ΓΝΩΜΗ

Η στρατηγική Τραμπ, η Ευρώπη και ο πόλεμος στην Ουκρανία

Η στρατηγική Τραμπ, η Ευρώπη και ο πόλεμος στην Ουκρανία
EPA/MAANSI SRIVASTAVA

Η δημοσίευση της Στρατηγικής Eθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ υπό την Προεδρία του Τραμπ αποτελεί γεγονός ιδιαίτερης πολιτικής βαρύτητας, καθώς αποτυπώνει τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς ρευστότητας και εντάσεων. Οι επιλογές που καταγράφονται στο κείμενο έχουν επιπτώσεις στην Ευρώπη, τη Ρωσία, αλλά και στην Κίνα. Στα πλαίσια του παρόντος άρθρου θα περιοριστούμε στην επισήμανση επιπτώσεων στην Ευρώπη και στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας.

Η αναφορά στην Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ του 2025 περί «τερματισμού της αντίληψης και αποτροπής της πραγματικότητας του ΝΑΤΟ ως μιας αενάως επεκτεινόμενης συμμαχίας» συνιστά εν δυνάμει μία από τις σημαντικότερες αποκλίσεις από τις πάγιες μεταψυχροπολεμικές σταθερές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Εφόσον η διατύπωση αυτή αποτυπώνει ουσιαστική πρόθεση και όχι απλώς ρητορική ή διαπραγματευτική τοποθέτηση, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ασυνέχεια σε σχέση με τη λογική της συνεχούς διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς.

Η πολιτική αυτή της επέκτασης του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή, ήδη από τα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης και ιδίως μετά τη διάλυσή της το 1991 (δόγμα Γούλφοβιτς και δόγμα Μπρεζίνσκι), αποτέλεσε κεντρικό άξονα της αμερικανικής και ευρύτερα δυτικής στρατηγικής στην Ευρασία. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ λειτούργησε ως εργαλείο ριζικής αναδιαμόρφωσης του μετασοβιετικού χώρου, επιδιώκοντας να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα της Ρωσίας να ανασυγκροτηθεί ως αυτόνομος πόλος ισχύος, αλλά και πηγή άσκησης άμεσης πίεσης στα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Οι διαπραγματεύσεις της περιόδου Μπους–Γκορμπατσώφ, ιδίως στο πλαίσιο της συνάντησης στα ανοικτά της Μάλτας (Δεκέμβριος 1989), σηματοδότησαν τη σταδιακή αποδόμηση του συστήματος της Συμφωνίας της Γιάλτας. Η αποδοχή από τον Γκορμπατσώφ της ενοποίησης της Γερμανίας και της παραμονής της στο ΝΑΤΟ συνοδεύτηκε από μη δεσμευτικές πολιτικές διαβεβαιώσεις περί ενός μελλοντικού “κοινού συστήματος ασφάλειας”, χωρίς θεσμικό ή νομικό αντίκρισμα. Όπως έχει επισημανθεί (Brzezinski), αλλά και επιβεβαιωθεί από τα πρακτικά των συζητήσεων, οι παραχωρήσεις αυτές δεν αντισταθμίστηκαν από ουσιαστικά ανταλλάγματα και ισοδυναμούσαν με συνθηκολόγηση του Γκορμπατσώφ.

Η διάλυση της ΕΣΣΔ

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η ανάληψη της εξουσίας από τον Μπόρις Γιέλτσιν επιτάχυναν αυτή τη δυναμική. Η διακυβέρνησή του χαρακτηρίστηκε από την μετατροπή του ρωσικού κράτους σε ιμάντα μεταβίβασης των εντολών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και πληθώρας Δυτικών συμβούλων. Η ρωσική κρατική αποδυνάμωση της δεκαετίας του 1990, σε συνδυασμό με τις πολιτικές “οικονομικής προσαρμογής” (“θεραπεία σοκ”) περιόρισε δραστικά την ικανότητα της Ρωσίας να διαμορφώσει μια ανεξάρτητη στρατηγική ασφαλείας.

