Με την απαγωγή Μαδούρο ο Τραμπ εγκαινιάζει εμπράκτως τη νέα εποχή…
07/01/2026
Η στρατιωτική επίθεση στη Βενεζουέλα και η απαγωγή του προέδρου Μαδούρο προκάλεσε πολλές συζητήσεις και αντιδράσεις σε όλον τον κόσμο και φυσικά και στην Ελλάδα. Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι αυτά συνέβαιναν πάντα, ότι είναι η επιβολή του ισχυρού επί του αδυνάτου (το λέει και ο Θουκυδίδης…), ότι “οι ισχυροί κάνουν ό,τι θέλουν πάντα”, ότι το διεθνές δίκαιο δεν υπήρχε έτσι και αλλιώς, άρα τίποτα δεν παραβιάστηκε και όλα τα συναφή.
Άλλοι δε μαίνονται και υβρίζουν, προσπαθώντας να επιβάλουν την άποψη ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία με την αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα δεν έχουν απολύτως καμία σχέση, επιδιώκοντας να “ξεπλύνουν” τον έναν ή τον άλλον. Όμως, η πραγματικότητα είναι μάλλον διαφορετική. Καταρχάς, το να υποστηρίζουμε ότι δεν υπάρχει και δεν υπήρξε ποτέ διεθνές δίκαιο και ότι το διεθνές σύστημα είναι αποκλειστικώς και μόνο μια άναρχη ζούγκλα, είναι σχεδόν τόσο παρανοϊκό, όσο και η αντίθετη άποψη. Ότι δηλαδή το διεθνές σύστημα λειτουργεί με αποκλειστικό κριτήριο τη διεθνή νομιμότητα.
Η πραγματικότητα είναι ότι φυσικά και υπάρχει ένα πλαίσιο διεθνών οργανισμών, κανόνων, συμφωνιών, αρχών, αξιών, αντιλήψεων και εθιμικών συμπεριφορών, που αποτελεί αυτό που γενικότερα αναφέρουμε ως διεθνές δίκαιο και διεθνή κοινωνία και αυτό το πλαίσιο επηρεάζει τη συμπεριφορά των κρατών, αλλά και επηρεάζεται από αυτήν. Αυτό το άυλο αρχιτεκτόνημα βρίσκεται σε διαρκή αλληλεπίδραση με τις ευρύτερες γεωπολιτικές ζυμώσεις και αλλαγές και συνδιαμορφώνει μαζί τους τη φύση του εκάστοτε διεθνούς συστήματος. Δεν είναι πανίσχυρο, δεν είναι το κυρίαρχο, δεν είναι όμως και ανύπαρκτο.
Μεταλλάσσεται το διεθνές σύστημα…
Άποψη του γράφοντος, λοιπόν, είναι ότι η αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα, στον συγκεκριμένο γεωιστορικό χρόνο, λειτουργεί σαν καταλύτης, πυροδοτώντας μια γεωπολιτική επανάσταση, δηλαδή μια δραστική μετάλλαξη του διεθνούς συστήματος, ή έστω αποκαλύπτοντας μια δραστική μετάλλαξη, η οποία συνέβαινε και τώρα εμφανίζεται πιο ξεκάθαρα. Από μόνη της η επέμβαση αποτελεί δραματική κλιμάκωση και ποιοτική αλλαγή στην αποσάθρωση του διεθνούς δικαίου και της χρήσης στρατιωτικής ισχύος εναντίον κυβερνήσεων άλλων κρατών.
Στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου παρόμοιες καταστάσεις δεν χαρακτήριζαν την αμερικανική στρατηγική. Βέβαια, οι ΗΠΑ επανειλημμένως είχαν οργανώσει και εκτελέσει την ανατροπή ξένων κυβερνήσεων, αλλά αυτό ήταν έργο των μυστικών υπηρεσιών. Εγχώριες δυνάμεις αναλάμβαναν την ανατροπή του καθεστώτος. Από το Ιράν του Μοσαντέκ, μέχρι την Ινδονησία του Σουκάρνο και τη Χιλή του Αλιέντε, η CIA συνέβαλε στην ανατροπή κυβερνήσεων, αλλά όχι επισήμως. Οι μέθοδοι ήταν αυτές των “μαύρων” επιχειρήσεων και όχι της άμεσης στρατιωτικής επέμβασης. Οι ΗΠΑ ήταν πολύ προσεκτικές στο να μην χρησιμοποιήσουν, ωμά και ξεκάθαρα, στρατιωτική ισχύ για την ανατροπή καθεστώτων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Κούβα, μετά την πτώση του καθεστώτος Μπατίστα. Ναι μεν η CIA εξέτασε πολλά σενάρια δολοφονίας του Κάστρο και ανατροπής του καθεστώτος, αλλά στρατιωτική επέμβαση δεν υπήρξε, παρόλο που αυτή θα ήταν σχετικά εύκολη υπόθεση τα πρώτα χρόνια – πριν από την Κρίση των Πυραύλων και τη συμφωνία με τη Σοβιετική Ένωση για τη μη ανατροπή του Κάστρο από τις ΗΠΑ. Ακόμη και η ατυχής εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, ναι μεν οργανώθηκε από τη CIA, αλλά διεξήχθη από Κουβανούς αντικαθεστωτικούς.
Ούτε και η επίθεση στο Ιράκ το 2003 και η ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν δεν είναι παρόμοια με την απαγωγή του Μαδούρο. Κι αυτό γιατί είχε προηγηθεί η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1991, η οποία είχε τοποθετήσει τις ΗΠΑ σε κατάσταση σύγκρουσης με το καθεστώς Σαντάμ. Οι ΗΠΑ βρίσκονταν εν μέσω του χιμαιρικού “Πολέμου ενάντια στην Τρομοκρατία” μέρος της οποίας ήταν η εισβολή στο Ιράκ, γιατί υπήρχε η δικαιολογία της υποτιθέμενης ύπαρξης όπλων μαζικής καταστροφής.
Αποσάθρωση της διεθνούς τάξης
Αντιθέτως, η επίθεση στη Βενεζουέλα έχει το καινοφανές στοιχείο της ξεκάθαρης, άμεσης, μονομερούς και επίσημης στρατιωτικής δράσης εναντίον μιας χώρας, χωρίς καμία επίφαση διεθνούς νομιμοποίησης. Η μόνη δε “νομιμοποίηση” της απαγωγής Μαδούρο ήταν ένα ένταλμα αμερικανικού δικαστηρίου. Όταν λοιπόν αυτό το κάνει η υπερδύναμη, ο παγκόσμιος ηγέτης, ουσιαστικά περνάει το μήνυμα ότι οιοσδήποτε έχει επαρκή ισχύ, μπορεί να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για ξένο ηγέτη, με βάση όχι το διεθνές αλλά το εθνικό δίκαιο, και να τον συλλάβει χρησιμοποιώντας στρατιωτικά μέσα, εισβάλοντας στη χώρα!
Αυτή είναι δραματική αποσάθρωση της διεθνούς τάξης, όπως την ξέραμε μέχρι σήμερα. Και όπως θα δούμε παρακάτω είναι πιθανόν ότι αυτή είναι ενέργεια που εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αμερικανικής γεωπολιτικής στρατηγικής. Μπορεί βέβαια κανείς να πει ότι υπάρχει το προηγούμενο της στρατιωτικής επέμβασης στον Παναμά το 1989 και της σύλληψης του Νοριέγκα. Όμως και εδώ υπάρχουν κάποιες κρίσιμες διαφορές.
Μία εξ αυτών είναι η ιδιόρρυθμη ταυτότητα της κρατικής υπόστασης του Παναμά. Συγκεκριμένα, ο Παναμάς υπήρξε εξ αρχής κράτος περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας, το οποίο δημιουργήθηκε το 1903 κατόπιν αμερικανικής παρέμβασης, για να μην επιτραπεί στην Κολομβία να έχει τον έλεγχο της κρίσιμης για τις παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες και για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ, Διώρυγας του Παναμά.
Επισημαίνεται ότι τον έλεγχο της Διώρυγας μέχρι το 1977 τον είχαν άμεσα οι ΗΠΑ και ο Παναμάς ήταν ουσιαστικά ζώνη περιορισμένης κυριαρχίας γύρω από τη Διώρυγα. Ήταν λιγότερο ένα κράτος και περισσότερο ένα απάρτιο της γεωπολιτικής “κρίσιμης υποδομής” των ΗΠΑ. Επίσης, τα μικρά μεγέθη και η ιδιόρρυθμη ταυτότητα της χώρας της είχαν επιτρέψει να μετατραπεί σε προσωπικό φέουδο του Νοριέγκα, ο οποίος την είχε εξελίξει σε κομβικό κομμάτι ενός τεράστιου μηχανισμού προώθησης ναρκωτικών στις ΗΠΑ.
Η σημαντικότερη διαφορά, όμως, είναι το γεωιστορικό πλαίσιο στο οποίο συνέβησαν οι δύο επεμβάσεις. Στην περίπτωση του Παναμά ήμασταν ενώπιον της επερχόμενης έλευσης ενός νέου διεθνούς συστήματος, στο οποίο επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί η “Νέα Παγκόσμια Τάξη” κατά την ιστορική ορολογία του Προέδρου George W. H. Bush, με την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ. Αυτή η “Νέα Τάξη Πραγμάτων”, υποτίθεται, ότι θα βασιζόταν στο διεθνές δίκαιο και σε μια ενισχυμένη διεθνή νομιμότητα, στην οποία “εγκληματικά καθεστώτα” και επικίνδυνες αναθεωρητικές δυνάμεις δεν είχαν θέση. Σήμερα ωστόσο η γεωιστορική πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.
Οι ΗΠΑ “νομιμοποιούν” την Ρωσία
Μέχρι τώρα, πυρήνας της αντιμετώπισης της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία ήταν η υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου και της ακεραιότητας των κρατών. Με την επίθεση στη Βενεζουέλα, η αμερικανική κυβέρνηση είναι σαν να “νομιμοποιεί” εκ των υστέρων τη ρωσική εισβολή. Και ας μην μπει κάποιος στον κόπο να πει ότι οι δύο επεμβάσεις είναι διαφορετικές. Γιατί δεν είναι. Στο μόνο που διαφέρουν είναι στο πόσο επιτυχημένες υπήρξαν, τουλάχιστον όσον αφορά τους αρχικούς τους στόχους. Συγκεκριμένα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι Ρώσοι δεν επεδίωκαν να εμπλακούν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς στην Ουκρανία, αλλά να επιτύχουν μια γρήγορη και σχετικά αναίμακτη αλλαγή καθεστώτος, όπως περίπου είχαν κάνει στο Αφγανιστάν τον Δεκέμβριο του 1979, όταν ανέτρεψαν τον πρόεδρο Χαφιζουλάχ Αμίν.
Όπως ακριβώς η επίθεση στη Βενεζουέλα, προέβλεπε την προετοιμασία από μυστικές υπηρεσίες και μια γρήγορη υπερκαταδρομική επίθεση με τη χρήση ειδικών δυνάμεων και μεγάλης ισχύος πυρός, έτσι και στην Ουκρανία η αρχική ρωσική επίθεση –με βάση τις κυρίαρχες εκτιμήσεις στη Δύση– αποσκοπούσε στη γρήγορη κατάληψη του προεδρικού μεγάρου από Σπετσνάζ. Θα ακολουθούσε η ταχεία έλευση αερομεταφερόμενων στρατευμάτων για να υποστηρίξουν τις ειδικές δυνάμεις, οι αερομεταφερόμενες μονάδες θα υποστηρίζονταν από μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες δυνάμεις, οι οποίες θα έφταναν ώστε να σταθεροποιήσουν το αποτέλεσμα.
Κατά τα φαινόμενα οι Ρώσοι επιχείρησαν να εφαρμόσουν μια εκσυγχρονισμένη μορφή της Μάχης Εις Βάθος (Deep Battle) –πνευματικό τέκνο του Έλληνα Βλαδίμηρου Τριανταφύλωφ και πατέρα της σοβιετικής στρατιωτικής επιστήμης– έτσι ώστε να επιτύχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το ότι δεν το πέτυχαν και εγκλωβίστηκαν σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, δεν καθιστά την ενέργειά τους διαφορετική από αυτή των Αμερικανών, μόνο και μόνο γιατί οι τελευταίοι πέτυχαν και οι Ρώσοι απέτυχαν. Η επιτυχημένη επίθεση στη Βενεζουέλα και η αποτυχημένη στην Ουκρανία, αποτελούν εξαιρετικά συγγενείς ενέργειες.
Πέραν δε από την εκ των υστέρων “νομιμοποίηση” της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, μέσα στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα, η επίθεση στη Βενεζουέλα –σε αντίθεση με την επέμβαση στο Ιράκ το 1991, που αποσκοπούσε σε μια Διεθνή Τάξη– διαμορφώνει, “επισημοποιεί” και εγκαινιάζει μια “Νέα Διεθνή Αταξία”. Πολλώ δε μάλλον από τη στιγμή που αυτή η ενέργεια έγινε από τον υποτιθέμενο εγγυητή της διεθνούς νομιμότητας, τις ΗΠΑ.
Σε αυτήν την ιστορική περίοδο, όπου ολόκληρη η Δύση, ιδιαίτερα δε η Δυτική Ευρώπη, επιχειρούσε να χτίσει μια νέα αρχιτεκτονική “ανάσχεσης” της Ρωσίας, προβάλλοντας ως βάση έδρασης το διεθνές δίκαιο, η ενέργεια αυτή είναι εξόχως ανατρεπτική. Είναι λοιπόν λάθος να λέμε ότι “αυτά πάντοτε συνέβαιναν”, ότι “έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει διεθνές δίκαιο”, ότι “πάντοτε υπήρχε ο νόμος του ισχυρού” κλπ. Όχι. Αυτό που συνέβη είναι μια καινοφανής εξέλιξη, η οποία όμως δεν είναι ξεκομμένη από την ευρύτερη γεωιστορική μηχανική, όπως αυτή διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.





