Ο Κλαούζεβιτς στους πολέμους Ουκρανίας και Ιράν
16/03/2026
Οι μεγάλες συγκρούσεις της εποχής μας επαναφέρουν στο προσκήνιο τη σκέψη ενός από τους σημαντικότερους θεωρητικούς του πολέμου, του Carl von Clausewitz/Κλαούζεβιτς.
Στο κλασικό έργο του “περί του πολέμου”, ο Πρώσος στρατηγικός αναλυτής έθεσε τις βάσεις για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ πολιτικής και πολέμου, μια σχέση που παραμένει κεντρική για την ερμηνεία των σημερινών συγκρούσεων. Η περίφημη φράση του ότι “ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα”, δεν αποτελεί απλώς θεωρητική διατύπωση, αλλά ένα εργαλείο ανάλυσης της διεθνούς πραγματικότητας.
Στην ουσία της, η ιδέα αυτή σημαίνει ότι οι πόλεμοι δεν ξεκινούν τυχαία, αλλά αποτελούν μέσα με τα οποία τα κράτη επιδιώκουν να επιβάλουν τη βούλησή τους, όταν η διπλωματία δεν επαρκεί. Σήμερα δύο μεγάλες γεωπολιτικές συγκρούσεις δείχνουν με εντυπωσιακό τρόπο τη διαχρονική ισχύ της σκέψης του Κλαούζεβιτς. Στη θεωρία του Κλαούζεβιτς, κάθε πόλεμος πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τον πολιτικό στόχο που υπηρετεί. Η στρατιωτική δράση είναι το μέσο, ο πολιτικός σκοπός είναι ο στόχος.
Στην περίπτωση της σύγκρουσης Ρωσίας-Ουκρανίας, η Μόσχα επιδιώκει την αναδιάταξη της γεωπολιτικής ισορροπίας στην Ανατολική Ευρώπη, ενώ το Κίεβο πολεμά για την εθνική του επιβίωση και την εδαφική του ακεραιότητα. Από την άλλη πλευρά, η αντιπαράθεση Ιράν-Ισραήλ/ ΗΠΑ, έχει περισσότερο χαρακτήρα στρατηγικής αποτροπής και περιφερειακής ισχύος, όπου η στρατιωτική πίεση χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς, χωρίς να οδηγεί απαραίτητα σε άμεσο γενικευμένο πόλεμο μακράς διάρκειας και εμπλοκής στρατιωτών στο πεδίο.
Ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά εργαλεία του Κλαούζεβιτς είναι η λεγόμενη “παράδοξη τριάδα”: λαός, στρατός και κυβέρνηση. Σύμφωνα με τη θεωρία του, ο πόλεμος λειτουργεί μέσα από τη δυναμική αυτών των τριών στοιχείων. Στον πόλεμο της Ουκρανίας, η τριάδα αυτή εμφανίζεται με έντονο τρόπο. Η κοινωνική κινητοποίηση, η στρατιωτική αντίσταση και η πολιτική ηγεσία λειτουργούν ως ενιαίο σύστημα άμυνας. Στη Μέση Ανατολή, αντίθετα, η σύγκρουση είναι συχνά έμμεση, ενίοτε άμεση, γεγονός που μεταβάλλει τη σχέση μεταξύ κράτους, στρατού και κοινωνίας.
Ο Κλαούζεβιτς εισήγαγε επίσης την έννοια της “ομίχλης του πολέμου”, δηλαδή της αβεβαιότητας που κυριαρχεί σε κάθε στρατιωτική σύγκρουση. Ελλιπείς πληροφορίες, λανθασμένες εκτιμήσεις και απρόβλεπτες εξελίξεις καθιστούν την πραγματική διεξαγωγή του πολέμου πολύ πιο περίπλοκη από ό,τι φαίνεται στα στρατηγικά σχέδια. Η αβεβαιότητα αυτή είναι εμφανής τόσο στο ουκρανικό μέτωπο, όσο και στη Μέση Ανατολή. Οι εξελίξεις συχνά διαμορφώνονται από παράγοντες που δεν είχαν προβλεφθεί πλήρως από τις εμπλεκόμενες πλευρές.
Οι ομοιότητες και οι διαφορές των δύο πολέμων
Σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, κάθε πόλεμος έχει μια εσωτερική τάση προς την κλιμάκωση. Όταν ένα κράτος αυξάνει τη βία για να επιβάλει τη βούλησή του, ο αντίπαλος τείνει να απαντήσει με μεγαλύτερη ένταση. Ωστόσο, στην πράξη οι πόλεμοι συχνά περιορίζονται από πολιτικούς και στρατηγικούς υπολογισμούς. Η σύγκρουση Ρωσίας-Ουκρανίας έχει φτάσει σε υψηλό επίπεδο έντασης, αλλά παραμένει γεωγραφικά περιορισμένη. Αντίστοιχα, η αντιπαράθεση Ιράν-Ισραήλ χαρακτηρίζεται από συνεχή ένταση, χωρίς να έχει μετατραπεί σε πλήρη διακρατικό πόλεμο με χερσαία στρατεύματα.
Οι δύο αυτές συγκρούσεις παρουσιάζουν ορισμένες σημαντικές ομοιότητες. Και στις δύο περιπτώσεις, η στρατιωτική ισχύς χρησιμοποιείται για την επίτευξη πολιτικών στόχων. Επιπλέον, και οι δύο πόλεμοι λειτουργούν μέσα σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, όπου εμπλέκονται μεγάλες δυνάμεις και περιφερειακές συμμαχίες. Υπάρχουν όμως και σημαντικές διαφορές. Ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας είναι ένας κλασικός διακρατικός πόλεμος με σαφή μέτωπα και μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις. Αντίθετα, η σύγκρουση Ιράν-Ισραήλ/ΗΠΑ έχει συχνά ασύμμετρο χαρακτήρα και εκδηλώνεται μέσω περιφερειακών συγκρούσεων, στρατηγικής αποτροπής και έμμεσων επιχειρήσεων.
Η μεγαλύτερη συμβολή του Κλαούζεβιτς ίσως βρίσκεται στην προειδοποίησή του ότι οι κυβερνήσεις πρέπει πρώτα να κατανοήσουν τη φύση του πολέμου στον οποίο εμπλέκονται. Λανθασμένες εκτιμήσεις σχετικά με τη διάρκεια, το κόστος ή τη βούληση του αντιπάλου έχουν οδηγήσει επανειλημμένα σε στρατηγικές καταστροφές στην ιστορία. Στη σημερινή διεθνή σκηνή, όπου οι μεγάλες δυνάμεις βρίσκονται σε κατάσταση αυξανόμενης αντιπαράθεσης, η σκέψη του Κλαούζεβιτς παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη.
Οι σύγχρονες συγκρούσεις δείχνουν ότι, παρά τις τεχνολογικές αλλαγές, η ουσία του πολέμου εξακολουθεί να βρίσκεται στη σύνθετη σχέση μεταξύ πολιτικής βούλησης, στρατιωτικής ισχύος και κοινωνικής κινητοποίησης. Με άλλα λόγια, δύο αιώνες μετά τη συγγραφή του έργου του, ο Κλαούζεβιτς εξακολουθεί να προσφέρει ένα από τα πιο ισχυρά θεωρητικά εργαλεία για την κατανόηση των πολέμων του 21ου αιώνα.





