ΘΕΜΑ

Οι δυτικοί μύθοι για την Ταϊβάν – Η επόμενη Ουκρανία;

Οι δυτικοί μύθοι για την Ταϊβάν – Η επόμενη Ουκρανία; Γιώργος Τσίπρας
EPA/RITCHIE B. TONGO

Η Ταϊβάν έγινε ιαπωνική αποικία το 1895 μαζί με Κορέα, ενώ η Μαντζουρία (βορειοανατολική Κίνα) στη δεκαετία ‘30. Απελευθερώθηκαν το 1945. Το 1949 κατέφυγε στην Ταϊβάν το ηττημένο στον εμφύλιο καθεστώς Τσιανγκ Κάι-Σεκ και Κουομιντάνγκ (Εθνικιστικό Κόμμα), περίπου 1,2 εκατομμύρια, μαζί με τα αποθέματα χρυσού της Κίνας. Πριν φτάσουν, η Ταϊβάν είχε 6,5 εκατομμύρια πληθυσμό. 

Κινέζοι είχαν αρχίσει να την εποικίζουν, κυρίως από το 17ο αιώνα. Με εξαίρεση το 2,4% του πληθυσμού από αυτόχθονες Αυστρονησιακούς πληθυσμούς, οι Ταϊβανέζοι είναι Κινέζοι, κυρίως Χαν. Μεγάλη πολιτική δημοσιότητα γνωρίζουν στη Δύση έρευνες στην Ταϊβάν που εμφανίζουν μια πλειοψηφία να αυτοπροσδιορίζεται ως Ταϊβανέζοι και όχι Κινέζοι, πολιτική τάση που διαμορφώθηκε μόλις τα τελευταία τριάντα χρόνια. Πρόκειται για πολιτική δήλωση, ή ταυτότητα τοπικιστικού χαρακτήρα και όχι για εθνικό αυτοπροσδιορισμό. 

Κανένας σοβαρός μελετητής δεν αναφέρεται σε ταϊβανέζικη “εθνική ταυτότητα”, ούτε η αμερικανική διπλωματία που αλλιώς θα είχε κάνει την τρίχα τριχιά. Επιχειρούνται διάφοροι πονηροί, αντεστραμμένοι παραλληλισμοί με το ουκρανικό ζήτημα για πολλά, εκτός από το εθνολογικό ζήτημα και την ουκρανική εθνική ταυτότητα. 

Πόσο κινέζικη είναι η Ταϊβάν;

Όταν οι ΗΠΑ εισήλθαν στον Πόλεμο το 1941, η κυβέρνηση του Κουομιντάνγκ κατήγγειλε όλες τις συνθήκες με την Ιαπωνία και απαίτησε την επιστροφή Μαντζουρίας και Ταϊβάν. Με τη Διάσκεψη του Καΐρου το 1943 (συμμετείχε και ο Τσιανγκ Κάι-Σεκ) οι τρεις Σύμμαχοι διακήρυξαν ότι όλες οι ιαπωνικές κτήσεις θα επιστρέφονταν στην Κίνα, με ρητή αναφορά στην Ταϊβάν, δέσμευση που επιβεβαιώθηκε στο Πότσδαμ.

Με την τελετή παράδοσης από τον ιαπωνικό στρατό στην κυβέρνηση του Κουομιντάνγκ, στην Ταπέι (Οκτώβριο 1945, παρουσία των Συμμάχων) η Ταϊβάν επέστρεφε de jure και de facto στην Κίνα. Η Ταϊβάν δεν αυτονομήθηκε ως αυτονομιστικό κίνημα. Επίσης, δεν έχουμε την περίπτωση Βόρειων και Νότιων στις ΗΠΑ, ούτε τον πολιτικό χωρισμό της Κορέας μετά από μια “ισόπαλη” διεθνοποιημένη σύγκρουση. Ο κινεζικός εμφύλιος κατέληξε στη συντριβή του Κουομιντάνγκ που κατέφυγε στη μόνη απομακρυσμένη περιοχή της επικράτειας. Ο στρατός του Τσιανγκ Κάι-Σεκ χρειάστηκε να “πείσει” με σφαγές το νησί για το χωρισμό του από την ηπειρωτική χώρα, ώστε να διασωθεί ο ίδιος, χειρότερα και από τη βία που απαιτήθηκε για την επιβολή της ιαπωνικής αποικιοκρατίας μισό αιώνα πριν. 