Στο πλαίσιο της ευρείας δυσφορίας μεγάλων τμημάτων της ρωσικής κοινωνίας απέναντι στην βαθύτατη οικονομική, κοινωνική κρίση και την ασκούμενη εξωτερική πολιτική, το “βαθύ κράτος” (πυρήνες στις μυστικές υπηρεσίες, τον στρατό, το διπλωματικό σώμα και διανοούμενοι) άρχισε να εκδηλώνει αντίδραση. Ως μια πρώτη έκφραση αυτής της αντίδρασης μπορεί θεωρηθεί η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Γεβγκένι Πριμακόφ (Σεπτέμβριος 1998 – Μάιος 1999).

Η περίοδος αυτή συνέπεσε με τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ κατά της Γιουγκοσλαβίας. Στις 24 Μαρτίου 1999, ενώ κατευθυνόταν στις ΗΠΑ για επίσημη επίσκεψη, ο Πριμακόφ πληροφορήθηκε από τον τότε Αντιπρόεδρο Γκορ την επικείμενη έναρξη των επιχειρήσεων και διέταξε τον πιλότο να κάνει στροφή 180 μοιρών πάνω από τον Ατλαντικό. Η πράξη αυτή έγινε σύμβολο εθνικής αξιοπρέπειας και ανεξαρτησίας, ενισχύοντας δραστικά τη δημοτικότητά του.

Η πρωθυπουργία Πριμακόφ- που υποστήριζε τον “πολυπολικό κόσμο” και τη συμμαχία με Κίνα και Ινδία, σήμανε την εμφάνιση ενός νέου υποδείγματος πολιτικής εκπροσώπησης, που υπερέβαινε το μοντέλο του “ιμάντα μεταβίβασης” που χαρακτήριζε τον Γιέλτσιν σε σχέση με τη Δύση. Οι λαϊκές κινητοποιήσεις κατά των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ συνδυάστηκαν με την προσπάθεια καθαίρεσης του Γιέλτσιν από την Κρατική Δούμα (Μάιος 1999), η οποία απέτυχε οριακά. Φοβούμενος την αυξανόμενη δημοτικότητα και την ανεξαρτησία του Πριμακόφ, ο Γιέλτσιν τον απέλυσε στις 12 Μαΐου 1999. Στη συνέχεια, ως αποτέλεσμα σύνθετης αλληλεπίδρασης μεταξύ του λεγόμενου “βαθέος κράτους” και του στενού περιβάλλοντος του Γιέλτσιν, ανήλθε στην εξουσία ο Βλαντίμιρ Πούτιν.

Σε αυτό το πλαίσιο, η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ —όπως προωθήθηκε θεωρητικά ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990— απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Ήταν την περίοδο της Διοίκησης Γιέλτσιν, που ο Μπρεζίνσκι πρότεινε την δρομολόγηση της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ: «Κάποια στιγμή μεταξύ του 2005 και του 2010, η Ουκρανία, ιδιαίτερα αν στο μεσοδιάστημα έχει κάνει σημαντικές προόδους στις εσωτερικές μεταρρυθμίσεις της και έχει μετατραπεί εμφανώς σε κέντρο- ευρωπαϊκή χώρα, θα πρέπει να είναι έτοιμη για σοβαρές διαπραγματεύσεις τόσο με την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και με το ΝΑΤΟ».

Η επιδίωξη της ενσωμάτωσης της Ουκρανίας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία. Χωρίς να υποβαθμίζεται η πολυπαραγοντική φύση της σύγκρουσης, ούτε η σαφής παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από τη ρωσική εισβολή, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ παραμένει κρίσιμος παράγοντας κατανόησης της αιτιολογίας του πολέμου στην Ουκρανία. Υπό αυτή την οπτική, η ενδεχόμενη αναθεώρηση της πολιτικής διεύρυνσης του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς δεν συνδέεται αποκλειστικά με την —προς το παρόν εξαιρετικά απίθανη— επίλυση της ρωσοουκρανικής σύγκρουσης, αλλά αφορά ευρύτερα τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος ασφάλειας.

Στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία

Η διαφαινόμενη αυτή αλλαγή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία θα αποτελούσε μία από τις πιο ριζικές μεταβολές της τελευταίας δεκαετίας. Θα αντανακλούσε μια στροφή από την ιδεολογική, “φιλελεύθερη” προσέγγιση της εποχής Mπάιντεν σε μια πιο ρεαλιστική/πραγματιστική προσέγγιση κατά τη δεύτερη θητεία Tραμπ. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας του 2022 παρουσίαζε τη Ρωσία ως άμεση απειλή για τον “ελεύθερο κόσμο”. Η σύγκρουση χαρακτηριζόταν υπαρξιακή: δημοκρατίες εναντίον απολυταρχιών.

Σε αντιδιαστολή με τα προηγούμενα, στην Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας του 2025, η Ρωσία δεν χαρακτηρίζεται πλέον ως άμεση απειλή για τις ΗΠΑ, ενώ τονίζεται η ανάγκη “αποκατάστασης στρατηγικής σταθερότητας με τη Ρωσία”. Συναφώς με τα παραπάνω παρατηρήθηκε ανάπτυξη πρωτοβουλιών με κεντρικό στόχο την αποφυγή κλιμάκωσης και ανεξέλεγκτης σύγκρουσης, καθώς και επαναφορά διαύλων επικοινωνίας για πρόληψη και έλεγχο κινδύνων (π.χ. πυρηνική σύγκρουση). Θα μπορούσε επομένως να σημειωθεί ότι, μέχρι στιγμής, η τρέχουσα περίοδος χαρακτηρίζεται από τουλάχιστον προσωρινή, αποκλιμάκωση του άμεσου κινδύνου πυρηνικής σύγκρουσης ΗΠΑ-Ρωσίας σε σχέση με την περίοδο 2022-2024.

«Είναι βασικό συμφέρον των ΗΠΑ να διαπραγματευτούν μια ταχεία παύση των εχθροπραξιών στην Ουκρανία, προκειμένου να σταθεροποιήσουν τις ευρωπαϊκές οικονομίες, να αποτρέψουν την ακούσια κλιμάκωση ή επέκταση του πολέμου και να αποκαταστήσουν τη στρατηγική σταθερότητα με τη Ρωσία, καθώς και να προωθήσουν την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας μετά τις εχθροπραξίες, ώστε να επιτευχθεί η επιβίωσή της ως βιώσιμου κράτους».

Ουκρανικό και ευρωπαϊκή οικονομική σταθερότητα

Το παραπάνω απόσπασμα συνδέει ευθέως τον τερματισμό των εχθροπραξιών στην Ουκρανία με τη σταθεροποίηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, παρουσιάζοντας την ειρήνευση όχι μόνο ως ζήτημα ασφάλειας, αλλά και ως εργαλείο συμβολής στην οικονομική σταθεροποίηση της Ευρώπης. Μια ενδιαφέρουσα και εν δυνάμει αντιφατική πτυχή της Στρατηγικής Εθνικής Ασφαλείας της κυβέρνησης Tραμπ είναι η ανάδειξη της σταθεροποίησης των ευρωπαϊκών οικονομιών ως βασικού στρατηγικού στόχου, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται ο τρόπος επίτευξής του.

Η αντίφαση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης αύξησης του ενεργειακού κόστους, η οποία ακολούθησε τον δραστικό περιορισμό των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου από την Ευρώπη και την αντικατάστασή του από το αμερικανικό LNG. Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει πλήξει σοβαρά την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών -και ιδίως της γερμανικής- οικονομιών, συμβάλλοντας παράλληλα στην παραγωγή σοβαρών κοινωνικών συνεπειών. Η αντίφαση αυτή αποτυπώνεται με ακόμη πιο σαφή τρόπο στο ίδιο το κείμενο της Στρατηγικής (σελ. 26), αναφορικά με τη Γερμανία.

Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «ο πόλεμος της Ουκρανίας είχε το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την αύξηση της εξωτερικής εξάρτησης της Ευρώπης, και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Πράγματι, αντί η ενεργειακή απεξάρτηση να ενισχύσει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, οδήγησε στη μεταφορά βιομηχανικής δραστηριότητας εκτός ευρωπαϊκού χώρου. Ενδεικτικά, γερμανικές χημικές εταιρείες κατασκευάζουν πλέον στην Κίνα ορισμένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια επεξεργασίας παγκοσμίως, χρησιμοποιώντας ρωσικό φυσικό αέριο, το οποίο δεν μπορούν να προμηθευτούν στη χώρα τους».

Η επιδίωξη εξομάλυνσης των αμερικανορωσικών σχέσεων εντάσσεται και στη στρατηγική αποδυνάμωσης της κρίσιμης σχέσης Ρωσίας-Κίνας, η οποία αποτελεί το βασικό θεμέλιο της αναπτυσσόμενης πολυπολικής τάξης. Άλλωστε, η επίλυση της σύγκρουσης στην Ουκρανία, επιβάλλεται για τις ΗΠΑ και από το γεγονός ότι η Κίνα είναι ο κερδισμένος της σύγκρουσης. Πράγματι, χωρίς να δαπανήσει ιδιαίτερη ενέργεια, η Κίνα παρακολουθεί τόσο τη Ρωσία, όσο και τις ΗΠΑ να καταπονούνται σημαντικά. Αναμφισβήτητα, η Κίνα δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Ρωσία, αλλά παράλληλα αξιοποιεί τη δύσκολη κατάσταση της Ρωσίας. Ενδεικτική από την άποψη αυτή είναι και η συμφωνία για το νέο (Ρώσο-Κινεζικό) αγωγό φυσικού αερίου Power of Siberia 2, η υλοποίηση της οποίας είχε για κάποιο χρονικό διάστημα ανασταλεί.

Συμπεράσματα

Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ (δεύτερη Προεδρία Τραμπ) σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη μετατόπιση της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης. Η απομάκρυνση από το σχήμα της ιδεολογικής αντιπαράθεσης “δημοκρατιών–απολυταρχιών” και η έμφαση στον περιορισμό της κλιμάκωσης, στην αποκατάσταση διαύλων επικοινωνίας με τη Ρωσία και στη στρατηγική σταθερότητα αντανακλούν μια περισσότερο ρεαλιστική προσέγγιση.

Η πιθανή αναθεώρηση της πολιτικής συνεχούς διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, ανεξαρτήτως του εάν τελικώς υλοποιηθεί, αποτελεί μια απόκλιση από τις θεμελιώδεις σταθερές της μεταψυχροπολεμικής ευρωατλαντικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει τα όρια της στρατηγικής που βασίστηκε στη διαρκή πίεση προς τη Ρωσία, χωρίς την οικοδόμηση ενός βιώσιμου και συμπεριληπτικού συστήματος ευρωπαϊκής ασφάλειας. Στο ουκρανικό ζήτημα, η αμερικανική επιδίωξη ταχείας παύσης των εχθροπραξιών εκ μέρους των ΗΠΑ, προκύπτει από μια σταθμισμένη αποτίμηση κόστους–οφέλους όπως: του κινδύνου ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, της φθοράς των ευρωπαϊκών οικονομιών και κοινωνιών – και, κυρίως, την ενίσχυση της Κίνας ως μεγάλου και “σιωπηλού” κερδισμένου της σύγκρουσης.


Ο Γιώργος Ραχιώτης είναι καθηγητής Επιδημιολογίας και Επαγγελματικής Υγιεινής, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx