Οι Αμερικανοί βάζουν στη μέγγενη τον Ερντογάν

Σταύρος Λυγερός
9890
Οι Αμερικανοί βάζουν στη μέγγενη τον Ερντογάν, Σταύρος Λυγερός

Η επιβολή αμερικανικών κυρώσεων είναι μία σαφής ένδειξη ότι η Ουάσιγκτον διαβαίνει τον Ρουβίκωνα σε σχέση με τον Ερντογάν. Η άρνηση της Άγκυρας να απελευθερώσει τον πάστορα Μπράνσον είναι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Οι Αμερικανοί κατάπιαν πολλές προκλήσεις στην προσπάθειά τους να επαναφέρουν την Τουρκία στο δυτικό μαντρί. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, διαπίστωσαν ότι η υποχωρητική τακτική τους αντί να επιφέρει τουλάχιστον έναν συμβιβασμό με το νεοσουλτάνο, τον αποθράσυνε.

Ούτε και τότε, όμως, πήγαν σε ρήξη. Προτίμησαν τις πλαγιοκοπήσεις, με σκοπό να τον πειθαναγκάσουν να κάνει βήματα πίσω. Σ’ αυτό το πλαίσιο εγγράφεται η παραπομπή στην αμερικανική Δικαιοσύνη του τραπεζίτη Αττίλα, ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό της οικογένειας Ερντογάν, είχε σπάσει το εμπάργκο με το Ιράν. Επίσης, η παραπομπή των σωματοφυλάκων του Τούρκου προέδρου, οι οποίοι είχαν βιαιοπραγήσει εναντίον Αρμενίων διαδηλωτών στην Ουάσιγκτον κατά τη διάρκεια της εκεί επίσημης επίσκεψης.

Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι κινήσεις υπονόμευσης της τουρκικής οικονομίας που έχουν ως αποτέλεσμα τις μεγάλες απώλειες της τουρκικής λίρας έναντι του δολαρίου. Και βεβαίως στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι πρωτοβουλίες του Κογκρέσου να εμποδίσουν την παράδοση των μαχητικών F-35 στην Τουρκία.

Όταν μετά την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού ο Ερντογάν είχε διαπιστώσει την απροθυμία της Ουάσιγκτον να ακολουθήσει την Άγκυρα σε μία μετωπική αντιπαράθεση με τη Ρωσία στη Συρία, είχα εκφράσει την εκτίμηση ότι -λόγω και του Κουρδικού- οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις εισέρχονται σε δύσκολη περίοδο. Όταν αργότερα ο Τούρκος πρόεδρος προσέγγισε τη Μόσχα, η συσσώρευση πυκνών νεφών προμήνυε καταιγίδα. Ο γεωπολιτικός εναγκαλισμός με τον Πούτιν και κυρίως το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 προκάλεσαν βαθύ ρήγμα, το οποίο -όπως είχα τότε προβλέψει- βαθαίνει αντί να γεφυρώνεται.

Υπενθυμίζουμε ότι μέχρι ένα χρονικό σημείο, σχεδόν μέχρι το 2012, ο Ερντογάν ήταν ο εκλεκτός της Δύσης. Αυτό άλλαξε όταν άρχισε να ξεδιπλώνει τη δική του πολιτική ατζέντα και να εμφανίζει τάσεις γεωπολιτικής αυτονόμησης από τις ΗΠΑ. Το Κουρδικό έπαιξε βασικό ρόλο για να εκδηλώσει αυτές τις τάσεις. Η Ουάσιγκτον έχει ισχυρό λόγο που δεν θέλει να εγκαταλείψει το χαρτί των Κούρδων, παρά τις εκπτώσεις που τους τελευταίους μήνες έκανε για να τα βρει με την Άγκυρα.

Το κουρδικό αγκάθι

Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι Κούρδοι έχουν αποδείξει πως είναι αξιόπιστη δύναμη. Ο δεύτερος είναι ότι έχουν όλες τις προϋποθέσεις για να λειτουργήσουν ως στρατηγικός εταίρος της υπερδύναμης στην περιοχή, εάν, βεβαίως κι αυτή από την πλευρά της υποστηρίξει τις βασικές εθνικές επιδιώξεις τους. Δεν είναι τυχαίο, βεβαίως, ότι το Ισραήλ έχει από νωρίς κάνει τη στρατηγική επιλογή του υπέρ της ίδρυσης κουρδικού κράτους.

Η συμμαχία των Αμερικανών με το παρακλάδι του ΡΚΚ στη Συρία τροφοδότησε την καχυποψία του Ερντογάν για τις προθέσεις τους. Αυτός ήταν βασικός λόγος που τον εξώθησε να στραφεί προς τη Μόσχα. Η απόπειρα ανατροπής του τον Ιούλιο 2016 έπεισε τον Τούρκο πρόεδρο πως πίσω από τους πραξικοπηματίες ήταν οι ΗΠΑ. Όταν καταγγέλλει τον Γκιουλέν, στην πραγματικότητα δείχνει τη CIA. Οι συνεχείς τριβές και τα ουκ ολίγα επεισόδια που μεσολάβησαν από τότε είναι μία ισχυρή ένδειξη ότι το χάσμα τείνει να μετατραπεί σε ρήξη, παρότι επισήμως και οι δύο πλευρές δεν το ομολογούν.

Οι Αμερικανοί δεν θέλουν να χάσουν την Τουρκία, την οποία θεωρούν πολύτιμο γεωπολιτικό οικόπεδο. Γι’ αυτό και παρά την κατά καιρούς επιθετική ρητορική του Τούρκου προέδρου, όπως προανέφερα, είχαν αποφύγει να ωθήσουν τα πράγματα σε ανοικτή ρήξη. Το ερώτημα που απασχολούσε το Στέητ Ντηπάρτμεντ είναι εάν οι κινήσεις του Ερντογάν για αυτονόμηση από τις ΗΠΑ και προσέγγιση με τη Ρωσία είναι συγκυριακές και έχουν στόχο την επίτευξη ενός συμβιβασμού, ή πρόκειται για στρατηγική επιλογή.

Γεφυρώσιμο ή όχι το ρήγμα;

Η εκτίμηση που κυριαρχούσε αρχικά στην Ουάσιγκτον ήταν πως το χάσμα μπορεί να γεφυρωθεί. Μία σημαντική προσπάθεια ήταν η αποστολή του τότε υπουργού Εξωτερικών Τίλερσον στην Άγκυρα. Στις συνομιλίες που είχε με τον Ερντογάν είχε προσφέρει κάποια ανταλλάγματα κυρίως σχετικά με τους Κούρδους στη Συρία, αλλά ο Τούρκος πρόεδρος ζητούσε την έκδοση του Γκιουλέν και τον τερματισμό της αμερικανικής έρευνας για το τουρκικό τραπεζικό σύστημα.

Σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα των αμερικανικών προσπαθειών ήταν η συνάντηση Τραμπ-Ερντογάν στο περιθώριο της τελευταίας συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει πως ο Τούρκος πρόεδρος υποσχέθηκε την απελευθέρωση του πάστορα κι ότι αθέτησε τον λόγο του. Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και ελήφθη η απόφαση για επιβολή κυρώσεων. Η μέθοδος, άλλωστε, είναι η ίδια. Όπως έχει φανεί και στις περιπτώσεις της Ρωσίας και του Ιράν, η Ουάσιγκτον αρχίζει με την επιβολή κάποιων κυρώσεων και σταδιακά κλιμακώνει.

Το τελευταίο διάστημα, άλλωστε, στην Ουάσιγκτον κερδίζει έδαφος η γραμμή για την ανάγκη να γίνουν κινήσεις με σκοπό το στρίμωγμα της Τουρκίας, έστω κι αν αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανοικτή ρήξη. Είναι ακριβώς μέσα σ’ αυτό το κλίμα που επιβλήθηκαν οι κυρώσεις. Υπενθυμίζουμε πως στις τουρκικές φυλακές υπάρχουν σήμερα 20 περίπου Αμερικανοί ουσιαστικά πολιτικοί κρατούμενοι. Μεταξύ αυτών είναι και τουρκικής καταγωγής υπάλληλοι του αμερικανικού προξενείου στην Κωνσταντινούπολη.

Σε αναζήτηση διάδοχης κατάστασης

Πριν τις τελευταίες εκλογές οι σχεδιαστές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής αναζητούσαν διάδοχες προσωπικότητες και δυνάμεις, που -υπό προϋποθέσεις- θα μπορούσαν να προωθηθούν στο τιμόνι της Τουρκίας και οι οποίες ήταν πρόθυμες να αποκαταστήσουν τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις στο παραδοσιακό πλαίσιό τους. Οι αναζητήσεις αυτές συνδέονταν και με τις πληροφορίες ότι η υγεία του Τούρκου προέδρου εμφανίζει σημάδια επιδείνωσης.

Το αποτέλεσμα των εκλογών του περασμένου Ιουνίου, ωστόσο, έδειξε ότι αυτά τα σενάρια της αμερικανικής διπλωματίας ήταν αβάσιμα. Έδειξε ότι ο Ερντογάν παραμένει ο ηγέτης της Τουρκίας και μάλιστα με υπερεξουσίες, ως επικεφαλής ενός προσωποπαγούς καθεστώτος, το οποίο διαθέτει ισχυρή λαϊκή βάση στη «βαθιά Τούρκία». Με άλλα λόγια, για το ορατό μέλλον η Τουρκία είναι άρρηκτα δεμένη με το νεοσουλτάνο της, γεγονός που επανέφερε ακόμα πιο επιτακτικά το δίλημμα για τους Αμερικανούς.

Η επιβολή κυρώσεων εναντίον των υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών της Τουρκίας με αφορμή την άρνηση απελευθέρωσης του πάστορα Μπράνσον είναι το πρώτο καθοριστικό βήμα προς τη ρήξη στις διμερείς σχέσεις. Η συνάντηση Πομπέο-Τσαβούσογλου στη Σιγγαπούρη έδειξε μία διάθεση να βρεθεί λύση. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών εμφανίσθηκε αισιόδοξος πως τις επόμενες ημέρες θα απελευθερωθεί και ο πάστορας Μπράνσον και άλλοι Αμερικανοί.

Προς ρήξη

Εάν ο Ερντογάν υποχωρήσει σ’ αυτό το ιδιότυπο μπραντεφέρ, πιθανότατα η Ουάσιγκτον δεν θα σταματήσει. Θα απαιτήσει πρόσθετα, με σκοπό να τον σύρει πίσω στο δυτικό μαντρί και μάλιστα με ταπεινωτικούς όρους. Στο αμερικανικό επιτελείο, άλλωστε, αρχίζει να επικρατεί πλέον η πεποίθηση πως ο Τούρκος πρόεδρος έχει ξεπεράσει τα όρια, πως δεν είναι αξιόπιστος και ως εκ τούτου δεν μπορούν να βρουν μαζί του έναν αξιόπιστο συμβιβασμό.

Εάν, μάλιστα, υποχωρήσει στο ζήτημα του Μπράνσον θα επιβεβαιωθούν αυτοί που υποστήριζαν πως η μόνη γλώσσα που καταλαβαίνει ο Τούρκος πρόεδρος είναι η γλώσσα της ισχύος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον θα συνεχίσει την τακτική της μέγγενης που εγκαινίασε με τις κυρώσεις. Εκτός από τις κυρώσεις, άλλωστε, συνεχίζονται και οι πλαγιοκοπήσεις που έχουν φέρει την τουρκική οικονομία σε δυσχερή θέση.

Όπως προανέφερα, από την πλευρά του ο Ερντογάν είναι πεπεισμένος πως πίσω από το πραξικόπημα του 2016 ήταν οι Αμερικανοί. Είναι πεπεισμένος πως τον έχουν προγράψει. Αυτός είναι ο λόγος που δεν τους έχει καμία εμπιστοσύνη και ως εκ τούτου είναι μάλλον απίθανο να επιστρέψει στο δυτικό μαντρί. Αυτό φάνηκε και από την αντίδρασή του στις αμερικανικές κυρώσεις. Επέβαλε συμμετρικές κυρώσεις εναντίον Αμερικανών υπουργών, σε μία προσπάθεια να δείξει ότι μιλάει επί ίσοις όροις με την Ουάσιγκτον.

Ενδεχομένως η κίνησή του αυτή να είναι μία εξισορρόπηση στο επίπεδο των εντυπώσεων της απελευθέρωσης του Μπράνσον και των άλλων Αμερικανών. Ίσως, όμως, και να είναι ένδειξη σκλήρυνσης και βήματος προς τη ρήξη. Ό,τι και από τα δύο να συμβαίνει, το πιθανότερο σενάριο για την εξέλιξη των αμερικανοτουρκικών σχέσεων είναι ότι ακόμα και η απελευθέρωση του Μπράνσον δεν πρόκειται να εξομαλύνει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Μπορεί προσωρινά να πέσουν οι τόνοι, αλλά δεν φαίνεται να έχουν θετική προοπτική, εκτός εάν ο Ερντογάν ουσιαστικά παραδοθεί. Το ενδεχόμενο αυτό, ωστόσο, για τους λόγους που προανέφερα, συγκεντρώνει ελάχιστες πιθανότητες. Γι’ αυτό και οι σχέσεις Ουάσιγκτον-Άγκυρας ή θα επιδεινωθούν περαιτέρω και με την κλιμάκωση των κυρώσεων θα οδηγηθούν σε ρήξη, ή θα συνεχίσουν για ένα διάστημα να πελαγοδρομούν μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας πριν διολισθήσουν προς τη ρήξη.

Είναι προφανές πως από την εξέλιξη των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί σε καθοριστικό βαθμό και η διαμόρφωση των νέων γεωπολιτικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα εξαρτηθεί και ο ρόλος της Ελλάδας. Έχω, άλλωστε, από την πρώτη στιγμή υπογραμμίσει ότι η ρήξη στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις εκ των πραγμάτων θα μετατρέψει την Ελλάδα στο δυτικό σύστημα ασφαλείας, από χώρα δεύτερης γραμμής, που ήταν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε χώρα πρώτης γραμμής.