Μπούμεραγκ για τον Μπόλτον η στρατηγική της "μέγιστης πίεσης" στο Ιράν

Πάνος Κουργιώτης
1158
Μπούμεραγκ για τον Μπόλτον η στρατηγική της

Εν αντιθέσει με ό,τι συνέβαινε παλιότερα, αυτή τη φορά η Δύση δεν αποτελεί ένα "ενιαίο μπλοκ" κατά τις επαφές της με το Ιράν. Η άσκηση πιέσεων μέσω των εμπάργκο, των κυρώσεων, αλλά και των πράξεων πειρατείας, όπως επίσης και η έξαρση της αντι-ιρανικής υστερίας δεν συνιστά κάτι το καινοτόμο στην αμερικανική πολιτική. Ωστόσο, αυτή τη φορά οι Αμερικανοί, εν καιρώ ειρήνης και χωρίς να συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας, (όπως για παράδειγμα το 1979 με την "Κρίση των Ομήρων") δεν δίστασαν να εξευτελίσουν τα συμβαλλόμενα μέρη μιας διεθνούς συμφωνίας, για την επίτευξη της οποίας εργάστηκε η παγκόσμια διπλωματία για μια δεκαετία.

Όπως φάνηκε από την πρώτη κιόλας μέρα, η συμπόρευση με τους δύο άσπονδους περιφερειακούς αντιπάλους του Ιράν, ήτοι με το Ισραήλ (επέκταση των παράνομων εποικισμών στην Δυτική Όχθη με αμερικανική υποστήριξη και αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας) και με τη Σαουδική Αραβία (πώληση πολεμικού υλικού ύψους 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων), μετρούσε ψηλότερα στις προτεραιότητες της διοίκησης Τραμπ από την ικανοποίηση των Ευρωπαίων εταίρων και των επιχειρηματικών κύκλων που αυτοί εκπροσωπούσαν. Όπως σχολίασε πολύ γλαφυρά ένας Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής: «Οι ΗΠΑ δε θα συμβάλουν στην χρηματοδότηση του νούμερο ένα σπόνσορα της διεθνούς τρομοκρατίας, προκειμένου να κάνουν μπίζνες μια χούφτα γαλλικές εταιρίες με τους Αγιατολάχ».

Από τη σκοπιά της διεθνούς πολιτικής, το Ιράν αποτελεί μία ακόμη περίπτωση απόκλισης ΗΠΑ-ΕΕ απέναντι σε παγκόσμια ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή, οι ζώνες ελεύθερου εμπορίου και ο οικονομικός πόλεμος. Ταυτόχρονα, η ευρωαμερικανική διάσταση απόψεων στο Ιρανικό Ζήτημα αποτελεί ένα crash test για την ίδια την πολυπολική λειτουργία του διεθνούς συστήματος και την ικανότητά του να αναθέτει στους δρώντες του την εξεύρεση λύσεων και την υπέρβαση των αδιεξόδων.

Η Γαλλία προεξάρχουσα

Έτσι λοιπόν, εδώ κι ένα χρόνο η ΕΕ, με προεξάρχουσα τη Γαλλία, επεξεργάζεται διάφορες φόρμουλες, ώστε να κρατήσει την JCPOA (Συμφωνία για τα πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν) ζωντανή, αντισταθμίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις των αμερικανικών κυρώσεων για την ιρανική οικονομία, αλλά και για τις εταιρείες. Ένας τέτοιος μηχανισμός διευκόλυνσης του εμπορίου μεταξύ ΕΕ και Ιράν είναι το INSTEX που άρχισε να λειτουργεί από φέτος. Βάσει αυτού οι συναλλαγές ολοκληρώνονται μεταξύ των εταιρειών στο ευρωπαϊκό και στο ιρανικό έδαφος αντίστοιχα, παρακάμπτοντας τις τράπεζες.

Κινήσεις, όπως η πρόσφατη πρωτοβουλία της γαλλικής διπλωματίας να εκταμιεύσει βοήθεια 15 δισεκατομμυρίων για την ιρανική οικονομία, προκειμένου να τηρήσουν οι Ιρανοί τις δεσμεύσεις τους, είναι ενδεικτικές των προσπαθειών της Γαλλίας όχι απλώς να σώσει την JCPOA για χάρη της Peugeot ή της Siemens, αλλά να ηγηθεί του δυτικού μπλοκ εν τη απουσία των Αμερικανών. Δεν χωράει αμφιβολία βέβαια πως, λόγω του γεωπολιτικού μεγέθους των ΗΠΑ, οποιαδήποτε προσπάθεια παράκαμψής τους ισοδυναμεί με "ηράκλειο άθλο". Οι τρέχουσες εξελίξεις, ωστόσο, φαίνεται να δικαιώνουν την γαλλική προεδρία για την επιμονή της.

