Οι νέες πολιτικές συμμαχίες του Ερντογάν

Νίκος Μιχαηλίδης753


+100%-

του Νίκου Μιχαηλίδη  – 

Σημαντικό ρόλο τόσο στην επικράτηση του Ερντογάν στον άτυπο εσωτερικό πόλεμο όσο και στην εφαρμογή των πολιτικών του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έπαιξε το εκτεταμένο εσωτερικό και διεθνές δίκτυο του Τούρκου θρησκευτικού ηγέτη Φετουλάχ Γκιουλέν. Το εν λόγω δίκτυο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται πριν από δεκαετίες. Ενδυναμώθηκε, όμως, κυρίως από την στρατιωτική δικτατορία του Εβρέν το 1980.

Εκείνη την περίοδο το στρατιωτικό καθεστώς, θορυβημένο από την άνοδο της επιρροής της Αριστεράς, κυρίως στη νεολαία, άρχισε να χρησιμοποιεί το Ισλάμ ως αντίδοτο κατά του μαρξισμού. Έτσι οι στρατιωτικοί αύξησαν κατακόρυφα τις δαπάνες για την κατασκευή ισλαμικών τεμενών. Επιπλέον, διευκόλυναν και ενίσχυσαν την δραστηριότητα διαφόρων ισλαμιστικών δικτύων εντός της χώρας, ένα εκ των οποίων υπήρξε και το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν.

Ο Γκιουλέν εξέφραζε μια περισσότερο ήπια ερμηνεία και εφαρμογή του Ισλάμ, ανοιχτή στη φιλελεύθερη οικονομία και στη συνεργασία με την Δύση. Από την άλλη οι ιδεολογικές ρίζες του Ερντογάν βρίσκονται στο σκληρά αντιδυτικό Ισλάμ που εκφράζεται στην Τουρκία μέσα από την οργάνωση Milli Görüş (Εθνική Οπτική) και από τον ιστορικό της ηγέτη Νετζμεντίν Ερμπακάν. Ο Ερμπακάν υποστήριζε την ανεξαρτησία του ισλαμικού κόσμου υπό τουρκική ηγεσία και τον σφοδρό ανταγωνισμό με την Δύση.

Οι δύο σχολές κατανόησης και βίωσης της ισλαμικής θρησκείας και τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που ενέπνευσαν στην Τουρκία είχαν πολύ συχνά ανταγωνιστικές σχέσεις. Ενώ το γκιουλενικό Ισλάμ συντάχθηκε αρκετές φορές με τους κατά καιρούς πραξικοπηματίες του στρατού, το ρεύμα που εξέφραζε ο Νετζμεντίν Ερμπακάν βρέθηκε υπό πίεση και ενίοτε υπό διωγμό.

Ήταν, άλλωστε, ο Ερμπακάν ο πρώτος ισλαμιστής ηγέτης που έγινε πρωθυπουργός και τον οποίο οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας αποκαθήλωσαν από την εξουσία το 1997. Η απόσχιση του Ερντογάν και μιας ηγετικής ομάδας από το κόμμα Ερμπακάν και η ίδρυση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης άνοιξαν μια καινούργια σελίδα στην ιστορία του πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία.

Η συμμαχία Ερντογάν-Γκιουλέν

Λόγω και της οξύτατης οικονομικής κρίσης, το 2002 το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έφθασε στην εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο, η συμμαχία Γκιουλέν-Ερντογάν γέννησε το υποτιθέμενο «ήπιο Ισλάμ», ευνοώντας και τους δύο προσωπικά. Υπήρξε ζημιογόνα, όμως, για τις φιλελεύθερες δημοκρατικές δυνάμεις της χώρας.

Παρά τις προσπάθειες των σχεδιαστών και υποστηρικτών του νέου τουρκικού «ισλαμικού φιλελευθερισμού» και την αρχική σύμπνοια και συνεργασία, μια σειρά από εξελίξεις οδήγησαν στο σπάσιμο αυτής της εσωτερικής συμμαχίας και στην αποδόμηση του τουρκικού ισλαμικού μοντέλου. Οι αλλαγές στον διεθνή περίγυρο της Τουρκίας, ειδικά η κατάρρευση των ισλαμικών κυβερνήσεων που είχαν ανέλθει στην εξουσία μετά την λεγόμενη «Αραβική Άνοιξη», κατέστησαν το τουρκικό σουνιτικό μοντέλο άνευ νοήματος και ξεπερασμένο.

