Η Ευρώπη φλερτάρει με την Τουρκία, αλλά αυτή θα κοιτάξει το συμφέρον της
15/07/2026
Αν και η Ευρώπη θέλει να βλέπει την Τουρκία ως σημαντικότατο σύμμαχο σε περίπτωση πολέμου με την Ρωσία, το πιθανότερο είναι ότι αν αυτός ο πόλεμος όντως ξεσπάσει, η Τουρκία θα τον εκμεταλλευθεί για τα δικά της συμφέροντα, καταλαμβάνοντας ελληνικά νησιά.
Η εκτίμηση των Ευρωπαίων ηγετών ότι η Τουρκία τους είναι χρήσιμη σε περίπτωση πολέμου με τη Ρωσία, δεν τεκμηριώνεται. Επίσης, η Ευρώπη είναι θεαματικά απούσα από πολλά διεθνή καυτά ζητήματα. Τα ευρωπαϊκά κράτη δεν συμμετείχαν και φαίνεται ότι αρχικά ούτε γνώριζαν για τον πόλεμο που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026 με καταρχήν στόχο, τότε, την αλλαγή του ισλαμικού καθεστώτος.
Όταν ο στόχος των ΗΠΑ δεν επετεύχθη, ο πρόεδρος Τραμπ ανακήρυξε στις 8 Απριλίου τον εαυτό του και την Αμερική ως νικητές, και παρά την αντίθετη γνώμη του Ισραήλ σταμάτησε τον πόλεμο, επιζητώντας μια συμφωνία με το Ιράν. Οι ΗΠΑ επιζήτησαν μια συνθήκη ειρήνης με το Ιράν με κύριο αντικείμενο το πυρηνικό οπλοστάσιο του τελευταίου. Το Ιράν βρήκε την ευκαιρία να ζητήσει ανταλλάγματα (τις κυρώσεις εναντίον του και την παύση των ενεργειών του Ισραήλ εναντίον της Χεζμπολάχ). Ταυτόχρονα επεδίωξε την επιβολή τελών διελεύσεως από τα Στενά του Ορμούζ.
Με δεδομένο ότι και τα δύο μέρη θεωρούν εαυτόν νικητή, δύσκολα μπορεί να βρεθεί πεδίο δίκαιης συμφωνίας, αρεστής στη Δύση, αν δεν συνεχιστεί ο πόλεμος.
Η απούσα Ευρώπη
Οι Ευρωπαίοι τάχθηκαν αρνητικά στον πόλεμο αυτόν, επειδή δεν ενημερώθηκαν εξαρχής, αλλά και λόγω της αρνητικής προδιάθεσής τους έναντι του προέδρου Τραμπ και του Ισραήλ. Οι Ευρωπαίοι θεωρούν ότι ο Τραμπ ακολουθεί αφελή πολιτική, την χαρακτηρίζουν ανακόλουθη και καθαρά οικονομική. Τον θεωρούν περισσότερο επιχειρηματία από ό,τι πολιτικό. Από την πλευρά του, ούτε ο Αμερικανός πρόεδρος κρύβει την αντιπάθεια του προς τους Ευρωπαίους.
Οι ηγέτες της ΕΕ δεν θέλουν να εμφανίζονται ότι συντάσσονται μαζί του, και παίρνουν αποστάσεις από τις ΗΠΑ. Ωστόσο το αποτέλεσμα είναι η απουσία της Ευρώπης από τα τεκταινόμενα στη Μέση Ανατολή. Ως προς τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας – συνθήκης (που θα αφορά δηλαδή όλη τη διεθνή κοινότητα) μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η Ευρώπη εμφανίζεται από αδιάφορη μέχρι ουδέτερη, παρόλο που οι συνέπειες της συμφωνίας αυτής, την αφορούν άμεσα.
Αυτό ίσως είναι αποτέλεσμα και της αποφυγής εμπλοκής της Ευρώπης στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, παρόλο που οι ΗΠΑ όπως έλεγε ο Τραμπ πολεμούσαν και για τα δικά της συμφέροντα: Αποφυγή απόκτησης πυρηνικής βόμβας από το Ιράν, την οποία θα εξαπέλυε στο Ισραήλ με αποτέλεσμα πυρηνικό πόλεμο. Επίσης, στόχος ήταν η ελεύθερη ναυσιπλοΐα και ει δυνατόν η αλλαγή καθεστώτος προς την κατεύθυνση ενός φιλικότερου συστήματος ως προς την προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Τα πυρηνικά
Η Τεχεράνη είχε αναστείλει τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ που στόχευαν στον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αφότου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έπληξαν πυρηνικές εγκαταστάσεις στο Ιράν τον Ιούνιο του 2025. Από τότε οι επιθεωρητές του ΔΟΑΕ δεν είχαν πρόσβαση στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν.