Στην Κορέα ο πόλεμος τελείωσε χωρίς συμφωνία ειρήνευσης, με κατάπαυση πυρός. Στην Κίνα δεν χρειάστηκε ούτε αυτό, αφού ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός αδυνατούσε να καταδιώξει στη θάλασσα τα υπολείμματα του Κουομιντάνγκ απέναντι στον 7ο Στόλο που περιπολεί μέχρι σήμερα στην περιοχή, 10 χιλ χιλιόμετρα από τις αμερικανικές ακτές. Μόλις το 1955 αποχώρησαν οι Αμερικανοί πεζοναύτες από τα πιο απομακρυσμένα νησάκια της Ταϊβάν, λίγα μίλια από τις κινεζικές ακτές. Το Γενικό Επιτελείο των ΗΠΑ αποφάσισε αργότερα τη χρήση πυρηνικών, αν συνεχίζονταν οι επιθέσεις σε άλλα νησάκια στις κινεζικές ακτές. 

Όταν εξαρτάς τη μοίρα σου από τις ΗΠΑ…

Το κατοπινό διεθνές στάτους της Ταϊβάν διακρίνεται σε διαφορετικές περιόδους, κυρίως, λόγω προτεραιοτήτων της αμερικανικής πολιτικής. Συνοπτικά, η πρώτη, από το 1949 μέχρι το 1970, είναι περίοδος με πλήρη διεθνή νομιμοποίηση. Η δεύτερη, όπου, το 1971 με ψήφισμα του ΟΗΕ η έδρα της Κίνας μεταβιβάζεται στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και οι ΗΠΑ το 1979 αναγνωρίζουν επίσημα το Πεκίνο, η δε Ταιβάν χάνει διπλωματικές αναγνωρίσεις. Εν τω μεταξύ ο Τσιανγκ Κάι-Σεκ πεθαίνει το 1975.

Η τρίτη περίοδος μέχρι τις ανατροπές γύρω από το 1990, δηλαδή την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η Ταϊβάν διατηρεί άτυπες σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις και αρχίζει να διαμορφώνει “ταϊβανέζικη ταυτότητα”. Η τέταρτη περίοδος μέχρι το 2015 η Ταϊβάν συμμετέχει με ειδικές ονομασίες σε διεθνείς οργανισμούς. Στη συνέχεια, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει την Κίνα ως κύριο στρατηγικό της αντίπαλο, την Ταϊβάν ως γεωπολιτικό παράγοντα, η οποία υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ στις αντιπαραθέσεις της με το Πεκίνο.

Όταν ο Τσιανγκ Κάι-Σεκ κατέφευγε στην Ταϊβάν, το παρουσίαζε ως προσωρινή υποχώρηση: «Προετοιμαζόμαστε για ένα χρόνο, αντεπιτιθόμαστε σε δυο χρόνια, συντρίβουμε τον αντίπαλο σε τρία χρόνια και πετυχαίνουμε σε πέντε χρόνια». Μέχρι το τέλος της ζωής του θα παρίστανε ότι εκπροσωπεί όχι μια πραξικοπηματικά αυτονομημένη περιοχή, αλλά τη νόμιμη κυβέρνηση του όλου της Κίνας. Δυο ήταν οι λόγοι για τον μικρομεγαλισμό. Eσωτερική σκοπιμότητα και η επιθυμία της Ουάσιγκτον: Η διατήρηση της έδρας του Μόνιμου Μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας από την πρώην Δημοκρατία της Κίνας του Κουομιντάνγκ και νυν Ταϊβάν εκ μέρους… των ΗΠΑ, θεσμική ανωμαλία του ΟΗΕ που κράτησε μέχρι το 1971. 

Όταν το 1944 ο Ρούσβελτ επέβαλε στους Συμμάχους την Κίνα του εγγυημένα αντικομουνιστή Τσιανγκ Κάι-Σεκ ως ένα από τα πέντε προνομιακά κράτη στα μελλοντικά Ηνωμένα Έθνη, δεν φανταζόταν την επικράτηση των κομμουνιστών. Αργότερα η Ουάσιγκτον “διόρθωνε” το λάθος με την αναγνώριση της Ταϊπέι ως νόμιμου εκπροσώπου της Κίνας, αντί του κομμουνιστικού Πεκίνου, αλλά έχανε έτσι την ευκαιρία για μια δεύτερη Νότια Κορέα.

Η αμερικανοκινεζική προσέγγιση 

Τα πράγματα πήραν χειρότερη τροπή με την αμερικανοκινεζική προσέγγιση. Το 1978 η αμερικανική κυβέρνηση δήλωνε ότι «οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν την θέση της Κίνας ότι υπάρχει μόνο μια Κίνα και η Ταϊβάν είναι τμήμα της». Το 1971 με την απόφαση 2758 ο ΟΗΕ είχε αποφασίσει «να αποκαταστήσει όλα τα δικαιώματα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και να αναγνωρίσει τους εκπροσώπους της ως τους μόνους νόμιμους εκπροσώπους» και «να αποβάλει τους εκπροσώπους του Τσιανγκ Κάι-Σεκ από τις θέσεις που παράνομα κατέχουν στα Ηνωμένη Έθνη και όλους τους σχετικούς οργανισμούς». Επίσημα η Ταϊβάν αναφέρεται από τότε ως “Επαρχία της Κίνας”. 

Η Ταϊβάν κατακρημνίστηκε στη δεκαετία ‘70 από Μόνιμο Μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας σε οντότητα, χωρίς διεθνή αναγνώριση. Την αναγνωρίζουν μόνο Παραγουάη, Γουατεμάλα και Αϊτή (και οι τρεις από περιόδους στρατιωτικής δικτατορίας) και άλλα δέκα μικρά κρατίδια ακόλουθοι των ΗΠΑ. Τις παράπλευρες συνέπειες άλλων αμερικανικών προτεραιοτήτων του προηγούμενου αιώνα πασχίζει να διορθώσει τώρα η Ουάσιγκτον, επειδή το νησί απέκτησε γεωπολιτική αξία λόγω της σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας. Ποτέ και για τίποτα δεν είναι αργά…

Ποιος προκαλεί ποιον;

Από τη δεκαετία ’90 η “στρατηγική αμφισημία” διατήρησης του υφιστάμενου στάτους κβο που έγινε επίσημη πολιτική σήμαινε ότι οι ΗΠΑ ταυτόχρονα: α. αποδέχονται την “πολιτική της μίας Κίνας”, β. αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης αν η Κίνα επιχειρήσει την επανένωση, γ. εναντιώνονται στην ανεξαρτητοποίηση της Ταϊβάν. Το τελευταίο σημείο αφαιρέθηκε από την ιστοσελίδα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ μόλις φέτος με την εκλογή Τραμπ. Πέρασε στα ψιλά των ΜΜΕ.

 

Ακολούθησε η εγκατάλειψη της αμφισημίας από την Ιαπωνία, με τη νέα “τραμπική” Πρωθυπουργό Τακαΐτσι να δηλώνει αρχές Νοεμβρίου ότι τυχόν αποκλεισμός της Ταϊβάν από την Κίνα θα συνιστούσε «κατάσταση που απειλεί την επιβίωση της Ιαπωνίας», αφήνοντας να εννοηθεί στρατιωτική αντίδραση σαν να δεχόταν επίθεση η ίδια. Προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της Κίνας και την έκτακτη επικοινωνία Σι-Τραμπ, προφανώς γιατί άλλα είχαν συμφωνηθεί πρόσφατα και δεσμευτεί ο Τραμπ, που πρόσφατα δήλωσε πως «είναι θέμα του Σι» το τι θα κάνει στην Ταϊβάν, αλλά θα τον «στεναχωρούσε η αλλαγή του στάτους κβο».

Η Ιαπωνία δεν αποζημίωσε ποτέ την Κίνα για τα μαζικά εγκλήματα και καταστροφές της κατοχής, όπως και η Γερμανία την Ελλάδα, και δεν τα έχει καν αναγνωρίσει, κάτι που η Γερμανία έκανε έστω επιλεκτικά. Το ένοχο αποικιακό της παρελθόν, ειδικά στην Ταϊβάν και η τάση ανάκτησης του καταδικασμένου ιαπωνικού μιλιταρισμού, καθιστούν την αντίδραση της Κίνας δικαιολογημένη για οποιοδήποτε κράτος στη θέση της.

Ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών του αντιπολιτευόμενου Συνταγματικού Δημοκρατικού Κόμματος έθεσε το ερώτημα πώς νοείται ο αποκλεισμός της Ταϊβάν να συνιστά «κατάσταση απειλής για την επιβίωση», εφόσον τα ιαπωνικά πλοία θα μπορούσαν να παρακάμπτουν την Ταϊβάν και η Ιαπωνία να συνεχίσει να τροφοδοτείται σε ενέργεια και τρόφιμα. Η απάντηση Τακαΐτσι ήταν ότι μια αμερικανική παρέμβαση για σπάσιμο του αποκλεισμού θα οδηγούσε σε σύγκρουση που θα προκαλούσε «κατάσταση απειλής για την επιβίωση» για την Ιαπωνία. Με μια κουβέντα το πρόβλημα δεν είναι τόσο η ίδια η απόπειρα επανένωσης Κίνας-Ταϊβάν αλλά η πιθανή αντίδραση των ΗΠΑ. 

Τι θα σήμαινε η επανένωση

Η επανένωση και το πέραμα της Ταϊβάν υπό τον έλεγχο του Πεκίνου πράγματι θα άλλαζε σημαντικά γεωπολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές ισορροπίες στην περιοχή σε βάρος της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ. Η Ταϊβάν εντάσσεται απολύτως λογικά στην “πρώτη αλυσίδα νήσων” που ορίζει το στρατιωτικό δόγμα των ΗΠΑ στην ανατολική Ασία. Με μια… μικρή λεπτομέρεια: Η Ταϊβάν είναι τμήμα της Κίνας όπως αναγνωρίζεται από τις ίδιες τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και συνολικά 183 χώρες του ΟΗΕ. Και μόνο το γεγονός ότι σε επίσημα κείμενα των ΗΠΑ, όπως στην πρόσφατη Εθνική Στρατηγική, μια περιοχή που τυπικά ανήκει στην Κίνα εμφανίζεται ως κύρια αιχμή υπεράσπισης του αμερικανικού στρατιωτικού δόγματος, αρκεί να καταδείξει ποιος είναι αυτός που προκαλεί.

 

Η θέση του Πεκίνου είναι ότι η Ταϊβάν είναι εσωτερικό ζήτημα της Κίνας, επιθυμεί την ειρηνική επανένωση (στο πρότυπο “μια χώρα δύο συστήματα”) και δεν αποκλείει τη χρήση βίας. Δυτικοί σχολιαστές συγχέουν σκόπιμα την πολιτική καταδίκη μιας βίαιης επανένωσης από πραγματικό ή όχι ενδιαφέρον για τη δημοκρατία και ειρήνη, με το “δικαίωμα” επέμβασης των ΗΠΑ για την προστασία μιας αμερικανικής αμυντικής διάταξης στην ανατολική Ασία που προκλητικά περιλαμβάνει το ξένο έδαφος της Ταϊβάν. H τελευταία μαζί με Ισραήλ και Ουκρανία είναι οι τρεις μεγαλύτεροι αποδέκτες αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.

Οι ίδιοι σχολιαστές παραλείπουν συστηματικά να επισημάνουν το προφανές: Τυχόν επέμβαση της Κίνας στην Ταϊβάν μπορεί να είναι ή να μην είναι κατακριτέα από πολιτική άποψη, αλλά δεν συνιστά παραβίαση βασικών αρχών του Διεθνούς Δικαίου. Αντίθετα, αυτός που σίγουρα παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο σε περίπτωση διεθνοποιημένης σύγκρουσης είναι οι εμπλεκόμενοι τρίτοι (ΗΠΑ). Έχουμε δηλαδή αντεστραμμένη την περίπτωση της Ουκρανίας από την άποψη του Διεθνούς Δικαίου και όχι ευθεία αναλογία όπως παρουσιάζεται σε δυτική αρθρογραφία. Αντιστροφή που ενισχύεται από τη διαφορά ταυτότητας του πληθυσμού του αυτονομημένου Ντονμπάς με τον κινεζικό πληθυσμό της Ταϊβάν. 

Η “ανθούσα δημοκρατία” της Ταϊβάν

Στα Δυτικά Μέσα είναι συχνές οι αναφορές στη “vibrant democracy” της Ταϊβάν. Είναι πιο “ανθούσα” από του Ζελένσκι, αλλά στο πλαίσιο αντιδιαστολής “Δυτικής δημοκρατίας” και “αυταρχικών καθεστώτων” της Ανατολής δεν υπάρχει κάτι που να ξεχωρίζει ειδικά την Ταϊβάν, εκτός από την LGBTQ νομοθεσία. Ο πραγματικός λόγος είναι η αντιδιαστολή με Κίνα.

Στα χρόνια του Πολέμου οι εκθέσεις της αμερικανικής αποστολής στην Κίνα θεωρούσαν το Κουομιντάνγκ “γκάνγκστερ” που πλούτιζαν με την αμερικανική βοήθεια, εκφραστές των “τραπεζιτών, γαιοκτημόνων και πολέμαρχων, με φεουδαρχικές και αυταρχικές μεθόδους”, τις διοικήσεις τους συνώνυμο “της διαφθοράς, εγκατάλειψης, του χάους, των υψηλών φόρων, της μαύρης αγοράς, του προσωπικού πλουτισμού και των συναλλαγών με τους Ιάπωνες”, και τον Τσανγκ Κάι-Σεκ “ικανό να συνθηκολογήσει με τους Ιάπωνες για προσωπικό όφελος». Μπορεί κανείς να φανταστεί τι ακολούθησε στην Ταϊβάν. Ο Τσιανγκ Κάι-Σεκ κατά δήλωσή του προτιμούσε «να σκοτώσει από λάθος χίλιους αθώους, παρά να ξεφύγει ένας κομμουνιστής”.

Ο Πόλεμος στο Βιετνάμ έχτισε οικονομικά τις “ασιατικές τίγρεις”. Πολιτικά; Μέχρι το 1987 στην Ταϊβάν επικρατούσε στρατιωτικός νόμος, 38 συναπτά έτη. Από τις λοιπές ανθούσες δημοκρατίες μέχρι το 1998 στην Ινδονησία, το 1988 στη Νότια Κορέα, όπου πέρσι έγινε πραξικόπημα κ.ο.κ. Μόλις τον περασμένο Ιούλιο οργανώθηκαν στην Ταϊβάν επαναληπτικές εκλογές για την ανάκληση του ενός πέμπτου των βουλευτών ως “φιλοκινέζων”…

Ελληνικός ιστότοπος αναρωτάται γιατί δεν αναγνωρίζεται η Ταϊβάν, ενώ πληροί τη Συνθήκη του Μοντεβιδέο περί κρατικής υπόστασης. Ο συντάκτης δεν διακρίνει ανάμεσα στην αναγκαία και στην ικανή συνθήκη. Σίγουρα δεν του πέρασε από το μυαλό ότι και το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου πληρούσε τους ίδιους όρους το 1983. Η αμάσητη Δυτική προπαγάνδα προκαλεί προβλήματα στη λογική σκέψη.

Όταν η Δυναστεία Τσινγκ επικράτησε της Μινγκ το 1641, ο στρατηγός Κοξίνγκα από τη δεύτερη κατέφυγε κι αυτός με στρατεύματα στην Ταϊβάν. Ανακαταλήφθηκε μετά από 22 χρόνια.  Τότε δεν υπήρχαν πυρηνικά όπλα που θα έμπαιναν σε πειρασμό να χρησιμοποιήσουν οι ΗΠΑ, αν κινδυνεύσουν να ταπεινωθούν στρατιωτικά. Μπορούν απλώς να πάψουν να αναμιγνύονται σε ξένα χωράφια…

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx