Οι μνηστήρες για την εξουσία στην Βενεζουέλα
05/01/2026
Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας επικρατεί ησυχία τρόμου και ανασφάλειας, για το τι τους ξημερώνει. Προσωρινά φέρεται να ηγείται μια αριστερή πολιτικός, που οι Αμερικανοί χαρακτηρίζουν “συνεργάσιμη” και ο στρατός δήλωσε ότι αναγνωρίζει. Η κάτοχος του Νόμπελ μπήκε στη γωνία αίφνης, παρότι “τραμπική”, ενώ η Γαλλία προωθεί ως φαβορί έναν διπλωμάτη καριέρας. Παράλληλα ακούμε και Έλληνες να αναφέρονται στον “κομμουνιστή Μαδούρο”.
Ο Μαδούρο μόνο στα νιάτα του είχε πάει ως μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Κούβα για εκπαίδευση λίγων μηνών, και αυτή ήταν η μόνη κομμουνιστική τρόπον τινά πτυχή του. Δεν τελείωσε ούτε το γυμνάσιο και δούλεψε πολλά χρόνια ως οδηγός λεωφορείων. Έγινε συνδικαλιστής ακολουθώντας τα χνάρια του επίσης συνδικαλιστή πατέρα του. Οι πεποιθήσεις του ήταν σοσιαλδημοκρατικές, όσο ήταν οδηγός λεωφορείων. Και παρέμεινε σοσιαλδημοκράτης ως πρόεδρος.
Το ΚΚ Βενεζουέλας έχει υποστεί διώξεις από τον Μαδούρο και ποτέ δεν συμφώνησε με την αμφιλεγόμενη πολιτική του, την οποία εκείνος ονόμαζε “πολιτική ισορροπιών”. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της χώρας πρέπει να αναφέρουμε ότι λαμβάνει το μόλις 2% των ψήφων και μάλιστα φέτος ξαναδιασπάστηκε (οπότε δεν ξέρουμε τι έχει απομείνει κι από το 2%). Καταγγέλλει πάντως ότι διώκεται συστηματικά στη χώρα, σύμφωνα με το Γενικό Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Οσκάρ Φιγκέρα. Το δεύτερο ΚΚ που δημιουργήθηκε προ μηνών με διάσπαση δεν ξέρουμε τι λέει επ’ αυτών. Πάντως ο Φιγκέρα δύο μέρες πριν την επέμβαση είχε δηλώσει:
«Πρέπει να καταδικάσουμε κάθε ενέργεια και παρέμβαση στη Βενεζουέλα ή σε άλλες χώρες, παρότι η μάχη κατά του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να μας οδηγήσει στο να ξεχάσουμε τον ρόλο που διαδραματίζουν κυβερνήσεις, όπως αυτή του Νικολάς Μαδούρο, οι οποίες με ψευδή ρητορική μιλούν για σοσιαλισμό και επανάσταση, ενώ καταπατούν και σφαγιάζουν τα δικαιώματα του λαού με κατασταλτική δράση.
Η λύση δεν είναι ανάμεσα στους δύο αντίπαλους πόλους, αυτού με επικεφαλής τον Μαδούρο και αυτού με επικεφαλής την Μαρία Κορίνα Ματσάδο (σ.σ. που τότε ακόμη συζητείτο ως “μεταβατική λύση”), η οποία ζητά στρατιωτική επέμβαση στη χώρα. Τίποτα από αυτά τα δύο δεν είναι λύση που θα ωφελήσει τον λαό. Πρέπει να οικοδομήσουμε μια εναλλακτική λύση, δημοκρατική και λαϊκή».
Το ΚΚ Βενεζουέλας καταγγέλλει δε ότι η κυβέρνηση Μαδούρο «έχει βαθύνει μια κατασταλτική πολιτική» που ειδικά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο «είχε επιταχύνει δραστικά την κατάργηση πολιτικών, κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, με την εργατική τάξη να οδηγείται στις σημερινές εξελίξεις απειλούμενου πολέμου, με κονιορτιοποιημένους μισθούς και συντάξεις, δικαιώματα σε αναστολή».
Οι εκεί κομμουνιστές δηλώνουν: «Όταν οι κομμουνιστές λέμε όχι στην ξένη στρατιωτική παρέμβαση και όχι στον εσωτερικό αυταρχισμό, δεν είμαστε ουδέτεροι, ούτε μετριοπαθείς. Έχουμε μια καθορισμένη θέση: Είμαστε στο πλευρό των εξαθλιωμένων πλειοψηφιών, που σήμερα είναι τα κύρια θύματα τόσο της αντεργατικής, όσο και της αντιλαϊκής πολιτικής της παράνομης κυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο, όσο και μιας ιμπεριαλιστικής στρατιωτικής επίθεσης. Η υπεράσπιση της πατρίδας δεν μπορεί να συγχέεται με τη στήριξη του αυταρχικού μπλοκ που βρίσκεται στην εξουσία, αλλά ούτε και με την αδιαφορία για τη ξένη μπότα». Αυτά, επειδή παρουσιάζεται ο Μαδούρο ως κομμουνιστής!
Η κάτοχος Νόμπελ
Η 58χρονη μηχανικός Μαρία Κορίνα Ματσάδο (María Corina Machado) ήταν μια απλή βουλευτής για τρία χρόνια (2011-2014). Το 2010 είχε λάβει αριθμό ρεκόρ σε ψήφους (235.259) στην εκλογική περιφέρεια της πολιτείας Μιράντα, αλλά είχε προωθηθεί από το σύνολο της αντιπολίτευσης εν λευκώ. Προωθήθηκε σε βαθμό να της δοθεί και το Νόμπελ Ειρήνης προ τριμήνου, επειδή ο άλλος αντίπαλος του Μαδούρο, ο Χουάν Γκουαϊδό που υποστηριζόταν από τον Μπάιντεν, είχε ολοφάνερα αποτύχει να προσελκύσει το λαό. Ομως η Ματσάδο διεθνώς ήταν άσημη και μόνη της δεν μπόρεσε να κάνει κόμμα με επιρροή.
Υποστηρίζει το “νεοφιλελεύθερο” οικονομικό μοντέλο, μισεί το σοσιαλισμό και είχε καλέσει τις ΗΠΑ να επέμβουν για να διώξουν τον Μαδούρο – όπως εξάλλου πριν από αυτήν και ο Γκουαϊδό. Αν και μετά την απαγωγή Μαδούρο ενέκρινε την ενέργεια και είπε ότι η αμερικανική κυβέρνηση «επιβάλλει τον νόμο», οι ΗΠΑ έκριναν ότι μάλλον δεν τους κάνει. Ως επαγγελματίας η Ματσάδο δούλεψε στη βιομηχανία αυτοκινήτων. Το 2010 όπως προαναφέρουμε εξελέγη ως ανεξάρτητη υποψήφια, αλλά για καθαρά λόγους σκοπιμότητας την στήριξαν όλοι οι αντι-Μαδουρικοί πλην των κομμουνιστών.
Εν συνεχεία προσπάθησε να κάνει πέρα όσους την στήριξαν και ίδρυσε (το 2024) το κόμμα Βέντε Βενεζουέλα που δεν δοκιμάστηκε σε εκλογές και δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερη απήχηση. Υποστηρίζει την ευρεία ιδιωτικοποίηση, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαϊκού τομέα της χώρας, τη δραστική συρρίκνωση του κράτους και την απορρύθμιση ως εργαλεία για την «απελευθέρωση της οικονομίας». Το κόμμα και η ίδια είχε μάλιστα θερμά υποστηρικτική γραμμή προς Τραμπ και Νετανιάχου. Ομως αποδεικνύεται ότι αυτό δεν αρκούσε για να της “εμπιστευθεί” ο Τραμπ τη χώρα. Eν τέλει εντάχθηκε στην ευρεία αντιπολίτευση και δεν έχει καλές σχέσεις με τον στρατό – κάτι που επίσης μέτρησε ο Τραμπ εναντίον της, θεωρώντας ότι προς το παρόν ο στρατός της χώρας μπορεί να ελεγχθεί κυρίως από την Ροντρίγκες.
«Νομίζω ότι θα ήταν πολύ δύσκολο για εκείνη να είναι ηγέτιδα. Δεν έχει την υποστήριξη ή τον σεβασμό εντός της χώρας. Είναι μια πολύ καλή γυναίκα, αλλά δεν έχει την ευρεία αποδοχή», είπε ο Τραμπ. Μπορεί να έπαιξε ρόλο και το ότι σε εσωκομματικές εκλογές έλαβε το 3% ως υποψήφια για την προεδρία, ή το ότι παρότι ακροδεξιά σε πολλές απόψεις της, διατηρεί παράλληλα ένα προφίλ υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ίσως το βασικότερο “ντεφό” της είναι ότι μεταξύ άλλων φέρεται να είναι και υπέρ της πράσινης μετάβασης, την οποία απεχθάνεται η αμερικανική κυβέρνηση. Πάντως η Τζόρτζια Μελόνι της τηλεφώνησε για να συζητήσουν για την μετάβαση στην χώρα.
Η Ντέλσι Ροντρίγκες
Η 56χρονη νομικός Ντέλσι Ροντρίγκες (Delcy Rodríguez) φαίνεται να είναι αριστερή, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι ανήκει στο στενό περιβάλλον Μαδούρο, όσο κι αν αλληλοϋποστηρίζονται εδώ και χρόνια. Ο Μαδούρο την έκανε υπουργό Εξωτερικών και αργότερα Οικονομικών, ενώ την έθεσε επικεφαλής της ΕΥΠ της χώρας και αντιπρόεδρο (το 2018). Όμως μπορεί να υπήρχαν ρήγματα. Για παράδειγμα, τον Γενάρη του 2018 η Ροντρίγκες ορίστηκε από τον ίδιο τον Μαδούρο παραδόξως ως πρόεδρος του άρτι νομιμοποιηθέντος κινήματος “Είμαστε με τη Βενεζουέλα”.
Η Ροντρίγκες το ανέλαβε και παραιτήθηκε αυτομάτως από τον κυβερνόντα συνασπισμό PSUV (Ενωμένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Βενεζουέλας) “λόγω του ασύμβατου της διπλής ιδιότητας”. Δέκα μήνες μετά, όμως, επανήλθε στο κόμμα που στήριζε σχεδόν απολύτως τον Μαδούρο. Τότε ο Μαδούρο την έκανε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και της εμπιστεύθηκε παράλληλα την Μπολιβριανή Υπηρεσία Πληροφοριών, που ουδείς γνωρίζει με βεβαιότητα τι ρόλο έπαιξε στο παζάρι με τις ΗΠΑ.
Στις επίσημες δηλώσεις της τάσσεται κατά της επέμβασης των ΗΠΑ και λέει ότι “πρόεδρος της χώρας μας είναι ο Μαδούρο”, αλλά ο Τραμπ υποστηρίζει ότι “είναι συνεργάσιμη”, χωρίς βεβαίως να λείπουν οι απειλές από τον Αμερικανό πρόεδρο ότι «θα πληρώσει υψηλότερο τίμημα από τον Μαδούρο» αν δεν κάνει «αυτό που είναι σωστό»!
Ο Γκουαϊδό που αναγνώρισε η Ελλάδα
Άλλη μια αποτυχημένη επιλογή των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων στη Βενεζουέλα ήταν και ο μηχανικός Χουάν Γκουαϊδό, που κατέληξε να έχει το 2020 4% στις δημοσκοπήσεις έναντι του 60% που φέρετο να είχε το 2019 – αν και είναι πραγματικά αδύνατο να ξέρουμε κατά πόσον ευσταθούν οι δημοσκοπήσεις αυτές. Σύμφωνα με το Bloomberg η δημοφιλία του είχε πέσει πλέον στο 10% έως 16%. Ο Μπάιντεν εν συνεχεία του βρήκε δουλειά ως καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Φλόριντα με αμοιβή 40.000 δολάρια για ένα εξάμηνο.
Ευρωπαϊκές χώρες τον είχαν αναγνωρίσει μάλιστα ως πρόεδρο το 2019 ακολουθώντας τις επιταγές Τραμπ αρχικά και Μπάιντεν εν συνεχεία, αλλά το 2021 έχασε την ευρωπαϊκή στήριξη που είχε. Οι ΗΠΑ έπαψαν να τον αναγνωρίζουν το 2023. Ρόλο έπαιξαν πολλά, μεταξύ των οποίων η παρότρυνσή του για ανατροπή του Μαδούρο με βίαιες διαδηλώσεις, οι ανακολουθίες της “κυβέρνησής” του, τα οικονομικά σκάνδαλα συνεργατών του, η πτωτική τάση στη δημοφιλία του και η επιμονή του να αναμιγνύεται στη διαμάχη Βενεζουέλας και Γουιάνα για την περιφέρεια Εσεκίμπο.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, σχεδόν μόλις ορκίσθηκε τον Ιούλιο του 2019, έσπευσε να αναγνωρίσει και εκείνη τον Γκουαϊδό. Τι ανέφερε το σχετικό έγγραφο του ελληνικού ΥΠΕΚ (δυο χρόνια προτού “αδειάσουν” τον “πρόεδρο” οι άλλοι Ευρωπαίοι): «Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας, συμφώνως με την κοινή θέση της ΕΕ όπως διατυπώθηκε, εξ ονόματος των 28, στη δήλωση της Υψηλής Εκπροσώπου/Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κας Mogherini, αποφάσισε να αναγνωρίσει τον Πρόεδρο της δημοκρατικά εκλεγμένης Εθνοσυνέλευσης, Juan Guaido, ως μεταβατικό Πρόεδρο της Βενεζουέλας, προκειμένου να προκηρύξει ελεύθερες, δίκαιες και δημοκρατικές προεδρικές εκλογές.
Η Κυβέρνηση της Ελληνικής Δημοκρατίας υποστηρίζει ένθερμα τις προσπάθειες της ΕΕ, ιδίως στο πλαίσιο της Διεθνούς Ομάδας Επαφής και μέσω του Ειδικού Εκπροσώπου της ΥΕ/ΑΕ, κ. Enrique Iglesias, καθώς και συναφείς πρωτοβουλίες όπως τις συνομιλίες του Όσλο, προς το σκοπό επίτευξης ειρηνικής, πολιτικής, και δημοκρατικής λύσης της κρίσης ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, προς όφελος του λαού της Βενεζουέλας».
Ο Ουρούτια και οι Γάλλοι
Εν τω μεταξύ υπάρχει και ο Εντμούντο Ουρούτια, διπλωμάτης καριέρας, που φέρετο από τα αμερικανικά και ευρωπαϊκά μέσα να βγαίνει πρώτος (δημοσκοπικά) πριν τις προεδρικές εκλογές του 2024, όπου κυριάρχησε ποικιλοτρόπως ο Μαδούρο. Εν συνεχεία ο Ουρούτια περιθωριοποιήθηκε για άγνωστους λόγους από τα συστημικά μέσα, μάλλον γιατί ήταν όντως κεντρώος και υπέρ του διαλόγου με τον Μαδούρο, ενόσω η Ματσάδο ζητούσε την δίωξή του. Η Δημοκρατική Ενωτική Πλατφόρμα υποστηρίζει σήμερα ότι ο υποψήφιός για την προεδρία στις εκλογές του 2024 θα πρέπει να ηγηθεί της μετάβασης στη Βενεζουέλα.
Ο Μακρόν δεν άντεξε να μην αναμιχθεί και να μην πει “τα δικά του”. Έμμεσα δικαιολογεί απολύτως την επέμβαση του Τραμπ, αλλά φέρνει στο προσκήνιο τον Ουρούτια. Γράφει τα εξής: «Ο λαός της Βενεζουέλας απαλλάχθηκε από τη δικτατορία του Νικολάς Μαδούρο και μπορεί μόνο να χαίρεται. Καταλαμβάνοντας την εξουσία και καταπατώντας τις θεμελιώδεις ελευθερίες, ο Νικολάς Μαδούρο υπονόμευσε σοβαρά την αξιοπρέπεια του ίδιου του λαού του.
Η μετάβαση πρέπει να είναι ειρηνική, δημοκρατική και να σέβεται τη βούληση του λαού της Βενεζουέλας. Ευχόμαστε ο Πρόεδρος Εντμούντο Γκονζάλες Ουρούτια, που είχε εκλεγεί το 2024, να διασφαλίσει γρήγορα αυτή τη μετάβαση. Αυτή τη στιγμή ανταλλάσσω απόψεις με τους εταίρους μας στην περιοχή. Η Γαλλία είναι πλήρως κινητοποιημένη και σε εγρήγορση, μεταξύ άλλων για να διασφαλίσει την ασφάλεια των υπηκόων της σε αυτές τις αβέβαιες στιγμές».
Ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης της Βενεζουέλας, η Δημοκρατική Ενωτική Πλατφόρμα (PUD), υποστήριξε ότι ο Εντμούντο Γκονζάλες Ουρούτια θα πρέπει να ηγηθεί της «μετάβασης» και ότι «αυτή τη στιγμή η δημοκρατική και ομαλή μετάβαση, πρέπει να σεβαστεί την κυρίαρχη βούληση που εξέφρασαν εκατομμύρια πολίτες της Βενεζουέλας στις 28 Ιουλίου 2024, όταν η χώρα διατράνωσε την επιθυμία της για αλλαγή και τη δέσμευσή της για μια συνταγματική, πολιτική και εκλογική λύση, εκλέγοντας τον Εντμούντο Γκονζάλες Ουρούτια ως πρόεδρο όλων των πολιτών», ανέφερε σε δελτίο τύπου το κομμα, που προφανώς σαν τον Μακρόν θεωρεί ότι το 2024 έγινε νοθεία και ότι εξελέγη όχι ο Μαδούρο, αλλά ο Ουρούτια.
«Έχει έρθει η ώρα για εθνική συμφιλίωση, να ενωθούν ξανά οι πολίτες σε μια μετάβαση που θα μας επιτρέψει να αποκαταστήσουμε το κράτος δικαίου, να ενισχύσουμε τους θεσμούς και να διασφαλίσουμε ότι η λαϊκή κυριαρχία θα γίνεται σεβαστή ως θεμέλιο μιας ειρηνικής Βενεζουέλας», καταλήγει η ανακοίνωση του κόμματος.
Τη θέση της Πλατφόρμας ακολούθησε έμμεσα και η φερομένη ως ηγετική φιγούρα της αντιπολίτευσης και βραβευμένη με το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία ζήτησε από τον Στρατό να αναγνωρίσει τον Εντμούντο Γκονζάλες Ουρούτια ως πρόεδρο της χώρας.





