Ουκρανία, Ιράν, Παλαιστίνη: Πώς Θα αποτραπεί μια γενική ανάφλεξη
04/11/2026
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να διανύει τον πέμπτο χρόνο, αυτό που συμπεραίνεται είναι ότι δεν θα υπάρξει λύση και διαρκής ειρήνη, χωρίς την αντιμετώπιση της στρατηγικής σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, της οποίας το ουκρανικό έδαφος έχει γίνει το κύριο θέατρο, ούτε χωρίς την στρατιωτική ουδετερότητα της Ουκρανίας, εγγυημένη από αμοιβαίες δεσμεύσεις. Η πρόκληση τώρα είναι να σωθεί ό,τι μπορεί στην ουκρανική κοινωνία, να αποφευχθεί μια άμεση αντιπαράθεση μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων και η προώθηση της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Προχωρώντας από την Ουκρανία στη Μέση Ανατολή, ο τερματισμός του πολέμου σε Γάζα και Ιράν απαιτεί την ρήξη με την κατοχή, τον εποικισμό και την ατιμωρησία, την ίδρυση ενός ανεξάρτητου και βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους, τον σεβασμό της κυριαρχίας του Ιράν και των γειτονικών χωρών και τη σταδιακή απάλειψη των εξωτερικών παρεμβάσεων που τροφοδοτούν την κλιμάκωση. Το διεθνές σύστημα για να λειτουργήσει απαιτεί συμβιβασμούς, έναντι επιδείξεων δύναμης.
Χωρίς να υπάρχει μια συλλογική επιθυμία για καταστροφή, το αποτέλεσμα αποφάσεων που αποσκοπούν στην προώθηση συμφερόντων, οδηγούν σε μία αυτοκτονική κατάσταση. Δεν είναι μόνο ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να διατηρήσουν την υπεροχή τους, ότι η Ρωσία βλέπει απειλές στο στρατηγικό της περιβάλλον, ότι η Κίνα σκοπεύει να εξασφαλίσει την ανάπτυξή της, ή ότι το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει την αποτρεπτική του ικανότητα απέναντι σε στρατιωτικά ανώτερους αντιπάλους. Κάθε λογική που αρνείται να ενσωματώσει τους περιορισμούς των άλλων, παράγει ένα σύστημα στο οποίο ο πόλεμος παύει να είναι ένα πολιτικό εργαλείο και γίνεται ένας μηχανισμός υπαρξιακής επιβίωσης.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν σχηματίστηκε σε ιστορικό κενό τον Φεβρουάριο του 2022: Η κρίση του 2014, οι συγκρούσεις στο Ντονμπάς, οι δεσμεύσεις που δεν τηρήθηκαν, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ είχαν συσσωρεύσει αντιλήψεις απειλής στη Ρωσία. Μια ειρήνη που αγνοεί τις θεμελιώδεις ανησυχίες της μιας πλευράς μπορεί να μην διαρκέσει, ενώ μια ειρήνη που επιβάλλεται σε βάρος των δικαιωμάτων και της ασφάλειας της άλλης, ιδιαίτερα αν αφορά μία ισχυρά στρατιωτικά χώρα, μπορεί απλώς να προετοιμάσει τον επόμενο πόλεμο. Για την ύπαρξη της ειρήνης απαραίτητος είναι ο σεβασμός στις ανησυχίες ασφάλειας των εμπλεκόμενων χωρών και η οικοδόμηση ρυθμίσεων που θα καθιστούν τη διατήρηση της ειρήνης προτιμότερη από την πρόκληση ή επανάληψη πολέμου.
Οι προϋποθέσεις για διαρκή ειρήνη στην Ουκρανία
Η παρουσίαση του πολέμου στην Ουκρανία ως απλή αντιπαράθεση μεταξύ δύο γειτονικών κρατών θα ήταν ακρωτηριασμός της στρατηγικής της πραγματικότητας: Από το 2014 και σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα από το 2022, ο οπλισμός, οι πληροφορίες, η εκπαίδευση, η χρηματοδότηση και τα τεχνικά συστήματα που παρέχονται από τις χώρες του ΝΑΤΟ έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην ικανότητα του Κιέβου να διατηρήσει τη στρατιωτική προσπάθεια.
Η ιστορική, γλωσσική, πολιτιστική και οικογενειακή εγγύτητα ενός σημαντικού μέρους του ρωσικού και του ουκρανικού πληθυσμού καθιστά αυτή τη σύγκρουση ιδιαίτερα τραγική, χωρίς να διαγράφει την ύπαρξη μιας ξεχωριστής ουκρανικής εθνικής ταυτότητας. Αυτή η συγγένεια επιβεβαιώνει και εξηγεί τις ρωσικές επιχειρησιακές επιλογές, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια του πολέμου.
Αυτό που έχει σημασία τώρα είναι ότι, η συνέχιση ενός πολέμου φθοράς απειλεί να μειώσει μόνιμα τις δημογραφικές, οικονομικές και θεσμικές ικανότητες της Ουκρανίας, ενώ μια άμεση σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ – ειδικά γύρω από το Καλίνινγκραντ, ρωσικό έδαφος του οποίου η κατάληψη από αντίπαλη δύναμη θα συνιστούσε ακραία κλιμάκωση – θα μπορούσε να προκαλέσει μια πυρηνική αντιπαράθεση σε εντελώς διαφορετική κλίμακα.
Η βία στο Ντονμπάς
Οι συμφωνίες του Μινσκ του 2014 και του 2015 είχαν ανοίξει τη δυνατότητα πολιτικής διευθέτησης στο Ντονμπάς, αλλά η εφαρμογή τους απέτυχε εν μέσω παραβιάσεων. Οι μεταγενέστερες δηλώσεις ορισμένων Ευρωπαίων αξιωματούχων, αποκάλυψαν τη σκοπιμότητα των συμφωνιών, ώστε να δοθεί χρόνος στην Ουκρανία για να ενισχυθεί και τόνισαν στη Μόσχα την πεποίθηση μιας εργαλειοποιημένης διαπραγμάτευσης, χωρίς να έχει διαπιστωθεί ότι όλοι οι υπογράφοντες είχαν εξαρχής αυτήν την πρόθεση.
Η βία που υπέστησαν οι άμαχοι στο Ντονμπάς είναι πραγματική και τεκμηριωμένη. Η αποτελεσματική στρατιωτική ουδετερότητα της Ουκρανίας θα πρέπει να γίνει ο ρητός άξονας μίας διευθέτησης, επειδή η ένταξη του Κιέβου στο ΝΑΤΟ θα παρατείνει τη στρατηγική αντιπαράθεση που πρέπει να εκτονώσει η ειρήνη.
Επί πλέον, αδήριτη ανάγκη είναι η έλλειψη συμμετοχής της Ουκρανίας σε στρατιωτική συμμαχία που στρέφεται κατά της Ρωσίας, καθώς και η απαγόρευση ξένων βάσεων και επιθετικών πυραύλων στο έδαφός της. Η αποστρατικοποίηση ασφαλώς δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατο για το ουκρανικό κράτος να διασφαλίσει τη δημόσια τάξη και την ελάχιστη άμυνά του. Πρέπει να ορισθούν όρια και μηχανισμοί που καθιστούν λιγότερο πιθανή την επανάληψη των εχθροπραξιών, υπό ανεξάρτητο έλεγχο και με μηχανισμούς επίλυσης συμβάντων. Η Ευρώπη θα είχε ζωτικό συμφέρον να υποστηρίξει έναν τέτοιο συμβιβασμό αντί να καλλιεργεί την ψευδαίσθηση μιας απόλυτης νίκης επί μιας πυρηνικής δύναμης…
Ιράν, Παλαιστίνη και Κόλπος
Στη Μέση Ανατολή, οι αφηρημένες διακηρύξεις για την “περιφερειακή ασφάλεια” υποθάλπονται από την πραγματικότητα της κατοχής, του εποικισμού, της καταστροφής της Γάζας, των μαζικών επιθέσεων εναντίον αμάχων και του πολλαπλασιασμού των χτυπημάτων πέρα από τα σύνορα. Το τέλος της κατοχής και του αποικισμού, η αποτελεσματική προστασία των Παλαιστινίων και η εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου, βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους με πραγματικά δικαιώματα δεν πρέπει πλέον να υποβιβάζονται σε μια διαρκώς αναβαλλόμενη υπόσχεση.
