Ο σφαγέας Μλάντιτς και οι ευθύνες της Ευρώπης

Βαγγέλης Γεωργίου911


+100%-

του Βαγγέλη Γεωργίου  – 

Συντετριμμένες Γερμανίδες και Γερμανοί βάδιζαν ο ένας πίσω από τον άλλον δίπλα από τα αποσυντεθειμένα πτώματα. Ήταν μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Σύμμαχοι, στο πλαίσιο της γερμανικής από-ναζιστοποίησης, εξανάγκασαν πολλούς Γερμανούς να «παρελαύνουν» δίπλα από τα πτώματα θυμάτων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, για να συνειδητοποιήσουν τι διέπραξε το κράτος τους και με τη δική τους ευθύνη («Collective guilt, no! Collective responsibility, yes!»).

Έκτοτε η Ευρώπη δεν ξαναείδε ανάλογες μαζικές σφαγές και εθνικές εκκαθαρίσεις στο έδαφός της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξασφάλισε ειρήνη και οικονομική ευημερία. Ο Σουμάν κόμπαζε ότι ένας νέος γαλλογερμανικός πόλεμος θα εθεωρείτο πλέον αδιανόητος και υλικά αδύνατος. Το πρόσφατο Ευρωβαρόμετρο (88.1) επαληθεύει αυτή την εντύπωση καθώς –τουλάχιστον για τους Έλληνες- ο κύριος λόγος ένταξης της χώρας στην Ε.Ε. είναι η διατήρηση της ειρήνης και η ενίσχυση της ασφάλειας.

Ωστόσο, τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε ο στρατηγός Βλάτκο Μλάντιτς, κατά τον γιουγκοσλαβικό αποσχιστικό πόλεμο, ήταν η «πέτρα» που τάραξε τα ήσυχα ευρωπαϊκά «νερά» για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τελικά η καταδίκη του στρατηγού καταδεικνύει ότι η Ευρώπη δεν συμβιβάζεται με μελλοντικούς «χασάπηδες» ή ότι τους κυνηγά αφού τους έχει ενθαρρύνει να δράσουν;

Όταν λοιπόν έπεσαν οι πρώτοι πυροβολισμοί στη Γιουγκοσλαβία το 1991, η διεθνής κοινότητα –ουσιαστικά οι ΗΠΑ- πέταξε το μπαλάκι στους Ευρωπαίους, καθώς ο πόλεμος εκεί θεωρήθηκε «ευρωπαϊκό πρόβλημα». Έτσι, ο ΟΗΕ ενεργοποίησε το 8ο Κεφάλαιο του Χάρτη, παρέχοντας το δικαίωμα σε έναν περιφερειακό οργανισμό να επιλύσει μια τοπική σύγκρουση πριν αυτή παραπεμφθεί στον ίδιο τον ΟΗΕ.

Σε περίπτωση που τα έκανε «μούσκεμα», τα ηνία θα αναλάμβανε το Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού. Της υποθέσεως λοιπόν επιλήφθηκαν ΕΟΚ και ΟΑΣΕ. Οι αφελείς Ευρωπαίοι δήλωσαν, διά στόματος του υπουργού Εξωτερικών του Λουξεμβούργου Ζακ Πος, που ασκούσε εκείνη τη περίοδο την προεδρία, ότι “η ώρα της Ευρώπης είχε έρθει”. Τι ήθελε και το έλεγε…

Ανεξαρτητοποίηση Σλοβενίας-Κροατίας

Μέχρι το καλοκαίρι του 1991 η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σλοβενίας και η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κροατίας είχαν διακηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία τους από τη Γιουγκοσλαβία. Εύλογα, ο ομοσπονδιακός γιουγκοσλαβικός στρατός μετέβη στη Σλοβενία για να αποτρέψει την απόσχιση, όπως θα συνέβαινε σε κάθε χώρα (αρχή εσωτερικής κυριαρχίας). Αν και η επίσημη θέση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ήταν η διατήρηση του status quo ante, ωστόσο στην Ευρώπη διαμορφώθηκαν δύο απόψεις:

Η μία ήταν εκείνη του «άξονα» Γερμανίας-Ιταλίας (Βατικανού)-Δανίας-Αυστρίας (δεν ήταν μέλος της Ε.Ε. ακόμα), που προέκρινε τη διεθνή αναγνώριση της Σλοβενίας και Κροατίας. Η άλλη ήταν η πλευρά της Γαλλίας, της Βρετανίας, της Ελλάδας, της Ισπανίας και των ΗΠΑ, που διατηρούσαν τις ελπίδες για κάποιου τύπου συνομοσπονδία, και επομένως αντιτάσσονταν στην αναγνώριση των νέων κρατών.