Η "μέγιστη πίεση" του απολυμένου Μπόλτον

Τέλος, πρέπει να δούμε τι σημαίνει η μονομερής ενέργεια των ΗΠΑ για την ίδια την Ισλαμική Δημοκρατία. Όπως εξηγήσαμε, η διαπραγμάτευση του status της περιφερειακής δύναμης δεν είναι μια απλή υπόθεση για το Ιράν. Επιπλέον, η συγκυρία της αποχώρησης των Αμερικανών από την JCPOA μπορεί εύλογα να μας βάλει σε σκέψεις, καθώς έλαβε χώρα λίγους μήνες μετά τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που συγκλόνισαν τις ιρανικές πόλεις τον Ιανουάριο του 2018.

Κύριο αίτημα των διαδηλωτών τότε ήταν να δρέψει επιτέλους η κοινωνία τους καρπούς της συμφωνίας με την Δύση και να αποσυρθεί η Ισλαμική Δημοκρατία από τις δαπανηρές σε έμψυχο υλικό και πόρους περιπέτειές της στο εξωτερικό. Τα "γεράκια" του Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχαν τότε θεωρήσει πως οι συνθήκες ήταν ώριμες για να εφαρμόσουν τη στρατηγική της "μέγιστης πίεσης".

Σύμφωνα με την εν λόγω στρατηγική, οι Αμερικανοί θα αποσπούσαν πολλά περισσότερα από την δέσμευση των Ιρανών να μην εμπλουτίζουν το ουράνιό τους. Ήταν μια θέση που υποστήριζε ο Μπόλτον, μέχρι πρότινος παντοδύναμος σύμβουλος του προέδρου Τραμπ. Ωστόσο, επαναφέροντας τις κυρώσεις, υποτίμησαν τον αντιαμερικανισμό που αυτές θα ανατροφοδοτούσαν, καθώς και την ευεργετική του επίδραση σε ό,τι άπτεται της συσπείρωσης και της χειραγώγησης της ιρανικής κοινωνίας.

Δεν χωράει αμφιβολία, πως η απεμπλοκή του Ιράν από τους πολέμους στη γειτονιά του θα είναι προς όφελος του λαού του. Σε κάθε περίπτωση όμως, οποιαδήποτε αλλαγή πλεύσης σε θέματα εξωτερικής πολιτικής πρέπει να προκύψει μέσω μιας γενικότερης μεταρρύθμισης, που θα βασίζεται στον διάλογο μεταξύ των θεσμών που γέννησε η Επανάσταση του 1979 και του ίδιου του ιρανικού λαού. Αντίθετα, οποιαδήποτε αλλαγή στη φυσιογνωμία και τους προσανατολισμούς της Ισλαμικής Δημοκρατίας υπαγορευθεί με έξωθεν παρεμβάσεις και πιέσεις είναι σίγουρο πως θα οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες.

Η διοίκηση Ρουχανί θα μπορούσε να είναι το αδικοχαμένο θύμα της "μέγιστης πίεσης", διαψεύδοντας κάθε προσδοκία για το μέλλον των σχέσεων με την Δύση και διευκολύνοντας τη θριαμβευτική επιστροφή των "γερακιών" της Τεχεράνης. Και αυτό είναι ένα ενδεχόμενο που οι πραγματιστές στα επιτελεία των ΗΠΑ και της Ευρώπης λαμβάνουν σίγουρα υπ’ όψιν τους.

Οι Ευρωπαίοι προ των ευθυνών τους

Οι χειρισμοί, λοιπόν, της παρούσας κυβέρνησης του Ιράν είναι αντιπροσωπευτικοί της επιθυμίας του να αντιμετωπίζεται ως μια περιφερειακή δύναμη, αλλά και των πιέσεων που ασκούνται στον Ρουχανί από τις συντηρητικότερες φωνές και τους πανίσχυρους Φρουρούς της Επανάστασης. Έτσι λοιπόν, όταν διαπίστωσε πως το αίτημά της για άρση των υφιστάμενων κυρώσεων ως βάση οποιασδήποτε μελλοντικής συζήτησης με τις ΗΠΑ δεν γίνεται δεκτό και πως οι συνομιλίες με τις δυτικές δυνάμεις δεν αποφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, η Τεχεράνη προέβη σε μια "ελεγχόμενη" παραβίαση των δεσμεύσεων που απορρέουν από την JCPOA.

Πολύ ορθά, η Ισλαμική Δημοκρατία θέτει τους Ευρωπαίους συνομιλητές της προ των ευθυνών τους σε ό,τι αφορά την αποζημίωσή της για τα χαμένα έσοδα από το πετρελαϊκό εμπάργκο. Στην ουσία πράττει το αυτονόητο: υπενθυμίζει στα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη τις δικές τους δεσμεύσεις και υποχρεώσεις εντός της Συμφωνίας. Οι διαδοχικές ανακοινώσεις πως θα υπερβεί το όριο του 3,67% στον εμπλουτισμό του ουρανίου του, αλλά θα δώσει και προθεσμία δύο μηνών στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζουν με παλινωδίες και να προκαλούν σύγχυση στους παρατηρητές. Αποτελούν, ωστόσο, τρανή απόδειξη πως οι Ιρανοί δεν εγκαταλείπουν τον δρόμο της διπλωματίας και πως οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Δύση παραμένουν ανοιχτοί.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως, πως πίσω από τους δεινούς διαπραγματευτές που μιλούν άπταιστα αγγλικά και γαλλικά υπάρχουν οι κληρικοί και ο ίδιος ο Αγιατολάχ, ερήμην του οποίου ο Ρουχανί και η κυβέρνησή του δεν μπορούν να πάρουν καμία απόφαση, ειδικά σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα εξωτερικής πολιτικής.

Μετά τις πρόσφατες πρωτοβουλίες της γαλλικής διπλωματίας, αλλά και την πολύ φρέσκια εξέλιξη της αποπομπής του "ιέρακα" Μπόλτον, που έλαβε χώρα λίγο πριν την δημοσίευση του παρόντος κειμένου, η προσοχή της διεθνούς κοινότητας στρέφεται πλέον στο ενδεχόμενο μιας συνάντησης Τραμπ-Ρουχανί στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ προς τα τέλη του Σεπτέμβρη.

Οι μέχρι στιγμής πληροφορίες ούτε διαψεύδουν, ούτε επιβεβαιώνουν αυτή την είδηση και το σίγουρο είναι πως οι διαβουλεύσεις μεταξύ των υποστηρικτών και των πολέμιων μιας τέτοιας συνάντησης τόσο στην Ουάσινγκτον, όσο και στην Τεχεράνη είναι πυρετώδεις. Σε κάθε περίπτωση, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα πρόσφερε νέα περιθώρια κινήσεων στην διοίκηση Ρουχανί ενάντια στους εσωτερικούς της αντιπάλους.

Συν τοις άλλοις, μια πιθανή πρωτοβουλία χαλάρωσης των αμερικανικών κυρώσεων πριν ή ακόμα και μετά από αυτή τη συνάντηση (το πιο πιθανό σενάριο) θα δικαίωνε την μέχρι τώρα διαπραγματευτική γραμμή της Ισλαμικής Δημοκρατίας να μη συρθεί σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ υπό τους όρους της "μέγιστης πίεσης". Η δημόσια επιβεβαίωση από πλευράς Λευκού Οίκου, αμέσως μετά την αποπομπή Μπόλτον, πως οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη συνιστά μια μικρή διπλωματική νίκη για το στρατόπεδο των μετριοπαθών στο Ιράν.

Κάπως έτσι, θα μπορούσε ενδεχομένως να κλείσει θεαματικά ο περιπετειώδης κύκλος των 40 χρόνων από την Ιρανική Επανάσταση του 1979. Μπορεί βέβαια να μην οδηγήσει και σε τίποτε παραπάνω από μια φωτογραφία των δύο προέδρων για το θεαθήναι. Σε τελική ανάλυση, όπως και το –διάσημο πλέον– τάνκερ έφτασε τελικά στον προορισμό του και ξεφόρτωσε τα βαρέλια του στις συριακές ακτές προς πείσμα των πειρατών και των εκβιαστών, έτσι και η Ισλαμική Δημοκρατία συνεχίζει το μακρύ της ταξίδι μέχρι τέλους, παρά την πυκνή ομίχλη που σκεπάζει τον ορίζοντα. Οι δε συνομιλητές του Ιράν στην Δύση πρέπει πάση θυσία να κρατήσουν τον αναμεταδότη του πλοίου ανοιχτό.


Διαβάστε τα δύο προηγούμενα μέρη του αφιερώματος για τα 40 χρόνια από την Ισλαμική Επανάσταση.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.