Πίσω από τη σχοινοβασία του Ερντογάν

Θέμης Τζήμας
3267
Πίσω από τη σχοινοβασία του Ερντογάν, Θέμης Τζήμας

Η αποκωδικοποίηση της πολιτικής Ερντογάν και ιδίως σε ό,τι αφορά την ένταση με τις ΗΠΑ, στο βαθμό που μπορεί να γίνει και ιδίως σε ένα τέτοιο σύντομο σχόλιο, προϋποθέτει το εξής: Να αντιληφθούμε τον ίδιο ως ηγέτη μεν, όχι ως μοναδικό ή έστω κύριο εμπνευστή δε, ενός ευρύτερου και εν εξελίξει μετασχηματισμού της Τουρκίας και της Μέσης Ανατολής.

Μεταξύ άλλων σημαντικών αιτίων, η ηγεσία Ερντογάν «πατά» στην ανάδειξη νέων μερίδων κεφαλαίου της Ανατολίας, τα οποία χωρίς να αποστρέφονται τη Δύση διέβλεψαν ορθά τις ευκαιρίες που υπήρχαν και υπάρχουν στη Μέση και ευρύτερη Ανατολή, εξαιτίας μιας σειράς λόγων: Πρόκειται για τη δημογραφική ανάπτυξη  των χωρών της περιοχής, την προσπάθεια των κρατών αυτών να δομήσουν –και ή κυρίως- καταναλωτικές οικονομίες, την άνοδο της Κίνας, την παγκοσμιοποίηση και τη διάθεση για επικοινωνία. Επίσης, υπενθυμίζουμε ότι σημαντικός λόγος είναι και η υποχώρηση του αραβικού εθνικισμού και «σοσιαλισμού» που έθεταν εμπόδια στην τουρκική επιρροή.

Αυτές οι μερίδες κεφαλαίου χρειάζονταν -και χρειάζονται- φθηνό χρήμα από τη Δύση και περιβάλλον όσο το δυνατόν μεγαλύτερης, περιφερειακής και παγκόσμιας σταθερότητας, προκειμένου να κατορθώσουν να επεκτείνουν την επιρροή τους προς τα έξω, την ίδια στιγμή που κατοχυρώνουν την κυρίαρχη θέση τους στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Εξ ου και η πρώτη περίοδος -χονδρικά μιλώντας- Ερντογάν είναι η περίοδος της πρόταξης μαλακής ισχύος διεθνώς, καθώς και της προσπάθειας διαμόρφωσης σφαιρών επιρροής περιφερειακά. Είναι επίσης η περίοδος της ενίσχυσης της θέσης του δικού του μηχανισμού εξουσίας στο εσωτερικό -συμμαχώντας με μειονότητες όπως οι Κούρδοι- και του ελεγχόμενου, συντηρητικού, ίσως και εξ αρχής κίβδηλου, εκδημοκρατισμού. Επρόκειτο για έναν ήπιο στη «φόρμα» του, αλλά σαφή στις επιδιώξεις του νεοοθωμανισμό.

Κοντινές και μακρινές προκλήσεις 

Στη βάση αυτής της πολιτικής βρισκόταν η ορθή θεώρηση ότι ο ρόλος της Δύσης παγκοσμίως έφθινε, με ορόσημο την 11η Σεπτεμβρίου. Στην πραγματικότητα, όμως, λόγω των αποκλινόντων συμφερόντων στο εσωτερικό της αφενός και των νέων δυνάμεων που με διάφορα μέσα αξιοποιούσαν -και αξιοποιούν- τη διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης αφετέρου.

Άρα μια ισχυρή και σταθερή Τουρκία θα μπορούσε κάλλιστα να παραμείνει επιλεκτικά συνδεδεμένη με την ΕΕ και αγκυρωμένη -με αστερίσκους- στο ΝΑΤΟ. Την ίδια στιγμή θα μπορούσε να είναι ανοιχτή στον νέο θαυμαστό κόσμο της Ανατολής και να αποτελέσει πρότυπο συντηρητικής, περίπου ισλαμικής, δημοκρατίας για τους μουσουλμάνους όπου γης. Η ευαίσθητη αυτή ισορροπία διαταράχθηκε -αν όχι κατέρρευσε- για δύο λόγους: Πρώτον, λόγω της προσωπικότητας του Ερντογάν. Δεύτερον, λόγω αφενός διεθνών και περιφερειακών, δομικών μετασχηματισμών σαρωτικού χαρακτήρα, αφετέρου των ορίων της ίδιας της τουρκικής ισχύος.

