Η στρατηγική αποτυχία του εξωθεί τον Τραμπ σε αδιέξοδη κλιμάκωση
22/03/2026
Η στρατηγική αποτυχία του Ντόναλντ Τραμπ να πετύχει τους πολεμικούς στόχους που είχε θέσει, πιστεύοντας σε έναν σύντομο και χωρίς μεγάλο κόστος πόλεμο, έγκειται πρωτίστως σε έναν θεμελιώδη λανθασμένο υπολογισμό!
Την αδυναμία να προβλέψει ή να αξιολογήσει ο ίδιος σωστά, τόσο αυτήν καθαυτή την ανθεκτικότητα του ιρανικού καθεστώτος, καθόσον απολύτως προετοιμασμένο, όσο και τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη θα αξιοποιούσε το ισχυρότερο γεωενεργειακό και γεωοικονομικό της “εργαλείο”, τα Στενά του Ορμούζ! Αρκεί βέβαια να σκεφθούμε ότι ο ίδιος είχε πει από τις πρώτες ημέρες ότι είχε συμβουλευτεί τον για τέσσερεις δεκαετίες φίλο του και συμπαίκτη του στο γκολφ Στιβ Γουίτκοφ, δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία ακινήτων, τον γαμπρό του Τζάρεντ Κούσνερ επίσης δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία ακινήτων και τον υπουργό… Πολέμου Πητ Χέγκσεθ, που το βασικό του προσόν ήταν να είναι διαπρύσιος υποστηρικτής του Τραμπ στις εκπομπές που ήταν σχολιαστής στο FOX NEWS!
Επειδή το de facto μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ – το οποίο ίσως είναι το πιο κρίσιμο σημείο διέλευσης παγκοσμίως, καθώς διακινείται όχι μόνο το 20-22 % της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς, αλλά και ένα μεγάλο σημαντικό κομμάτι του διεθνούς εμπορίου που επηρεάζει όλον τον κόσμο και φυσικά την Αμερική – θα μείνουμε σε αυτό το άρθρο εδώ.
Εφαρμόζοντας την στρατηγική της οριζόντιας κλιμάκωσης, η εργαλειοποίησή του από το Ιράν δεν αποτελεί απλώς μια τακτική κίνηση, αλλά μια στρατηγική παρέμβαση, με παγκόσμιες επιπτώσεις, ικανή να επηρεάσει τις αγορές ενέργειας, το κόστος μεταφορών και τη συνολική σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας.
Άλλωστε εξ’ αρχής η στρατηγική του Ιράν απέβλεπε στην πρόκληση κόστους, παράτασης της σύγκρουσης, πρόκλησης αβεβαιότητας και δημιουργία παγκόσμιας ενεργειακής και οικονομικής αναταραχής! Ο διακεκριμένος καθηγητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, Τζεφ Σακς, τόνισε ότι «Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο κόσμος βυθίζεται σε μια βαθιά οικονομική κρίση. Το Ισραήλ την ξεκίνησε μαζί με τις ΗΠΑ και ο κόσμος θα πληρώσει ένα τρομερό τίμημα για αυτή την αυταπάτη»!
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος αιφνιδιάστηκε! Πολλοί αναλυτές και κύκλοι χάραξης πολιτικής είχαν έγκαιρα επισημάνει το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξέλιξης. Ο Τραμπ, ο οποίος φέρεται να βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην εκτίμηση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου και δεν ενσωμάτωσε επαρκώς αυτό το σενάριο στον στρατηγικό του σχεδιασμό, αν τελικά υπήρχε αυτός με εκτιμήσεις κινδύνου και πως θα μειωθούν στο ελάχιστο αυτοί οι κίνδυνοι.
Η φράση που του αποδίδεται, “κανείς δεν μου είπε ότι θα το κάνουν”, δεν αποτυπώνει απλώς μια επικοινωνιακή αδυναμία, αλλά αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: Την έλλειψη συνεκτικής στρατηγικής σκέψης και προετοιμασίας σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι συνεχείς αντιφατικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ στην δεύτερη εβδομάδα του πολέμου που διεξάγει εναντίον του Ιράν, υποδηλώνει τους σοβαρούς προβληματισμούς του και το υφιστάμενο αδιέξοδο.
Παγίδα κλιμάκωσης
Σήμερα, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, διαγράφεται η επιλογή μιας εκτεταμένης στρατιωτικής κλιμάκωσης, που ενδέχεται να περιλαμβάνει μεγάλης κλίμακας χερσαίες επιχειρήσεις. Μια τέτοια επιλογή θα συνεπαγόταν τεράστιο οικονομικό κόστος, αυξημένο επιχειρησιακό ρίσκο και σημαντικές απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, ενώ παράλληλα στερείται ουσιαστικής λαϊκής νομιμοποίησης, καθώς μόλις ένα 7% της αμερικανικής κοινής γνώμης φαίνεται να την υποστηρίζει.
