Πώς η Άγκυρα ισορροπεί μεταξύ Ριάντ και Εμιράτων
12/01/2026
Από την Υεμένη έως τη Γάζα, η Τουρκία επιλέγει την εξισορρόπηση αντί της ευθυγράμμισης, με οδηγό την οικονομία και τη γεωπολιτική πραγματικότητα.
Εν μέσω της αντιπαλότητας Σαουδικής Αραβίας-Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η Τουρκία προσεγγίζει το Ριάντ, χωρίς να υπερβεί τα όρια με το Αμπού Ντάμπι. Η Τουρκία κινείται πιο κοντά στη Σαουδική Αραβία, σε κρίσιμα περιφερειακά ζητήματα ασφάλειας – από την Υεμένη έως τη Γάζα – φροντίζοντας ταυτόχρονα να αποφύγει μια ρήξη με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Μεταξύ 4 και 5 Ιανουαρίου, ο πρόεδρος Ερντογάν πραγματοποίησε δύο τηλεφωνικές επικοινωνίες σε διαφορετικούς αποδέκτες: Μία προς τον Σαουδάραβα διάδοχο του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν και μία προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζαγιέντ. Η σειρά είχε σημασία.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν είχε προηγουμένως επικοινωνήσει τηλεφωνικά και με τις δύο πλευρές στις 2 Ιανουαρίου, μετά τα σαουδαραβικά αεροπορικά πλήγματα εναντίον δυνάμεων που υποστηρίζονται από τα Εμιράτα στην Υεμένη. Η παρέμβαση του προέδρου Ερντογάν – με πρόταση διαμεσολάβησης προς το Ριάντ και ταυτόχρονη επαναβεβαίωση της στρατηγικής σχέσης με το Αμπού Ντάμπι – συμπύκνωσε ένα ερώτημα που απασχολεί από την Άγκυρα έως τον Κόλπο: Προς ποια κατεύθυνση ωθεί την Τουρκία η ίδια της η οικονομική δομή;
Το ερώτημα ξεπερνά τη διπλωματική εικόνα. Η Τουρκία διατηρεί ουσιαστικές χρηματοοικονομικές σχέσεις και με τις δύο δυνάμεις του Κόλπου – σχέσεις δομημένες με τόσο διαφορετικό τρόπο, ώστε η απάντηση να επηρεάζει υπολογισμούς ρίσκου για εργολάβους έργων του Vision 2030, αμυντικές εταιρείες με διπλή πελατειακή βάση, αλλά και μακροοικονομικούς αναλυτές που παρακολουθούν την πορεία της τουρκικής λίρας. Τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν εξισορρόπηση, όχι ευθυγράμμιση. Ωστόσο, η αρχιτεκτονική αυτής της εξισορρόπησης δημιουργεί διαφορετικά προφίλ κινδύνου, ανάλογα με το πού συγκεντρώνεται η έκθεση κάθε εταιρείας στον Κόλπο.
Τρεις μεταβλητές, τρεις διαφορετικές απαντήσεις
Η ελευθερία κινήσεων της Τουρκίας εξαρτάται από τρεις παράγοντες: Χρηματοοικονομική μόχλευση, “κλείδωμα” έργων και υποκαταστασιμότητα του εμπορίου. Καθένας δείχνει προς διαφορετική κατεύθυνση.
– Χρηματοοικονομική μόχλευση. Η Σαουδική Αραβία κατέθεσε 5 δισ. δολάρια στην Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας μέσω του Σαουδαραβικού Ταμείου Ανάπτυξης τον Μάρτιο του 2023, μια εισροή που αύξησε τα καθαρά συναλλαγματικά αποθέματα στα 25 δισ. δολάρια (Reuters). Αν και η Άγκυρα επέστρεψε μέρος του ποσού το 2024, ο μηχανισμός παραμένει ενεργός: το Ριάντ μπορεί να ανανεώσει, να επεκτείνει ή να αποσύρει τη στήριξη κατά βούληση.
Τα Εμιράτα λειτουργούν διαφορετικά. Μια ανταλλαγή νομισμάτων (swap) ύψους 4,9 δισ. δολαρίων, ανανεωμένη τον Οκτώβριο 2025, δεσμεύσεις της ADQ έως 8,5 δισ. για έργα ανασυγκρότησης μετά τους σεισμούς και γραμμή εξαγωγικών πιστώσεων 3 δισ. δολαρίων. Το Αμπού Ντάμπι “ενσωματώνεται” μέσω συμμετοχών: Η απόκτηση του 96% της Odeabank από την ADQ και το ενδιαφέρον της FAB για τη Yapı Kredi. Με απλά λόγια: Η σαουδαραβική επιρροή συγκεντρώνεται σε αναστρέψιμη ρευστότητα, ενώ η εμιρατινή διαχέεται σε κόμβους του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
– “Κλείδωμα” έργων. Και στις δύο πλευρές, αλλά με διαφορετική λογική. Η συμφωνία της Baykar (drones Bayraktar) για τοπική παραγωγή με τη Saudi Arabian Military Industries δημιουργεί δεσμεύσεις εφοδιαστικής αλυσίδας, εκπαίδευσης και μεταφοράς τεχνολογίας. Παράλληλα, τουρκικές εταιρείες αναλαμβάνουν έργα δισεκατομμυρίων στο βασίλειο.
Στα Εμιράτα, η συνεργασία της DP World με την Evyap ενσωματώνει εμιρατινά συμφέροντα στον βιομηχανικό διάδρομο της Θάλασσας του Μαρμαρά, ενώ ενεργειακά και αμυντικά projects δημιουργούν μακροχρόνιες υποχρεώσεις. Η ασυμμετρία έχει σημασία: Η Σαουδική Αραβία “κλειδώνει” την Τουρκία μέσω άμυνας και mega-έργων ενέργειας, τα Εμιράτα μέσω logistics, τραπεζών και ΑΠΕ.
– Υποκαταστασιμότητα εμπορίου. Το εμπόριο είναι σχετικά υποκαταστάσιμο, αλλά το ιστορικό μετρά. Η Σαουδική Αραβία επέβαλε άτυπους περιορισμούς την περίοδο 2020-2021. Η σχέση αποκαταστάθηκε, αλλά το προηγούμενο παραμένει. Αντίθετα, το εμπόριο Τουρκίας-Εμιράτων , 44 δισ. δολάρια το 2025, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ροές χρυσού και πολύτιμων μετάλλων, ευαίσθητες στις συναλλαγματικές συνθήκες.
Ποιος θέλει τι: Οι τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες, οι κατασκευαστικοί όμιλοι και οι μακροοικονομικοί διαχειριστές έχουν συμφέρον να διατηρηθούν και οι δύο σχέσεις. Το ίδιο ισχύει και για τους εταίρους του Κόλπου, αν και με διαφορετικές προσδοκίες.
Τα οικονομικά ωθούν στην ισορροπία
Η τουρκική εσωτερική πολιτική έως το 2028 ευνοεί τη διατήρηση των σχέσεων με τον Κόλπο. Η σταθεροποίηση του πληθωρισμού και η διαχείριση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών απαιτούν συνεχή πρόσβαση σε σκληρό νόμισμα. Η Άγκυρα δύσκολα θα θυσίαζε μία από τις δύο σχέσεις για λόγους μη οικονομικής ευθυγράμμισης.
Η πρόταση διαμεσολάβησης προς τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στις 4 Ιανουαρίου δεν αφορούσε μόνο την Υεμένη. Αφορούσε τη θέση της Τουρκίας: Χρήσιμη για το Ριάντ, αξιόπιστη για το Αμπού Ντάμπι.
Προς το παρόν, τα οικονομικά δεδομένα επιβάλλουν ισορροπία. Όμως τα διαρθρωτικά κίνητρα μπορούν να αλλάξουν. Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτό το περιβάλλον οφείλουν να προετοιμάζονται τόσο για συνέχεια όσο και για ενδεχόμενες ανατροπές.