Η συριακή περιπέτεια της Τουρκίας και η προσπάθεια διεύρυνσης της επιρροής της δια των Αδελφών Μουσουλμάνων στην Αίγυπτο -και όχι μόνο- υπενθύμισαν στους Άραβες όσα τους χωρίζουν από τη γείτονα. Επιπλέον, ενώ ανέδειξαν τη σημασία της Τουρκίας στην περιοχή απέδειξαν επίσης προς όλους σχεδόν τους διεθνείς δρώντες, την αναξιοπιστία της τουρκικής ελίτ και του Ερντογάν ως συνομιλητή.

Για να ξεδιπλωθεί η στρατιωτική ισχύς της Τουρκίας στη βόρεια Συρία χρειάστηκε η ρωσική ανοχή και τα στρατηγικά λάθη των Κούρδων της Συρίας. Τώρα που οι τελευταίοι φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι το παιχνίδι με τις ΗΠΑ μπορεί να μην έχει θετική για τους ίδιους κατάληξη και ότι ο λογικότερος σύμμαχός τους είναι η κυβέρνηση της Συρίας, η ρωσική ανοχή προς την Τουρκία δε θα είναι η ίδια. Ένας συριακός «βάλτος» θα είναι ολέθριος για την τελευταία.

Το μεγάλο προσόν

Ακόμα χειρότερα, ένα τυχόν modus vivendi Τραμπ-Πούτιν θα μειώσει περισσότερο -αν και δε θα εξαφανίσει- τα περιθώρια ελιγμών του Ερντογάν. Η οικονομική προσέγγιση δε, με την Κίνα και τις BRICS (διεθνής πολιτικός οργανισμός κορυφαίων αναδυόμενων αγορών Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νότιας Αφρικής) παρότι επωφελής δεν μπορεί από μόνη της να υποκαταστήσει τη σχέση με την ΕΕ και με τις ΗΠΑ. Επιπλέον, το εν λόγω μπλοκ, παρότι δυναμικό, παραμένει περιφερειακό παγκοσμίως, όχι λόγω το οικονομικού του μεγέθους, αλλά της χαλαρής σχετικά εσωτερικής του συνοχής.

Το μεγάλο προσόν, λοιπόν, του Ερντογάν σε αυτό το πλαίσιο, πέρα από τη δυνατότητά του να κινητοποιεί λαϊκές δυνάμεις στο εσωτερικό της Τουρκίας, ήταν να διατηρεί εύθραυστες ισορροπίες διεθνώς, προς όφελος του διαπραγματευτικού εκτοπίσματος της χώρας του. Στο βαθμό που από ισορροπιστής θα μετατραπεί ή μετατρέπεται σε όντως ανεξέλεγκτο παράγοντα ανισορροπίας, διακινδυνεύει να καταστεί προοπτικά πρόβλημα για τις ίδιες τις δυνάμεις που τον υποστήριξαν και άρα εν τέλει να ανατραπεί.

Γι’ αυτό και πίσω από τα «τζαρτζαρίσματα» με τις ΗΠΑ, κρύβεται μια προσπάθεια του Ερντογάν να επαναδιαπραγματευτεί μαζί τους. Όχι μια απόφαση ρήξης, την οποία δε θέλει καμία από τις δύο πλευρές. Θα αντέξει μεσοπρόθεσμα αυτή η επισφαλής ισορροπία; Αμφίβολο, στο βαθμό που ο νεοοθωμανικός αναθεωρητισμός θα συνεχίσει να ξεδιπλώνεται. Ο Ερντογάν αυτό το γνωρίζει. Γι’ αυτό παραμένει πιθανότερο να δούμε τον Τούρκο πρόεδρο να προχωρά σε σιωπηρούς συμβιβασμούς με τις ΗΠΑ, πριν να είναι αργά, με κόστος για τους πιο αδύναμους και δεδομένους, γείτονές του.