Καμία σταθεροποίηση δεν θα διαρκέσει όσο οι Παλαιστίνιοι στερούνται ενός πραγματικού κράτους, όσο συνεχίζονται οι κατοχές και όσο η στρατιωτική υπεροχή παρουσιάζεται ως υποκατάστατο του νόμου. Επί πλέον το αίτημα για ασφάλεια δεν μπορεί να παρέχει σε μια κυβέρνηση ένα μόνιμο δικαίωμα να παρεμβαίνει εναντίον των γειτόνων της, όπως δεν μπορούν οι ιδεολογικές φιλοδοξίες των ρευμάτων υπέρ ενός “Μεγάλου Ισραήλ”, να αντιμετωπίζεται ως νόμιμο δόγμα εδαφικής ανακατανομής.
Όσον αφορά την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν, σε σοβαρό στρατηγικό αδιέξοδο βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, με τις ολοένα σκληρότερες αμερικανικές απειλές να αποτελούν ένδειξη αποτυχίας και όχι ισχύος. Ο Αμερικανός πρόεδρος, επιχειρώντας να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει, απείλησε με κλιμάκωση, με τη στρατιωτική ρητορική εναντίον της Τεχεράνης να επεκτείνεται στην ολοκληρωτική καταστροφή του Ιράν, αλλά και στο ενδεχόμενα χρήσης εξαιρετικά ισχυρών όπλων, όπως η λεγόμενη “μητέρα όλων των βομβών” και οι διατρητικές βόμβες GBU-57, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί για την προσβολή βαθιά οχυρωμένων εγκαταστάσεων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος μπήκε σε αυτόν τον πόλεμο, αλλά δεν πέτυχε κανέναν από τους στόχους του, με αποτέλεσμα να βρίσκεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες μιας σύγκρουσης, της οποίας το κόστος και η διάρκεια αποδεικνύονται δυσκολότερα διαχειρίσιμα από ό,τι είχε αρχικά υπολογιστεί.
Πώς μπορεί να τερματιστεί η σύγκρουση
Το Ιράν, που υπόκειται εδώ και δεκαετίες σε κυρώσεις και επαναλαμβανόμενες στρατιωτικές πιέσεις, έχει αναπτύξει συμβατικές αμυντικές και αποτρεπτικές δυνατότητες των οποίων η λογική δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς να ληφθεί υπόψη το στρατηγικό του περιβάλλον, ιδίως η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο και η περιφερειακή πυρηνική ασυμμετρία: Ο κίνδυνος ενός πολέμου που θα στοχεύει την ίδια την ύπαρξη του ιρανικού κράτους, θα είχε επικίνδυνες προεκτάσεις για τις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου, τα λιμάνια του, τις θαλάσσιες οδούς του και τις μονάδες αφαλάτωσης που παρέχουν ένα ζωτικό μέρος του πόσιμου νερού σε αρκετές χώρες της περιοχής.
Η έκθεση σε αντίποινα θα αύξανε την απειλή μιας ανθρωπιστικής και οικονομικής καταστροφής. Μια επίθεση σε αυτές τις πολιτικές εγκαταστάσεις θα παραβίαζε τους ισχύοντες κανόνες για την προστασία των πληθυσμών. Μια αξιόπιστη διέξοδος από την κρίση απαιτεί, επομένως, μονομιάς, την παύση των επιθέσεων και των απειλών κατά του Ιράν, αμοιβαία σύμφωνα μη επίθεσης, την επαναφορά ενός αμοιβαίου πυρηνικού πλαισίου, την άρση των κυρώσεων, την προστασία των θαλάσσιων οδών και των πολιτικών υποδομών, και τη σταδιακή αντικατάσταση της αρχιτεκτονικής της ξένης στρατιωτικής κυριαρχίας με ένα σύμφωνο ασφάλειας του Κόλπου που θα περιλαμβάνει τα παράκτια κράτη.
Τα οφέλη μιας ειρήνης στα μέτωπα Ουκρανίας-Ιράν-Γάζας, θα πρόσφεραν τη δυνατότητα ανοικοδόμησης, αποκλιμάκωσης των περιφερειακών αντιπαλοτήτων, βελτιωμένη ασφάλεια στις μεταφορές και την ενέργεια, χαμηλότερα ασφάλιστρα εμπορικού κινδύνου και μικρότερη έκθεση των οικονομιών εισαγωγής ενέργειας, με αποτέλεσμα την μείωση των κοινωνικών εντάσεων κυρίως στην Ευρώπη, που προκαλούνται και από την οικονομική κρίση.





