Ιράν-Τουρκία: Στρατηγική συνεργασία διά της εχθρότητας!
25/09/2026
Στο προηγούμενο άρθρο μου στο SLpress για τη “Γεωπολιτική των Αλπικών Κορυφών” είχα υποστηρίξει ότι το διεθνές σύστημα, ιδιαίτερα σε περιόδους μετάβασης προς μια πολυπολική δομή, δεν επιτρέπει καθαρές και μονοσήμαντες σχέσεις μεταξύ των κρατών. Όταν οι συσχετισμοί ισχύος μεταβάλλονται, οι παλαιές ιεραρχίες αποσυντίθενται και οι νέες δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί, οι διεθνείς σχέσεις αποκτούν μεικτό χαρακτήρα. Συνεργασία και ανταγωνισμός, σύγκλιση και σύγκρουση, αποτροπή και αλληλεξάρτηση μπορεί να συνυπάρχουν ανάμεσα στους ίδιους δρώντες, ακόμη και στο ίδιο γεωπολιτικό πεδίο.
Οι σχέσεις αυτές συχνά εμφανίζονται χαοτικές, αντιφατικές ή ακόμη και παράλογες. Στην πραγματικότητα, όμως, παραλογισμός υπάρχει μόνον όταν τις εξετάζουμε μέσα από απλοϊκά σχήματα. Όταν θεωρούμε, δηλαδή, ότι τα κράτη χωρίζονται σε σταθερούς “φίλους” και “εχθρούς”, ότι η συνεργασία αποκλείει τον ανταγωνισμό και ότι η εχθρότητα αποκλείει κάθε σύμπτωση συμφερόντων.
Αυτή είναι η “γεωπολιτική της αυλής του νηπιαγωγείου”. Δηλαδή ενός κόσμου όπου τα παιδιά χωρίζονται σε παρέες, οι φίλοι οφείλουν να συμφωνούν σε όλα και οι αντίπαλοι να βρίσκονται πάντοτε σε αντίθετες πλευρές. Όμως, ο πραγματικός κόσμος δεν λειτουργεί έτσι. Και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της σύνθετης πραγματικότητας είναι η σχέση Ιράν και Τουρκίας, ιδιαίτερα ως προς το ενδεχόμενο απόκτησης πυρηνικών όπλων.
Η αμοιβαία νομιμοποίηση της πυρηνικοποίησης
Οι πυρηνικές φιλοδοξίες της Τουρκίας δεν αποτελούν απλώς κατασκευή των αντιπάλων της. Τον Σεπτέμβριο του 2019 ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε δημοσίως ότι δεν μπορεί να αποδεχθεί ένα διεθνές σύστημα στο οποίο ορισμένα κράτη διαθέτουν πυρηνικούς πυραύλους, ενώ απαγορεύουν στην Τουρκία να αποκτήσει αντίστοιχες δυνατότητες. Η δήλωση αυτή δεν ισοδυναμούσε βέβαια με εξαγγελία ενός τουρκικού πυρηνικού οπλικού προγράμματος. Αποκάλυπτε, όμως, έναν βαθύτερο τρόπο σκέψης. Δηλαδή, την αντίληψη ότι η κατοχή πυρηνικών όπλων αποτελεί συστατικό της θέσης και της λειτουργίας μιας μεγάλης δύναμης.
Για να μετατραπεί, ωστόσο, αυτή η φιλοδοξία σε πολιτική επιλογή, η Άγκυρα θα χρειαζόταν ένα ισχυρό ερέθισμα. Θα έπρεπε να αποδείξει τόσο στο εσωτερικό της όσο και στη διεθνή κοινότητα ότι το περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας έχει μεταβληθεί τόσο δραματικά, ώστε η πυρηνικοποίησή της να αποτελεί αναγκαστική απάντηση και όχι απλώς έκφραση αναθεωρητισμού. Και η πλέον κατάλληλη χώρα για να προσφέρει στην Τουρκία αυτήν τη δικαιολογία είναι το Ιράν.
Συγκεκριμένα, η απόκτηση πυρηνικού όπλου, ή έστω “πυρηνικής ικανότητας” (nuclear capability) από την Τεχεράνη θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την Άγκυρα ως ανατροπή της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος και ως άμεση απειλή για την τουρκική ασφάλεια. Θα αποδυνάμωνε ταυτόχρονα το νομικό εμπόδια της συνθήκης για τη μη διάδοση, δημιουργώντας ένα νέο προηγούμενο στην ευρύτερη περιοχή. Έτσι, η Τουρκία θα μπορούσε τότε να υποστηρίξει ότι δεν επιλέγει ελεύθερα την πυρηνικοποίησή της αλλά “εξαναγκάζεται” σε αυτήν από τη δραματική αλλαγή του στρατηγικού περιβάλλοντος.
Το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, άλλωστε, εξακολουθεί να αποτελεί πηγή σοβαρής διεθνούς αβεβαιότητας. Οι δυσκολίες επαλήθευσης και η περιορισμένη πρόσβαση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας σε κρίσιμες εγκαταστάσεις εντείνουν αυτήν την αβεβαιότητα, ανεξαρτήτως των τελικών προθέσεων της Τεχεράνης.
Φυσικά, “πυρηνικοποίηση” δεν σημαίνει ένα και μοναδικό πράγμα. Άλλο είναι η δημιουργία μιας προηγμένης πυρηνικής τεχνολογικής υποδομής, άλλο η απόκτηση λανθάνουσας ικανότητας ταχείας κατασκευής όπλου και άλλο η συγκρότηση επιχειρησιακού πυρηνικού οπλοστασίου με φορείς εκτόξευσης, δόγμα χρήσης και αξιόπιστους μηχανισμούς διοίκησης και ελέγχου. Η μετάβαση της Τουρκίας από το ένα στάδιο στο άλλο δεν θα ήταν ούτε εύκολη ούτε αυτόματη. Θα είχε τεράστιες συνέπειες για τις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το διεθνές “καθεστώς μη διάδοσης”. Ένα πυρηνικό Ιράν, όμως, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης, μεταβάλλοντας ριζικά την τουρκική εξίσωση κόστους και οφέλους.
Συνεργασία χωρίς συνεργασία
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται ένας παράδοξος μηχανισμός. Το Ιράν και η Τουρκία μπορεί να έχουν ένα αντικειμενικά κοινό στρατηγικό συμφέρον, δηλαδή τη διάρρηξη του υφιστάμενου πυρηνικού καθεστώτος της περιοχής, ώστε να καταστεί περισσότερο αποδεκτή η εμφάνιση νέων πυρηνικών δυνάμεων.
Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες έχουν συμφωνήσει να συνεργαστούν ούτε ότι υπάρχει κάποια μυστική συνεννόηση. Αντιθέτως, πρόκειται για κάτι πολύ πιο σύνθετο. Για μία αντικειμενική στρατηγική συνέργεια, η οποία μπορεί να λειτουργήσει χωρίς πρόθεση, συμφωνία ή επικοινωνία. Θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε “συνεργασία χωρίς συνεργασία”.
Ακόμη περισσότερο να λειτουργήσει αυτή η συνέργεια, οι δύο χώρες δεν πρέπει να εμφανίζονται ως φίλοι. Αντιθέτως, είναι χρησιμότερο να είναι πραγματικοί ανταγωνιστές ή ακόμη και εχθροί ή τουλάχιστον να προβάλλονται ως τέτοιοι. Μόνον τότε μπορεί η καθεμιά να επικαλεστεί την άλλη ως απειλή που την αναγκάζει να αναζητήσει πυρηνική αποτροπή. Η εχθρότητα, επομένως, δεν καταργεί τη συνέργεια. Αντιθέτως, αποτελεί προϋπόθεσή της.
Με άλλα λόγια η Τουρκία χρειάζεται ένα απειλητικό Ιράν για να νομιμοποιήσει μια ενδεχόμενη πυρηνική επιλογή, ενώ το Ιράν, από την πλευρά του, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια πυρηνική ή εμφανώς πυρηνικά φιλόδοξη Τουρκία ως πρόσθετο επιχείρημα για τη δική του στρατηγική. Η σχέση, βέβαια, δεν είναι απολύτως συμμετρική. Για την Τεχεράνη, οι κύριες πηγές πυρηνικής πίεσης παραμένουν το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η Τουρκία θα αποτελούσε έναν επιπρόσθετο και όχι τον πρωταρχικό λόγο. Ωστόσο, η ασυμμετρία αυτή δεν ακυρώνει τον μηχανισμό της αμοιβαίας νομιμοποίησης.
