Η κρίση και η απειλή απώλειας της ηγεμονίας οξύνει την αντίδραση των ΗΠΑ
23/01/2026
Ήταν η οικονομική κρίση του 2008, που διέλυσε το όραμα Μπους για τον Νέο Αμερικανικό Αιώνα. Το γεωπολιτικό εγχείρημα πίσω από τον Πόλεμο κατά της Τρομοκρατίας δεν ηττήθηκε στο γεωπολιτικό πεδίο, αλλά στην οικονομία. Ταυτόχρονα, η κρίση του 2008 έδωσε σημαντική ώθηση στην άνοδο της Κίνας στην περιοχή της Ασίας και διεθνώς.
Άρα, ένα γεγονός εκτός γεωπολιτικής, αλλά εντός της ιστορικής εξέλιξης και της συστημικής δομής, που ονομάζεται καπιταλισμός, δημιούργησε άλλα γεωπολιτικά δεδομένα. Το 2008 ήταν σημείο καμπής για τη θέση της Κίνας στο παγκόσμιο στερέωμα, οικονομικά και γεωπολιτικά. Είναι αμέσως μετά επί Ομπάμα που διακηρύσσεται η στροφή των ΗΠΑ προς τον Ινδοειρηνικό. Εκτός της γεωπολιτικής υπάρχει η οικονομία και ο λαϊκός παράγοντας. Όχι γεωοικονομία, αλλά οικονομία σκέτα. Η “καθαρή” παγκόσμια και εθνικές οικονομίες. Τα γεγονότα στο Ιράν υπενθύμισαν ότι συνυπάρχουν και τα τρία στοιχεία και συνδιαμορφώνουν εξελίξεις.
Η κρίση του 2008 ήταν ένα φαινόμενο της “καθαρής οικονομίας” και της ευθραυστότητας που τη χαρακτηρίζει. Ξεκίνησε ως κρίση των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων σε μια Αμερική που είχε πάρει το δρόμο του άλματος στη φανταστική οικονομία από τον καιρό των Κλιντονόμικς. Οδήγησε σε μια διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση χωρίς προηγούμενο μεταπολεμικά, εξαιτίας της αντίστοιχης διάρθρωσης της παγκόσμιας οικονομίας, ιδιαίτερα στο δυτικό κόσμο.
Είναι η ευθραυστότητα σήμερα υπαρκτή στη παγκόσμια οικονομία 18 χρόνια μετά την κρίση του 2008; Το ίδιο ή χειρότερα. Ενδεικτικά το συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, από περίπου 235% του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2008, έφτασε 336% το 2023, με το παγκόσμιο δημόσιο χρέος να έχει υπερδιπλασιαστεί. Θεσπίστηκαν ρυθμίσεις για τα χρηματιστηριακά παράγωγα, ο συνολικός τους όγκος από δέκα φορές το παγκόσμιο ΑΕΠ περιορίστηκε σε έξι το 2023 και η αξία αγοράς από 32% σε 12% του ΑΕΠ, ωστόσο οι περισσότεροι συμφωνούν ότι και το σημερινό οικοδόμημα συνεχίζει να συνιστά μεγάλο συστημικό κίνδυνο σε περίπτωση κρίσης.
Ο Τραμπ της απορρύθμισης
Η προσφυγή στην οικονομία-καζίνο είναι δομική ανάγκη στη σύγχρονη οικονομία του δυτικού καπιταλισμού. Είναι οι ίδιες οι οικονομικές ελίτ που μέρος τους οδηγεί την πορεία προς την οικονομία-καζίνο. Αυτές τις ελίτ υπηρετεί η πολιτική εξουσία περιλαμβανομένου του Τραμπ, παρά τη ρητορική για στροφή στην πραγματική οικονομία και την επαναβιομηχάνιση των ΗΠΑ. Αν η οκταετία Μπους ήταν οκταετία απορρύθμισης σε ορισμένα πεδία των διεθνών σχέσεων και θεμελιωδών δικαιωμάτων υπέρ του National Security State, η δεύτερη θητεία Τραμπ συνιστά μια πολύ ευρύτερη απορρύθμιση στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, με μόνη εξαίρεση το πεδίο του μεταναστευτικού.
Η ιδέα πως ο Τραμπ θα ρύθμιζε τα της χρηματιστικής οικονομίας αντιφάσκει με την απορρύθμιση σε όλα τα άλλα πεδία. Δεν είχε σκοπό να περιορίσει τους ραντιέρηδες της αμερικανικής και δυτικής οικονομίας, που υπηρετούσε η χθεσινή πολιτική της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης με άλλο τρόπο. Η γεωπολιτική αιχμή του προτάγματός του ενάντια στους ανταγωνιστές των ΗΠΑ αντανακλά ένα κατά βάση οικονομικό πρόταγμα υπέρ του χρηματιστικού διεθνικού κεφαλαίου (transnational capital) της Δύσης με επικεφαλής την αμερικανική ελίτ. Οι αντιθέσεις με τον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο σε αυτήν τη μετάβαση είναι αναμενόμενες και πραγματικές, γιατί τον υποβαθμίζει υπέρ ΗΠΑ, αλλά είναι δύσκολο αυτές οι αντιθέσεις να υπερβούν την κοινότητα συμφερόντων του διεθνικού κεφαλαίου που μοιράζονται. Απ’ όπου και η μέχρι τώρα στήριξη της Δύσης σε Τραμπ σχεδόν σε όλο το εύρος εξωτερικής πολιτικής.
Η σάλτσα για επαναβιομηχάνιση και τα οφέλη για την αμερικανική μεσαία τάξη από το όραμα του Make America Great Again έχει αρχίζει να ξινίζει. Σάλτσα αποδείχτηκαν και τα περί ειρηνικής εξωτερικής πολιτικής, αν και ένα στραβοπάτημα είναι ικανό να ανασκουμπώσει το θρασύδειλο στυλ Τραμπ. Συνολικά, η νέα αμερικανική πολιτική απαντά στην απειλή παραπέρα υποβάθμισης της υπερδύναμης, αλλά δεν σηματοδοτεί η ίδια αναδίπλωση, ανασύνταξη, συμμάζεμα σε κρίσιμα πεδία, όπως αρχικά ήθελε να δείχνει και διαφημίστηκε από τους οπαδούς Τραμπ εκτός ΗΠΑ, που τώρα βρίσκονται σε σύγχυση. Κάθε άλλο. Οι οπαδοί εντός ΗΠΑ θα περιορίσουν την επιβεβαίωσή τους στην πάταξη των ακροτήτων Μπάιντεν και στη συντηρητική πολιτική επανάσταση. Ουδέν περί οικονομίας και περιστολής της επένδυσης σε διεθνείς περιπέτειες.
Ο Τραμπ είχε υποσχεθεί πως θα μειώσει το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ στις εκλογές του 2016. Όχι στις εκλογές του 2024. Πέρσι η μόνη προεκλογική αναφορά στο χρέος ήταν σε σύνδεση με τους δασμούς. Θα μείωνε τάχα το χρέος μέσω των εσόδων από δασμούς. Το ψητό ήταν οι δασμοί, όχι το χρέος. Ο δασμολογικός πόλεμος δεν πήγε τόσο καλά, και μετά ήρθε το One, Big, Beautiful Bill Act τον Ιούλιο για όσους διατηρούσαν αμφιβολίες. Τουτέστιν μεγαλύτερα ελλείμματα και υψηλότερο χρέος. Και μετά η δήλωση αύξησης των αμυντικών δαπανών από ένα σε ενάμισι τρις δολάρια.
Η στρατηγική της Άρνησης και το μεγάλο ξαναμοίρασμα
Ο Michael McNair, υφυπουργός Άμυνας στην ίδια θέση με τον Βόλφοβιτς του ομώνυμου δόγματος, είναι θιασώτης της Στρατηγικής της Άρνησης (The Strategy of Denial: American Defense in an Age of Great Power Conflict, Elbridge Colby). Σύμφωνα με αυτήν, η στρατηγική των ΗΠΑ πρέπει να είναι η αποτροπή ηγεμόνευσης της Κίνας στην Ασία, άρα η άρνηση πρόσβασης της Κίνας σε ενέργεια και αγορές που απαιτούνται για να διατηρήσει την άνοδό της, ενώ η κυριάρχηση των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο είναι προϋπόθεση προβολής ισχύος στον Ινδοειρηνικό.
Συνεπώς, έχουμε μια σε εξέλιξη φαντασμαγορική φυγή προς τα μπρος της αμερικανικής υπερδύναμης με πρωτοφανή στοιχεία επιθετικότητας και ανατροπής διεθνών κανόνων, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την επιδίωξη άρνησης των όρων παραπέρα ανόδου των ανταγωνιστών της, και ελάχιστα ή καθόλου στοιχεία ανασύνταξης της ίδιας και του τρόπου που λειτουργεί η δυτική οικονομία. Σημαντικές δυνάμεις των BRICS, δυνάμεις επίσης καπιταλιστικές στη λειτουργία τους, είναι λιγότερο εκτεθειμένες στην φανταστική οικονομία και βασίζουν τη δυναμική τους περισσότερο στην πραγματική οικονομία και παραγωγή, σε πρώτες ύλες και εξαγόμενα εμπορεύματα.