Η εξέλιξη αυτή συνέβαλε στην απώλεια της τουρκικής ηγεμονίας σε αυτές τις χώρες. Μεσολάβησαν και άλλες βαρυσήμαντες εξελίξεις: η αυτονόμηση των Κούρδων της Συρίας, η αυξανόμενη νομιμοποίηση του ΡΚΚ, λόγω του αγώνα εναντίον του ISIS, η τάση απομάκρυνσης  τμημάτων της νεολαίας του αλεβιτικού πληθυσμού από τα συστημικά κόμματα και η προσέγγιση τους με το αντισυστημικό και φιλοκουρδικό HDP, οι σοβαρές ενδοσουνιτικές τριβές, οι ανταγωνισμοί και τα φαινόμενα διαφθοράς. Όλες αυτές οι εξελίξεις δημιούργησαν κρίση νομιμοποίησης του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ.

Για την ακρίβεια, προκάλεσαν πανικό στα ηγετικά κλιμάκια του κράτους και της γραφειοκρατίας που θεώρησαν ότι μπορεί να χαθεί ο έλεγχος της χώρας. Έτσι από το καλοκαίρι του 2015 άρχισε να γίνεται ξεκάθαρα πλέον ορατή μια άτυπη πολιτική συμμαχία που περιλαμβάνει το εθνικιστικό Ισλάμ του Ερντογάν, ορισμένους από τους κεμαλιστές στρατηγούς, την εθνικιστική κεμαλική «Αριστερά» και μεγάλα τμήματα της Ακροδεξιάς.

Η αντεπίθεση του Ερντογάν

Μετά και την αποτυχημένη, απόπειρα ανατροπής του, ο Ερντογάν απάντησε με λιγότερη δημοκρατία. Κήρυξε την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και άρχισε να εκκαθαρίζει στο εσωτερικό όλα τα δίκτυα του Φετουλάχ Γκιουλέν. Επίσης, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να αποδυναμώσει κάθε αντισυστημική φωνή της κουρδικής και φιλελεύθερης αντιπολίτευσης, την οποία κατηγορεί ως συνεργάτη της Δύσης. Επιπλέον αναβαπτίζεται στα μάτια κυρίως  των οπαδών του ως «υπερασπιστής της δημοκρατίας», πράγμα ιδιαίτερα προβληματικό και επικίνδυνο.

Η αντιδυτική δημόσια ρητορική και προπαγάνδα έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, αποκαλύπτοντας το αληθινό πρόσωπο του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, αλλά και του «συστήματος Τουρκία» γενικότερα. Είναι αξιοσημείωτη η αποκάλυψη φιλοκυβερνητικού δημοσιογράφου σε μεγάλη τουρκική εφημερίδα.

Υποστήριξε πως η τουρκική κρατική ηγεσία επεδίωξε την ένταξη και συνεργασία της χώρας με δυτικούς θεσμούς τύπου ΝΑΤΟ και ΕΕ, προκειμένου να αποφύγει επιθέσεις από την Δύση και να κερδίσει χρόνο. Στόχος της είναι να ανασυνταχθεί και στη συνέχεια να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία στις διεθνείς της σχέσεις.

Τι είδους αναπροσαρμογές στην εξωτερική πολιτική της χώρας θα κάνει η τουρκική ηγεσία είναι κάτι που αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι, πάντως, βέβαιο, ότι τους τελευταίους μήνες η Τουρκία απώλεσε το μεγάλο συμβολικό κεφάλαιο που διέθετε ως χώρα που υποτίθεται ότι συνδύαζε το λεγόμενο ήπιο Ισλάμ με την ελεύθερη οικονομία και το δημοκρατικό καθεστώς. Εκεί που ηγεμονικά επεδίωκε συμφέρουσες γι’ αυτήν λύσεις σε μεγάλα διεθνή προβλήματα στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, η Τουρκία έχει μετατραπεί σε μέρος του προβλήματος.

bookmark icon