Πάραυτα, ο Ζακ Πος κατάφερε τον Ιούλιο του 1991 να πετύχει τη Συμφωνία του Μπριόνι, βάσει της οποίας ο επίσημος γιουγκοσλαβικός στρατός της χώρας θα αποχωρούσε από τη Σλοβενία παραχωρώντας τον έλεγχο στην σλοβενική αστυνομία, ενώ η εφαρμογή της de jure ανεξαρτησίας θα έπαιρνε τρίμηνη παράταση. Η ΕΟΚ νόμιζε ότι έδινε τη λύση παραχωρώντας ουσιαστικά στο ένα μέρος (Σλοβενία) αυτό που ζητούσε (ανεξαρτησία) και παραβιάζοντας την αρχή των ίσων αποστάσεων που υιοθετεί συνήθως ο διαμεσολαβητής.

Αλυσιδωτά λάθη

Αυτή η πρώτη κίνηση τροφοδότησε μια σειρά λανθασμένων ενεργειών. Η αρχή της εσωτερικής κυριαρχίας ενός κράτους κατά το Διεθνές Δίκαιο και το γιουγκοσλαβικό Σύνταγμα ερρίφθησαν στα «σκουπίδια». Οι διαμεσολαβητές έθεσαν στο περιθώριο τον μετριοπαθή ομοσπονδιακό πρωθυπουργό Άντε Μάρκοβιτς, που ουσιαστικά φώναζε ότι «στο Μπριόνι μου διαλύσατε το κράτος!».

Εάν οι τοπικοί εθνικιστές ηγέτες (ο Σλοβένος Κούτσαν, ο Σέρβος Μιλόσεβιτς, ο Κροάτης Τούτζμαν) ήθελαν μια εξωτερική βοήθεια, δεν θα μπορούσαν να περιμένουν κάτι καλύτερο από τους όρους του Μπριόνι. Η μεν Σλοβενία έφυγε ανενόχλητη, ο δε Μιλόσεβιτς έβγαλε το σλοβενικό «χαλίκι» από το παπούτσι του, καθώς δεν υπήρχε σερβική μειονότητα εκεί.

Η επιθετική, καθ’ όλα νόμιμη, στρατιωτική επιχείρηση του Βελιγραδίου επιχείρησε να επαναφέρει τους Σλοβενους στην “τάξη”, αλλά ο Μιλόσεβιτς, με την παρασκηνιακή του δράση, τράβηξε το χαλί κάτω από τα πόδια των ομοσπονδιακών στρατηγών, αποδεχόμενος το δικαίωμα των Σλοβένων για ανεξαρτησία (Laura Silber – Allan Little, «The Death of Yugoslavia», 1996).

Αυτόματα, ο Γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός έμεινε ακάλυπτος, βλέποντας τη σλοβενική πλευρά να ενισχύεται από τον σημαντικότερο πυλώνα της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, τον ηγέτη των Σέρβων. Η δε Κροατία χρησιμοποίησε την σλοβενική ανεξαρτησία ως προηγούμενο («γιατί αυτοί, και όχι εμείς;») Την ίδια στιγμή καλλιεργούνταν οι φόβοι -τα μίντια οργίασαν- μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων/μειονοτήτων λόγω ισχυροποίησης της μίας ή της άλλης πλευράς (διλήμματα ασφαλείας), ενώ οι αποσχιστές προετοίμαζαν τις δυνάμεις τους.

Εντελώς αυθαίρετα, οι Ευρωπαίοι συμπεριφέρθηκαν στη διοικητική περιφέρεια της Σλοβενίας σαν να συνιστούσε κρατική οντότητα, εφαρμόζοντας επιλεκτικά την αμφιλεγόμενη αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών, ενώ υποστήριζαν εμμονικά ότι τα σύνορα είναι απαραβίαστα. Τον Ιταλό ΥΠΕΞ όμως, Τζιάνι Ντε Μικέλι «δεν τον ένοιαζαν οι λέξεις αλλά οι υπογραφές», όπως έλεγε. Δεν έλαβαν υπόψη την ιδιαιτερότητα των Βαλκανίων και τη διαχρονική εθνοτική, θρησκευτική και πολιτισμική διαμάχη ετερογένεια της περιοχής ούτε καν το Διεθνές Δίκαιο.

