απλώσει χείρα συνεργασίας προς τις διάφορες εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες της χώρας και να αποφύγει τη βίαιη κρατική καταστολή. Παράλληλα, πρέπει να θεσπίσει μορφές τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων πολιτιστικών και πολιτικών δικαιωμάτων, της εκλογής αξιωματούχων και του δημοκρατικού ελέγχου της αστυνόμευσης και των δημόσιων οικονομικών.
Αν και ένας τέτοιος οδικός χάρτης είναι ασυνήθιστος για τη Μέση Ανατολή, κατοχυρώνεται στο ιρακινό Σύνταγμα και έχει λειτουργήσει στην πράξη – σε σημαντικό βαθμό – από το 2006 σε μη κουρδικές περιοχές (η Περιφερειακή Κυβέρνηση του Κουρδιστάν στο βόρειο Ιράκ λειτουργεί βάσει διαφορετικών διατάξεων του ίδιου Συντάγματος και δεν αποτελεί πραγματικά εφαρμόσιμο μοντέλο για τη Συρία). Εδώ μπορεί να διαδραματίσει ρόλο η διεθνής κοινότητα. Αν οι ΗΠΑ καταφέρουν να φέρουν κοντά βασικά περιφερειακά και διεθνή κράτη –συνδέοντας την οικονομική βοήθεια και τη διπλωματική στήριξη προς τη Δαμασκό, με ζητήματα τοπικής διακυβέρνησης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων – η Δαμασκός είναι πιθανό να συνεργαστεί.
Αντίθετα, η αποτυχία πλήρους και συναινετικής ενσωμάτωσης των μειονοτήτων στη “νέα Συρία” θα ανοίξει τον δρόμο για αναζωπύρωση της σύγκρουσης, την οποία θα εκμεταλλευτούν εξωτερικοί παράγοντες, όπως το Ιράν και η Ρωσία, αλλά και το Ισλαμικό Κράτος (ISIS). Αυτό δεν είναι το μέλλον για το οποίο οι Σύροι πολίτες αγωνίστηκαν και υπέφεραν επί τόσα χρόνια…
Το κουρδικό ζήτημα
Το πιο επείγον εσωτερικό ζήτημα για τη Συρία και τη διεθνή κοινότητα είναι το κουρδικό. Οι πρόσφατες συγκρούσεις μεταξύ του συριακού στρατού και των SDF (Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, υπό κουρδική ηγεσία) στο Χαλέπι και στις γύρω αγροτικές περιοχές αντανακλούν το αδιέξοδο στην εφαρμογή της συμφωνίας της 10ης Μαρτίου, μεταξύ του προέδρου Άχμεντ αλ-Σαράα και του διοικητή των SDF, Μαζλούμ Άμπντι.
Πολλά από τα βασικά “χαρτιά” των SDF, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου των περισσότερων πετρελαϊκών κοιτασμάτων της χώρας, έχουν πλέον επιστρέψει στον έλεγχο της Δαμασκού. Ωστόσο, η επαρχία αλ-Χασάκα που ο περισσότερος πληθυσμός της είναι Κούρδοι, με λειτουργική τοπική διοίκηση και τις εναπομείναντες δυνάμεις των SDF, παραμένει άθικτη. Μια εκεχειρία μεταξύ SDF και Δαμασκού, που τέθηκε σε ισχύ στις 18 Ιανουαρίου, παρατάθηκε αρχικά για δύο εβδομάδες, αλλά στη συνέχεια ακολούθησε η ανακοίνωση μιας συνολικής συμφωνίας ενσωμάτωσης.
Ανακοινώθηκε στις 30 Ιανουαρίου και προβλέπει τη σταδιακή ενσωμάτωση των Κούρδων μαχητών και της διοίκησής τους στο κεντρικό κράτος. Η συμφωνία ορίζει ότι κυβερνητικές δυνάμεις θα εισέλθουν στην αλ-Χασάκα και στο Καμισλί στη βορειοανατολική Συρία, ενώ θα σχηματιστούν τρεις ταξιαρχίες του συριακού στρατού από τις τάξεις των SDF. Η συμφωνία περιλαμβάνει επίσης «αστικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα για τον κουρδικό λαό και εγγυήσεις για την επιστροφή των εκτοπισμένων στις περιοχές τους», σύμφωνα με ανακοίνωση των SDF.