Γαλλία, Βρετανία και Γερμανία, η αποκαλούμενη ομάδα Ε3, μετά από συνομιλίες με τον ΥΠΕΞ του Ιράν Αραγτσί στην Ελβετία, ενεργοποίησαν τον μηχανισμό “snapback” που επιτρέπει την επιβολή κυρώσεων του ΟΗΕ στο Ιράν, με την αιτιολογία ότι η Τεχεράνη δεν τήρησε τις δεσμεύσεις της σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα. Τα κράτη Ε3 αιτιολόγησαν την κίνηση τους με την ανησυχία ότι το Ιράν διαθέτει μεγάλα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου χωρίς “πολιτική και τεχνική αιτιολόγηση” και έχει αποφύγει την παρακολούθηση από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ)
Επισήμαναν ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αποτελεί σαφή απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Επομένως, η αφωνία των κρατών Ε3 στη συμφωνία που επεξεργάζονται ΗΠΑ και Ιράν, φαίνεται σήμερα αδικαιολόγητη.
Τα Στενά και η Ευρώπη
Το ζήτημα της ελεύθερης διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ ενδιαφέρει περισσότερο την Ευρώπη, παρά τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ είναι εξαγωγική χώρα για τους υδρογονάνθρακές της και δεν προτίθεται να τους αγοράζει από τις χώρες του Κόλπου, η δε Κίνα αγοράζει κυρίως ιρανικό πετρέλαιο και βεβαίως το Ιράν δεν πρόκειται να επιβαρύνει οικονομικά το πετρέλαιο που θα εξαγάγει.
Το άρθρο 37 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει τα στενά διεθνούς ναυσιπλοΐας, ως τα στενά μεταξύ ενός τμήματος ανοικτής θάλασσας ή αποκλειστικής οικονομικής ζώνης και ενός άλλου τμήματος ανοικτής θάλασσας ή αποκλειστικής οικονομικής ζώνης. Σύμφωνα με το άρθρο 38, στα εν λόγω Στενά όλα τα πλοία και αεροσκάφη απολαύουν του δικαιώματος πλου διέλευσης το οποίο ασκείται ακωλύτως.
Το Ιράν υπέγραψε τη Συνθήκη UNCLOS αν και δεν την επικύρωσε. Ωστόσο η Συνθήκη έχει πλέον ισχύ εθιμικού δικαίου και το Ιράν επωφελείται από τα άρθρα της. Επομένως στα Στενά του Ορμούζ, όλα τα πλοία και αεροσκάφη έχουν δικαίωμα ελεύθερης διέλευσης χωρίς επιβολή δασμών ή υποχρεωτικών υπηρεσιών, και το διεθνές αυτό δικαίωμα δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η Ευρώπη αναφέρθηκε μεν γενικά στο ότι πρέπει να υπάρχει ελεύθερη διέλευση χωρίς όμως να επισημαίνει το παράνομο του ιρανικού αιτήματος για επιβολή τελών διέλευσης ή άλλων οικονομικών επιβαρύνσεων. Αλλά και όσον αφορά στα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Ευρώπη θα έπρεπε να μην είναι ικανοποιημένη από την επικρατούσα στο Ιράν κατάσταση. Τίποτα συγκεκριμένο περί αυτού δεν φαίνεται να υπάρχει στη διαπραγμάτευση ΗΠΑ-Ιράν και οι Ευρωπαίοι είναι πάλι απόντες.
Η θέση της Τουρκίας
Στη συζήτηση με όρους του 19ου – αρχών 20ού αιώνα, η σημερινή γεωπολιτική κατάσταση μπορεί να περιγραφεί ως σύγκρουση της Heartland έναντι της Rimland, δηλαδή των κρατών του κεντρικού χώρου της Ευρασίας έναντι των περιφερειακών δημοκρατικών κρατών που επιζητούν ελεύθερη ναυσιπλοΐα και ευταξία στις διεθνείς σχέσεις.
Η Heartland αντιπροσωπεύεται από τη Ρωσία με την Κίνα, υποβοηθούμενες από χώρες όπως το Ιράν, τη Βόρεια Κορέα και τη Λευκορωσία, και η Rimland από παράκτιες χώρες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τμήματα της λοιπής Ευρώπης. Ωστόσο, η θέση της Τουρκίας παραμένει ασαφής.
Η Τουρκία διεκδικεί ενεργό ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας (αν υπάρχει τέτοιο πράγμα) και συμμετοχή στα εξοπλιστικά προγράμματα της ΕΕ (δηλαδή να αγοράζει όπλα εν μέρει με λεφτά της ΕΕ και να της πωλεί όπλα δικής της κατασκευής). Ο Ερντογάν επιδιώκει η χώρα του να θεωρείται ως στρατηγικός κόμβος που συνδέει τον Εύξεινο Πόντο, τον Καύκασο, την ανατολική και βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Σωστά, αλλά προς όφελος ποίου;
Τουρκία και Ευρώπη
Η Τουρκία προμηθεύτηκε τους ρωσικούς πυραύλους S-400 ίσως για λόγους που σχετίζονται μάλλον με τα ηλεκτρονικά τους συστήματα και επέλεξε πυρηνικό εργοστάσιο ρωσικής κατασκευής αντί του φθηνότερου αντιδραστήρα Candu του Καναδά. Στη Συρία τάχθηκε εναντίον των ΗΠΑ και υποστηρίζει τις χαρακτηρισθείσες ως τρομοκρατικές ισλαμιστικές οργανώσεις Χαμάς και Χεζμπολάχ. Διατηρεί την απειλή πολέμου εναντίον της Ελλάδας σε περίπτωση που κάνει χρήση νόμιμου δικαιώματος της και κατέχει τμήμα της Κύπρου μετά από παράνομη στρατιωτική επιχείρηση.
Η Τουρκία δεν συντάχθηκε με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία. Παρά τους ισχυρισμούς του Τραμπ, δεν είναι σαφές πώς η Τουρκία βοήθησε τις ΗΠΑ στον πόλεμο εναντίον του Ιράν, εκτός βέβαια του γεγονότος ότι δεν συμμάχησε με αυτό. Ο αντιπρόεδρος της Τουρκίας και Τούρκοι πολιτικοί παρευρέθησαν στην κηδεία του Χαμενεΐ, κατά την οποία ομιλητές και πλήθος ζητούσαν τον θάνατο του προέδρου Τραμπ.
Η Τουρκία είναι στοιχείο αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Είναι μεν ρεπουμπλικανικό κράτος, αλλά όχι δημοκρατικό. Ο υποψήφιος για την προεδρία και εκλεγμένος δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στη φυλακή και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει σχεδόν διαλυθεί μετά την απόφαση δικαστηρίου για αλλαγή της ηγεσίας του. Ίσως λοιπόν η θέση της Τουρκίας να είναι μάλλον στην Heartland.
Ποιον θα συντρέξει η Τουρκία;
Η Ευρώπη, παραβλέποντας όλα αυτά, ρίχνει στη Τουρκία το βάρος της διάσωσης της από τη ρωσική απειλή. Θεωρεί ότι η Τουρκία με τον ισχυρό στρατό της θα τη συντρέξει σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης και ότι πέραν τούτου, θα μπορούσε να λάβει μέρος σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία. Ωστόσο στις ειρηνευτικές επιχειρήσεις της ΕΕ ουδέποτε έχει υπάρξει πρόβλημα συμμετοχών όταν τα προβλήματα αφορούσαν στην οικονομική πτυχή.
Σε περίπτωση δε ρωσικής επίθεσης εναντίον της Ευρώπης, η οποία πάντως δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, η όλη φιλοσοφία της Τουρκίας, η ρητορική της, καθώς και η ιστορική της διαδρομή, εγγυώνται μάλλον τη λήψη θέσης προς την αντίθετη κατεύθυνση. H Τουρκία δίνει την εντύπωση ότι σε περίπτωση πολέμου Ευρώπης-Ρωσίας, θα επιχειρήσει να καταλάβει “για την ασφάλειά της” τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου, και να παραμείνει αμέτοχη ως προς τα άλλα.
Ο Βασίλης Μούτσογλου γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Είναι απόφοιτος του Πολυτεχνείου Κωνσταντινούπολης και της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Εργάσθηκε επί μια δεκαετία ως Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός σε βιομηχανίες της Αττικής. Τον Σεπτέμβριο 1981 επέτυχε στις εξετάσεις του ΥΠΕΞ για τον διπλωματικό κλάδο. Μετά τη φοίτηση στο Κέντρο Διπλωματικών Σπουδών υπηρέτησε ως Πρόξενος στο Τορόντο, Γραμματέας Α΄ στην Πρεσβεία Βαρσοβίας, Γενικός Πρόξενος στη Τζέντα, Σύμβουλος στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στην ΕΕ στις Βρυξέλλες και Πρέσβης στο Αλγέρι. Στο κέντρο υπηρέτησε στις Διευθύνσεις Τουρκίας, Ευρώπης, Εκκλησιαστικών Υποθέσεων, Διεθνών Οργανισμών και ως διευθυντής Διοικητικών και Δικαστικών Υποθέσεων, Αφυπηρέτησε με τον τίτλο «Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄ επί τιμή». Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων, ιστορικού, πολιτικού και γεωπολιτικού περιεχομένου.