Διαφορετική συνταγή για την Καταλονία

Η «κουζίνα» των Βρυξελλών χρησιμοποίησε διαφορετική συνταγή για τη Γιουγκοσλαβία και για τη σημερινή κρίση στην Καταλονία. Περισσότερο βίαιη υπήρξε αναλογικά η κυβέρνηση Ραχόι απέναντι στους Καταλανούς παρά η κυβέρνηση Μάρκοβιτς απέναντι στους Σλοβένους.

Ενδεικτικά, ο νόμιμος γιουγκοσλαβικός στρατός στον σλοβενικό πόλεμο άφησε πίσω του 146 τραυματίες, ενώ η ισπανική αστυνομία (ούτε καν στρατός) σακάτεψε 900 ανθρώπους. Ωστόσο, η Γιουγκοσλαβία δεν ήταν κράτος-μέλος όπως η Ισπανία ώστε να χρήζει της ίδιας στήριξης. Στη Σλοβενία και την Κροατία, η Ε.Ε. χρησιμοποίησε αυθαίρετα τα δημοψηφίσματα ως εργαλεία. Στην Καταλονία δεν είχαν σημασία αυτά.

Και ενώ στην Ε.Ε. θεώρησαν το Μπριόνι ως θρίαμβο (βλέπε Μόναχο 1938), ενάμιση μήνα μετά ανέθεσαν σε μια ομάδα περισπούδαστων νομικών, υπό την προεδρία τού πρώην υπουργού του Μιτεράν Robert Badinter να γνωμοδοτήσει για την ύπαρξη της ίδιας της Γιουγκοσλαβίας και για το ποιες ήταν οι προϋποθέσεις δημιουργίας ενός νέου κράτους. Η Επιτροπή βασίστηκε στο Μπριόνι και αποφάνθηκε ότι η Σλοβενία δικαιούται να «φύγει», αλλά όχι και η Κροατία. Η τελευταία δεν προσέφερε εγγυήσεις για τη μεγάλη σερβική μειονότητα που κατοικούσε στο έδαφός της.

Μονομερής αναγνώριση

Τον γόρδιο δεσμό «έκοψε» η γερμανική κυβέρνηση του Χέλμουτ Κολ (μέλος της ήταν και η Άγνκελα Μέρκελ) που έφερε τους πάντες προ τετελεσμένων. Το φθινόπωρο του 1991, η Γερμανία αναγνώρισε μονομερώς την Κροατία αδιαφορώντας για τους υπόλοιπους εταίρους. Ενώ αρχικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ αντέδρασαν, στη συνέχεια υπέκυψαν στη γερμανική βούληση και προχώρησαν στο δεύτερο «ξήλωμα» της Γιουγκοσλαβίας. Η Κροατία αναγνωρίστηκε από την ΕΟΚ στις αρχές του 1992.

Πολλά χρόνια μετά, σε μια συζήτηση το 2012, έλεγε ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής  Επιτροπής Ζακ Nτελόρ: «Η Ευρώπη ήταν ανίσχυρη. Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ολλανδία δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν στην αναγνώριση της Κροατίας. Βιώναμε μια τεράστια κρίση. Τελικά, η Γαλλία και η Γερμανία αποφάσισαν να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους και να προχωρήσουν στο Μάαστριχτ». Άραγε, πόσο θαρραλέο ακούγεται αυτό το  «αποφάσισαν να προχωρήσουν»; Ωστόσο, πόσο ανταποκρίνεται στην αλήθεια;

Γαλλογερμανικός άξονας

Εκείνο που έτρεμαν οι Ευρωπαίοι ήταν ότι αυτή η σημαντική ενδοκοινοτική διαφωνία εμφανίστηκε λίγο πριν πέσουν οι υπογραφές στο Μάαστριχτ, που θα έφερνε το ευρώ και θα καθιστούσε πιο συμπαγή την Ένωση. Είχε προηγηθεί η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, και οι τρομαγμένοι Γάλλοι ήθελαν πάση «γιουγκοσλαβική» θυσία να προσδέσουν πιο σφιχτά την πιο χαλαρά συνδεδεμένη και ακόμη πιο ισχυρή Γερμανία στο κοινοτικό άρμα.

Η Γαλλία δεν ήταν διατεθειμένη να χάσει. Ανέβηκε το ίδιο τρένο (ΟΝΕ) με την Γερμανία προκειμένου να αποφύγει μια σύγκρουση (bandwagoning). Έτσι, οι εκλεπτυσμένοι Γάλλοι ενέδωσαν στην γιουγκοσλαβική από-ολοκλήρωση που εγκαινίασε ο Χέλμουτ Κολ με αντάλλαγμα την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Έκτοτε αναπαράγεται από την ΕΕ το ίδιο λίγο πολύ μετα-αφήγημα (στο εν λόγω βίντεο, το κανάλι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναγνωρίζει μάλιστα και τους πολίτες της ΠΓΔΜ ως «Μακεδόνες»). Παρουσιάζεται ως φυσική η ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας, λες και δεν υπήρξε ποτέ το γιουγκοσλαβικός κράτος. Υποβαθμίζοντας εντέχνως τις ευθύνες της, η ΕΕ διαθέτει πάντα εξιλαστήρια θύματα, ενόχους τύπου Μλάντιτς.

«Παρίας» η Σερβία

Το ευρωπαϊκό εγχείρημα εξαγνίζεται εγκολπώνοντας τη Σλοβενία και την Κροατία κι αφήνοντας όλη τη ρετσινιά στη Σερβία. Ωστόσο, διαφεύγει του ευρωενωσιακού αφηγήματος ότι, αφού Κροάτες έπεισαν τους νομικάριους της Επιτροπής Badinter ότι θα σέβονταν τη σερβική μειονότητα, εξαπέλυσαν το 1995 τη γιγαντιαία επιχείρηση STORM και προχώρησαν σε εθνοκάθαρση των εδαφών τους, εκτοπίζοντας 200.000 Σέρβους, ενώ έσφαξαν, βίασαν και βασάνισαν εκατοντάδες άλλους, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία. Η εθνοκάθαρση αποτέλεσε αναπόσπαστο πυλώνα της υψηλής στρατηγικής του Τούτζμαν.

Μιας αμφιλεγόμενης απόφασης προηγούνταν μισή και στρεβλή λύση. Ως εκ τούτου, άνοιγε η πόρτα για περισσότερη σφαγή και fakenews. Έτσι, σήμερα, η Δύση έκρινε ένοχο τον Μλάντιτς για τη «γενοκτονία» στη Σρεμπρένιτσα. Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές τοποθετήσεις που αμφισβητούν το αν υπήρξε πράγματι γενοκτονία, όπως εκείνη του στρατιωτικού παρατηρητή του ΟΗΕ στρατηγού Carlos Martins Branco ή του στρατιωτικού διοικητή της Δύναμης Προστασίας των Ηνωμένων Εθνών στο Σεράγεβο, Lewis MacKenzie. Η επικέντρωση της δημόσιας προσοχής σε επικίνδυνους τοπικούς ηγέτες, καθώς και η έως και διόγκωση των πραγματικών εγκλημάτων μεταβίβασαν αλλού τις συγκλονιστικές ευθύνες των Ευρωπαίων.

Θύματα ως άλλοθι

Παράλληλα με τις περιηγήσεις των 45 λεπτών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης που οργάνωναν οι Σύμμαχοι για τους Γερμανούς, πολλοί Γερμανοί έβγαιναν στους δρόμους και χόρευαν φωνάζοντας «Nie wieder Krie» («Ποτέ ξανά Πόλεμος»). Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί όμως συμπλήρωσαν την φράση «ποτέ ξανά πόλεμος… στη γειτονιά μας». Με άλλα λόγια, μακριά από εμάς.

Τα θύματα του Μλάντιτς ήταν ασύγκριτα πολύ λιγότερα από εκείνα που δημιούργησαν οι αποφάσεις στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες την περίοδο 91’-95’. Αλλά, είπαμε, τα πανανθρώπινα σύμβολα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εξέπεσαν σε τεχνητά άλλοθι που δικαιολογούν τα πάντα στην «κουζίνα» των Βρυξελλών, προκειμένου να συνεχιστεί –αλλοτριωμένη- η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ακόμα και με νέα κρεματόρια στα σκοτεινά δάση των Βαλκανίων.

bookmark icon