«Στόχος της συμφωνίας είναι η ενοποίηση των συριακών εδαφών και η επίτευξη πλήρους διαδικασίας ενσωμάτωσης στην περιοχή, μέσω της ενίσχυσης της συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών και του συντονισμού των προσπαθειών για την ανοικοδόμηση της χώρας», προστίθεται.
Ρήγμα Τουρκίας-Ισραήλ
Το κουρδικό ζήτημα έχει αναδείξει ένα ρήγμα μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ. Η Άγκυρα έχει ενημερώσει την Ουάσιγκτον ότι στηρίζει ένα συγκεντρωτικό συριακό κράτος και απορρίπτει τη δημιουργία κουρδικού καντονιού στη βορειοανατολική Συρία, θεωρώντας τις πρόσφατες εξελίξεις ως ένα μείζον στρατηγικό κέρδος, μετά από χρόνια αντίθεσης στη συνεργασία ΗΠΑ-Κούρδων, ακόμη και κατά την εκστρατεία κατά του ISIS.
Αντίθετα, η κυβέρνηση Νετανιάχου έχει διαμηνύσει στην Ουάσιγκτον ότι αντιτίθεται σε ένα συγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης στη Συρία, προκρίνοντας μια ομοσπονδιακή δομή. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φέρεται δυσαρεστημένος με την έκβαση των εξελίξεων στη βορειοανατολική Συρία και θεωρεί τον Αμερικανό Ειδικό Απεσταλμένο για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, μεροληπτικό υπέρ της Άγκυρας. Παράλληλα, το Ισραήλ επαναλαμβάνει ότι δεν αποδέχεται τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία και επιμένει στην προστασία των κοινοτήτων των Δρούζων στη νότια επικράτεια της χώρας.
Υπό όρους στήριξη, συλλογική πίεση
Οι ΗΠΑ, όπως έχει μάθει επανειλημμένα η Ουάσιγκτον, δεν μπορούν να επιβάλλουν λύσεις στις εσωτερικές δυναμικές κυρίαρχων κρατών. Όμως, τόσο οι ΗΠΑ, όσο και οι διεθνείς εταίροι τους μπορούν να λειτουργήσουν συντεταγμένα για το τι δεν είναι αποδεκτό. Αυτό ξεκινά με την κατηγορηματική απόρριψη της επανέναρξης συγκρούσεων μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και τοπικών πολιτοφυλακών, όπως οι αιματηρές συγκρούσεις που σημειώθηκαν το περασμένο καλοκαίρι στη Σουγουέιντα, επαρχία όπου κατοικούν στην πλειονότητα της Δρούζοι.
Η διεθνής κοινότητα θα μπορούσε να επιδιώξει μια σταδιακή αναπροσαρμογή της παρουσίας των δυνάμεων ασφαλείας της κεντρικής κυβέρνησης σε περιοχές μειονοτήτων, σε συνδυασμό με τη δημιουργία μηχανισμών τοπικής αστυνόμευσης, υπό ευρύτερη κρατική εποπτεία. Παράλληλα, οι κουρδικές, δρούζικες και άλλες τοπικές δυνάμεις θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία σταδιακής αποστρατιωτικοποίησης, στο πλαίσιο συμφωνημένων εγγυήσεων ασφάλειας και θεσμικού συντονισμού με τη Δαμασκό, ώστε να διασφαλίζεται τόσο η εδαφική συνοχή του κράτους, όσο και η προστασία των τοπικών κοινοτήτων.
Πέραν αυτού – ενώ η διεθνής κοινότητα μπορεί ελεύθερα να προτείνει προτάσεις για τo εσωτερικό της Συρίας – κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν θα πρέπει να επιμένει στην εφαρμογή ενός σχεδίου, που συνδέει την υποστήριξη του με τις δικές του αντιλήψεις. Η διεθνής κοινότητα οφείλει να επιμείνει σε ελάχιστα πρότυπα συμπεριφοράς, ιδίως όσον αφορά την αδικαιολόγητη χρήση βίας κατά μειονοτήτων και πολιτών. Η συμμόρφωση θα πρέπει να συνδέεται με την εξωτερική βοήθεια και να επιβάλλεται συλλογικά από όλους τους διεθνείς υποστηρικτές.
Ο ρόλος των εξωτερικών δυνάμεων
Ένας ακόμη τομέας, στον οποίο η διεθνής κοινότητα μπορεί να βοηθήσει τη Συρία, είναι η διαχείριση των σχέσεων της με τα τέσσερα κράτη, που εμπλέκονται στρατιωτικά στη χώρα: Το Ιράν, τη Ρωσία, την Τουρκία και το Ισραήλ. Σε θεωρητικό επίπεδο, το Ιράν είναι η απλούστερη περίπτωση. Η κατάρρευση του συριακού του προπυργίου αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες ήττες του στον διετή πόλεμο, που ακολούθησε την 7η Οκτωβρίου. Η αποτροπή της επιστροφής του Ιράν – στρατιωτικά, οικονομικά ή πολιτικά – αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την Δαμασκό και χώρες της περιοχής.
Δεδομένης της αντιπάθειας προς το Ιράν από την πλειονότητα των Σύρων, συμπεριλαμβανομένου του αλ-Σαράα, αυτό ακούγεται απλό. Ωστόσο, το Ιράν ήδη σηματοδοτεί την επιθυμία του να ανακτήσει το αποτύπωμά του. Για τους πολέμιους του Ιράν, η κατάρρευση της τάξης, ένα διχασμένο κράτος, ή η επιστροφή στον εμφύλιο πόλεμο θα μπορούσαν να δημιουργήσουν το κατάλληλο άνοιγμα, προσφέροντας στην Τεχεράνη τα μέσα να προκαλέσει περιφερειακό χάος.
Μεγάλο μέρος της προσοχής των ΗΠΑ και των εταίρων τους δεν θα πρέπει να εστιάζει στη Δαμασκό ή την Τεχεράνη, αλλά σε εξωτερικούς δρώντες, όπως η Ρωσία, η Τουρκία και το Ισραήλ. Παρότι ούτε το Ισραήλ, ούτε η Τουρκία, επιθυμούν την επιστροφή του Ιράν, υπερ-φιλόδοξες πολιτικές εκ μέρους τους στη Συρία θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν αποσταθεροποίηση, την οποία θα εκμεταλλευτεί η Τεχεράνη.
Ο ρόλος της Ρωσίας στη Συρία επικεντρώνεται στη διατήρηση των βάσεών της, περισσότερο για λόγους κύρους, παρά για στρατιωτικούς σκοπούς, καθώς και στην άντληση οπλικών συστημάτων και πετρελαίου. Ούτε η κυβέρνηση της Δαμασκού, ούτε η Τουρκία, ούτε το Ισραήλ, δείχνουν ιδιαίτερο ζήλο να αντιταχθούν σε αυτήν τη περιορισμένη ρωσική παρουσία. Αντιθέτως, ορισμένοι Ισραηλινοί και Τούρκοι τη βλέπουν ως ανάχωμα ή αντίβαρο έναντι του άλλου. Οι ΗΠΑ, εν τω μεταξύ, έχουν πιο επείγουσες συριακές προτεραιότητες από το να πιέσουν τη Ρωσία να αποχωρήσει. Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει, εάν η Ρωσία παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις της Συρίας, ή υποστηρίξει με οποιονδήποτε τρόπο την επιστροφή του Ιράν.
Η στιγμή της Άγκυρας
Η Τουρκία, όπως έχει δηλώσει επανειλημμένα ο Τραμπ, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην πτώση του καθεστώτος Άσαντ. Βοήθησε έτσι να μετατραπεί ο νότιος γείτονάς της από μια απειλή – PKK, SDF, Ιράν και οι πληρεξούσιοί του, ISIS, Ρωσία και το ίδιο το καθεστώς Άσαντ – σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Με τον Άσαντ εκτός εξουσίας, το Ιράν εκτός Συρίας, το PKK και τις SDF αποδυναμωμένους, το ISIS περιορισμένο και μια φιλική κυβέρνηση στη Δαμασκό, η Τουρκία μετέτρεψε τη Συρία από βάρος, σε στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η ισχυρή θέση της Άγκυρας στη Δαμασκό την καθιστά σημαντικό παράγοντα στις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν. Ανεξαρτήτως των επιμέρους θέσεων των εμπλεκόμενων πλευρών, η κουρδική ενσωμάτωση παραμένει ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα. Σε περίπτωση που η διαδικασία αυτή αποτύχει και η Δαμασκός επανέλθει σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των SDF, η Τουρκία ενδέχεται να βρεθεί στο επίκεντρο διεθνούς συζήτησης, δεδομένου του βαθμού επιρροής που της αποδίδεται επί της συριακής ηγεσίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επηρεάσει τις σχέσεις της τόσο με τους Ευρωπαίους εμπορικούς και νατοϊκούς της εταίρους – οι οποίοι αναγνωρίζουν τον ρόλο των SDF στην ήττα του ISIS – όσο και με τις ΗΠΑ.
Επιπλέον, μια ισχυρή και στρατιωτικά επιτυχημένη Τουρκία βρίσκεται πλέον δίπλα σε ένα εξίσου νικηφόρο Ισραήλ στη Συρία, με κινδύνους διάχυσης εντάσεων από άλλα διμερή μέτωπα, όπως η Γάζα. Το Ισραήλ έχει περάσει τον τελευταίο χρόνο επαναπροσδιορίζοντας τις σχέσεις του με τη Δαμασκό. Αρχικά επιφυλακτικό, υιοθέτησε γρήγορα τη χειρότερη εκτίμηση, δεδομένου του παρελθόντος του αλ-Σαράα στην αλ-Κάιντα και των δεσμών του με την αντίπαλη Τουρκία.
Έτσι, εξαπέλυσε στρατιωτική εκστρατεία, καταλαμβάνοντας εδάφη δίπλα στα Υψίπεδα του Γκολάν και βομβαρδίζοντας μεγάλο μέρος του στρατιωτικού εξοπλισμού της Συρίας. Με το ξέσπασμα συγκρούσεων μεταξύ Σύρων Δρούζων, αραβικών φυλών και κυβερνητικών δυνάμεων, το Ισραήλ πήρε γρήγορα το μέρος των Δρούζων, παρεμβαίνοντας για να προστατεύσει έναν μικρό δρούζικο θύλακα, κατά μήκος των συνόρων Γκολάν-Συρίας.
Η επιτυχία της Δαμασκού να αποτρέψει την επανάληψη αυτής της φρικτής βίας, η προθυμία της να διερευνήσει τα αίτιά της και ορισμένα θετικά αποτελέσματα από τις συνομιλίες ασφάλειας Ισραήλ-Συρίας – υπό αμερικανική διαμεσολάβηση – έχουν μετριάσει κάπως τις διμερείς σχέσεις. Η κατάρρευση των SDF έχει επίσης αφαιρέσει ένα πιθανό ισραηλινό μοχλό πίεσης προς τη Δαμασκό.
Παρ’ όλα αυτά, οι τριμερείς σχέσεις Τουρκίας-Συρίας-Ισραήλ απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Στην παρούσα κατάσταση, οι ΗΠΑ φαίνεται να είναι η μόνη εξωτερική δύναμη ικανή να αναλάβει ρόλο εξισορρόπησης μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Αυτό προϋποθέτει συνεχή και εντατική διπλωματική εμπλοκή, περιορισμένη, αλλά στοχευμένη στρατιωτική παρουσία για επίγνωση της κατάστασης επί του πεδίου, αμερικανική δέσμευση και – εφόσον κριθεί αναγκαίο –ενδιάμεσες περιπολίες με στόχο την επιτήρηση των γραμμών κατάπαυσης του πυρός.