Έτσι, δύο ανταγωνιστικά κράτη μπορεί να προσφέρουν το ένα στο άλλο ακριβώς εκείνο που χρειάζονται. Δηλαδή τον ανταγωνισμό μεταξύ τους! Όχι τεχνολογία, σχάσιμο υλικό ή άμεση βοήθεια, αλλά την απειλή, τη δικαιολογία και το πολιτικό άλλοθι που καθιστούν εφικτή μια επιλογή η οποία προηγουμένως ήταν δύσκολο να νομιμοποιηθεί.
Ιράν και Τουρκία: Ούτε φίλοι ούτε απόλυτοι εχθροί
Οι σχέσεις Τουρκίας και Ιράν είναι, έτσι κι αλλιώς, διαχρονικά μεικτές. Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για επιρροή στη Συρία, στο Ιράκ, στον Νότιο Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Εκφράζουν διαφορετικές γεωπολιτικές ταυτότητες και επιδιώκουν διαφορετικές περιφερειακές αρχιτεκτονικές. Ταυτόχρονα, όμως, διατηρούν οικονομικές σχέσεις, ενεργειακές διασυνδέσεις, διπλωματικούς διαύλους και μηχανισμούς ελεγχόμενης διαχείρισης των μεταξύ τους εντάσεων.
Η μεταξύ τους σχέση έχει εύστοχα περιγραφεί ως “διαχειριζόμενος ανταγωνισμός”, δηλαδή μια αντιπαλότητα που δεν καταργεί τη συνεργασία και μια συνεργασία που δεν εξαφανίζει την αντιπαλότητα. Στον πραγματικό κόσμο, άλλωστε, τα κράτη δεν έχουν μία ενιαία σχέση. Μπορούν να συνεργάζονται στο εμπόριο, να ανταγωνίζονται για περιφερειακή επιρροή, να συγκρούονται μέσω τρίτων δρώντων και ταυτόχρονα να εξυπηρετούν άθελά τους το ένα τους μακροπρόθεσμους στρατηγικούς σκοπούς του άλλου. Κάθε πεδίο διαθέτει τη δική του λογική, χωρίς να είναι πλήρως αποκομμένο από τα υπόλοιπα.
Η κατανόηση αυτής της πραγματικότητας είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα. Η Αθήνα δεν πρέπει να θεωρεί ότι επειδή το Ιράν ανταγωνίζεται την Τουρκία αποτελεί αυτομάτως στρατηγικό αντίβαρο προς αυτήν. Σε ορισμένα πεδία, η σύγκρουση Άγκυρας και Τεχεράνης μπορεί πράγματι να περιορίζει την τουρκική ισχύ. Σε άλλα πεδία, όμως, μπορεί να την ενισχύει, προσφέροντας στην Τουρκία την απειλή που χρειάζεται για να προωθήσει εξοπλιστικές, γεωπολιτικές ή ακόμη και πυρηνικές φιλοδοξίες.
Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της “γεωπολιτικής της αυλής του νηπιαγωγείου”, η οποία αντιλαμβάνεται τις αντιθέσεις ως μόνιμες και απόλυτες, συγχέει την πρόσκαιρη σύγκλιση με τη συμμαχία και θεωρεί ότι ο εχθρός του αντιπάλου μας είναι αναγκαστικά φίλος μας. Όμως, σε ένα ρευστό πολυπολικό σύστημα, οι ταυτότητες και οι σχέσεις δεν είναι στατικές. Οι αντίπαλοι μπορεί να συνεργάζονται και οι συνεργάτες να υπονομεύουν ο ένας τον άλλο. Ακόμη περισσότερο, οι πραγματικοί εχθροί μπορεί, ακριβώς μέσω της εχθρότητάς τους, να δημιουργούν αμοιβαία στρατηγικά οφέλη.
Η Ελλάδα χρειάζεται, επομένως, μια γεωπολιτική σκέψη ικανή να αντιλαμβάνεται ταυτόχρονα τη σύγκρουση, τη συνέργεια, την αλληλεξάρτηση και την αυτονομία των επιμέρους πεδίων. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να αναζητά σταθερούς φίλους και σταθερούς εχθρούς σε έναν κόσμο που παράγει διαρκώς υβριδικές σχέσεις. Και θα κινδυνεύει να αιφνιδιάζεται κάθε φορά που θα ανακαλύπτει ότι, έξω από την αυλή του νηπιαγωγείου, η εχθρότητα δεν είναι πάντοτε το αντίθετο της συνεργασίας. Μερικές φορές είναι η πιο αποτελεσματική μορφή της.