Από αυτήν την άποψη η διαφορά με το χιτλερικό εγχείρημα ή το εγχείρημα Ρούσβελτ είναι ποιοτική και σημαντική. Τότε η Γερμανία, που δεν μπορούσε να αρκεστεί στη Μεσευρώπη, διεκδικούσε γεωπολιτικά αυτό που “δικαιούνταν” οικονομικά έναντι της αποικιοκρατικής Ευρώπης. Θεωρητικά μπορούσε με τη στρατιωτική δύναμη να διαπραγματευτεί ένα νέο μοίρασμα του κόσμου που αντιστοιχούσε στην οικονομική της δυναμική. Ο Ρούσβελτ επίσης αδημονούσε να βάλει στον πόλεμο τον απρόθυμο αμερικανικό λαό, προκαλώντας για αυτό με κάθε τρόπο Ιάπωνες και Γερμανούς, γιατί οι ΗΠΑ “δικαιούνταν” ένα ευνοϊκότερο ξαναμοίρασμα του κόσμου, όπως και αποδείχτηκε.
Αντίθετα, στην περίπτωση των σημερινών ΗΠΑ και του διεθνικού κεφαλαίου, η παρατεινόμενη παγκόσμια πολιτική τους ηγεμονία είναι αναντίστοιχη με την υπολειπόμενη οικονομική τους δυναμική, και η αλόγιστη, τυχοδιωκτική προσφυγή σε ένα διεθνές γεωπολιτικό μπούλινγκ αποσκοπεί να διατηρήσει τα κεκτημένα μιας εύθραυστης και ραντιέρικης οικονομικής βάσης.
Σε αντίθεση με τον Δεύτερο Παγκόσμιο, “εμπρηστές της έντασης και του πολέμου δεν είναι όσοι επιδιώκουν το ξαναμοίρασμα, αλλά όσοι ανθίστανται γιατί θα χάσουν την ηγεμονική τους θέση”. Το ρίξιμο της υπόλοιπης Δύσης είναι το μόνο που “δικαιούνται” οι ΗΠΑ από την άποψη πραγματικών συσχετισμών. Από την άλλη πλευρά, η Βενεζουέλα επιβεβαίωσε ότι οι BRICS παραμένουν ένα συνεργατικό σχήμα που δεν έχει δόντια, παρά μόνο ο καθένας για τον εαυτό του.
Οι βεβαιότητες θα δοκιμαστούν
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει μια στρατηγική που επιδιώκει τη διατήρηση ηγεμονίας του δολαρίου, τη διάσπαση των BRICS, την άρνηση των όρων αναπαραγωγής τους, υπηρετώντας την ίδια εύθραυστη βάση της δυτικής οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα μεγιστοποιεί την ανασφάλεια μέσα στο ίδιο το δυτικό στρατόπεδο, προκειμένου να πλήξει την αναδυόμενη Ανατολή και περιφέρεια; Το επόμενο υφεσιακό επεισόδιο της παγκόσμιας οικονομίας, ανάλογα ποιον θα πλήξει περισσότερο, θα δείξει το αληθινό ειδικό βάρος της γεωπολιτικής του καθενός έναντι της οικονομίας, όπως το έδειξε και στον Μπους. Ένα διεθνές οικονομικό γεγονός μπορεί να αποδειχτεί ισχυρότερο από όλες μαζί τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες και τα σχέδια που εξυφαίνονται. Λαϊκά γεγονότα μπορούν να μεταβάλλουν συσχετισμούς.
Από τους τρεις πόλους της άλλοτε Αγίας Τριάδας του δυτικού καπιταλισμού οι “χαμένες δεκαετίες” και στασιμότητα της Ιαπωνίας από την κρίση του 1990 συνεχίζονται, έχοντας συρρικνώσει το ΑΕΠ της ως ποσοστό του παγκόσμιου από 15,4% το 1989 σε 3,7% πέρσι. Όλα δείχνουν ότι η Ευρώπη θα μετρά τις δικές της χαμένες δεκαετίες και στασιμότητα μετά την κρίση του 2008, από την οποία δεν συνήλθε ποτέ, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που βρίσκονται σε μια σημαντικά καλύτερη κατάσταση. Το διογκωμένο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ δεν συνιστά ωρολογιακή βόμβα, όπως για άλλες χώρες, όσο δεν απειλείται η διεθνής κυριαρχία του δολαρίου και η δυνατότητα να “κόβουν χρήμα”, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει άλλες αρνητικές συνέπειες. Στην Ιαπωνία ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει ξεπεράσει το 250%, χωρίς οι αγορές να έχουν πάψει να εμπιστεύονται τα κρατικά ομόλογα σε γιεν.
Το 2025 εύλογα αναγνωρίζεται ως σημείο καμπής στις διεθνείς εξελίξεις. Πιο εύλογη είναι η πρόβλεψη ότι δεν έχουμε δει ακόμη τίποτα μπροστά σε άλλα που έρχονται. Δεν έχουν ξεκινήσει να ξεδιπλώνονται καν οι συνέπειες και περιπλοκές αυτής της οπισθοδρομικής στροφής στις διεθνείς εξελίξεις, στην οποία πολλοί είναι πρόθυμοι να υποστηρίξουν γοητευμένοι από την προβολή ισχύος, και η οποία δεν πρόκειται βέβαια να ανακοπεί από τον κοσμοπολιτισμό της παγκοσμιοποίησης και της Ευρώπης.