Επιπλέον, η εμπειρία προηγούμενων συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει δείξει ότι οι χερσαίες επεμβάσεις συχνά οδηγούν σε μακροχρόνιες εμπλοκές, χωρίς σαφές σημείο εξόδου και για αυτό μιλάμε για “παγίδα κλιμάκωσης”. Και δυστυχώς τα παθήματα δεν έχουν γίνει μαθήματα για την Διοίκηση Τραμπ.
Από την άλλη πλευρά αναζητείται ένα σημείο καμπής για να μπορέσει ο Αμερικανός Πρόεδρος να κηρύξει την νίκη. Έτσι να οδηγηθεί σε αποκλιμάκωση μέσω διαπραγματεύσεων και ενδεχομένως κάποιων επώδυνων υποχωρήσεων, με στόχο την αποκατάσταση της ομαλότητας στη διεθνή ναυσιπλοΐα και στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές πριν το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ λάβει τεράστιες διαστάσεις και το ενδεχόμενο τεράστιας ήττας στις ενδιάμεσες εκλογές. Ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένδειξη αδυναμίας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο, με πιθανές επιπτώσεις στο κύρος και την αποτρεπτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών. Βέβαια η μόνη… βεβαιότητα που θα μπορούσαμε να εκφράσουμε με τον πόλεμο είναι η απρόβλεπτη φύση του!
Το αδιέξοδο της Διοίκησης Τραμπ επιτείνεται από τη σταδιακή διάβρωση των διατλαντικών σχέσεων. Υπό την πίεση των εξελίξεων και των περιορισμένων επιλογών, ο Τραμπ έχει επιλέξει να ασκήσει δημόσια κριτική στους συμμάχους των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντάς τους “δειλούς” λόγω της απροθυμίας τους να εμπλακούν ενεργά. Ωστόσο, η στάση αυτή ενέχει μια εμφανή αντίφαση: Η στρατιωτική εμπλοκή φέρεται να ξεκίνησε χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, ή συντονισμό με τους συμμάχους, υπονομεύοντας εκ των προτέρων τη βάση μιας συλλογικής αντίδρασης. Η εκ των υστέρων απαίτηση για στήριξη, συνοδευόμενη από επικριτική ρητορική, ενισχύει την αίσθηση αποξένωσης και δυσπιστίας.
Πλήρες αδιέξοδο
Σε ευρύτερο επίπεδο, η κατάσταση αυτή αναδεικνύει μια κρίσιμη αρχή των διεθνών σχέσεων: Οι συμμαχίες δεν αποτελούν δεδομένο, αλλά προϊόν διαρκούς καλλιέργειας εμπιστοσύνης, συντονισμού και κοινών στρατηγικών στόχων. Όταν αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν, ακόμη και οι πιο ισχυρές συμμαχίες μπορούν να αποδυναμωθούν ή και να διαρραγούν.
Εν κατακλείδι, ο συνδυασμός στρατηγικής ασάφειας, περιορισμένων επιλογών, εσωτερικών πολιτικών πιέσεων και διπλωματικής απομόνωσης δημιουργεί ένα ιδιαίτερα εύθραυστο περιβάλλον. Χωρίς σαφείς καθορισμένους εφικτούς στρατηγικούς στόχους, διακριτό τέλος και βιώσιμη στρατηγική εξόδου, ο Τραμπ ξεκίνησε έναν πόλεμο χωρίς να γνωρίζει και το πώς θα τον τελειώσει!
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε περαιτέρω κλιμάκωση ενέχει τον κίνδυνο όχι μόνο να βαθύνει τη σύγκρουση και να προκαλέσει χάος στην περιοχή αλλά και, να επιφέρει μακροπρόθεσμες συνέπειες για τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών στο διεθνές σύστημα. Η διαχείριση της κρίσης απαιτεί πολύ λιγότερο στρατιωτικά μέσα και πολύ περισσότερο στρατηγική σαφήνεια, πολιτική ψυχραιμία και επαναπροσδιορισμό των διπλωματικών προτεραιοτήτων. Οι πόλεμοι δεν κρίνονται πάντως από το πως ξεκινούν αλλά από το πώς τελειώνουν.
Όταν θα πέσει ο κουρνιαχτός του πολέμου αυτού, ενός πολέμου επιλογής και για πολλούς ενός πολέμου που σύρθηκε από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Νετανιάχου εν μέσω διαπραγματεύσεων, τίποτα πλέον γεωπολιτικά και γεωοικονομικά θα είναι το ίδιο.





