ΑΝΑΛΥΣΗ

Πώς η Τουρκία αντιμετωπίζει την κρίση με κέντρο το Ιράν

Πώς η Τουρκία αντιμετωπίζει την κρίση με κέντρο το Ιράν, Βάνα Στέλλου
EPA/ERDEM SAHIN

Η συνεχιζόμενη αποσταθεροποίηση του Ιράν συνιστά ένα από τα πιο σύνθετα στρατηγικά διλήμματα που αντιμετωπίζει η Τουρκία στον 21ο αιώνα. Η εκτίμηση αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς έρχεται σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη περί ιστορικού ανταγωνισμού Άγκυρας και Τεχεράνης.

Η Τουρκία φοβάται την επανενεργοποίηση της ιρανικής ανάμειξης και αποσταθεροποίησης στη Συρία. Από την πλευρά του, το Ιράν φοβάται την αυξανόμενη τουρκική επιρροή στον Καύκασο, την οποία θεωρεί επιζήμια για τα στρατηγικά του συμφέροντα. Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, το Ιράν κατηγόρησε την Τουρκία και το Ισραήλ για κοινή αντι-ιρανική συνωμοσία. Υπάρχουν και άλλα πεδία ανταγωνισμού μεταξύ των δύο χωρών.

Ωστόσο, όσον αφορά τις τρέχουσες εξελίξεις, μια σειρά γεωπολιτικών υπολογισμών διαμορφώνει τη στάση της Τουρκίας απέναντι στις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στο Ιράν και τις αμερικανικές απειλές για δράση κατά του καθεστώτος.

Κρίση υπολογισμών στην Τουρκία

Το τουρκικό πολιτικό και στρατιωτικό κατεστημένο δεν βλέπει την πιθανή κατάρρευση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως ευκαιρία για περιφερειακή αναβάθμιση, αλλά ως προοίμιο εθνο-θρησκευτικού κατακερματισμού που θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα την εδαφική ακεραιότητα και τη δημογραφική σταθερότητα της Τουρκίας. Η άποψη που κυριαρχεί σε ισραηλινούς και αμερικανικούς κύκλους, ότι η αποδυνάμωση της Τεχεράνης θα ήταν εξ ορισμού προς όφελος της Τουρκίας, δεν λαμβάνει υπόψη τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη στρατηγική της ασφάλεια.

Η Άγκυρα διακατέχεται από τρεις αλληλένδετους φόβους: την βαθιά ριζωμένη και τροφοδοτούμενη από αντισημιτισμό – θεωρία περί ισραηλινής ηγεμονίας· την ενίσχυση του κουρδικού αυτονομισμού μέσω ενός κενού εξουσίας· και μια εκτεταμένη προσφυγική εισροή, που θα ξεπερνούσε κατά πολύ ακόμη και την εισροή μετά τη συριακή κρίση.

Η τουρκική αντίδραση αποκαλύπτει μια αντίθεση ανάμεσα σε μια προσεκτική, ισορροπημένη διπλωματική στάση και μια συνωμοσιολογική εκστρατεία ενημέρωσης στο εσωτερικό. Ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν αρθρώνει ένα δόγμα «περιφερειακής ιδιοκτησίας» και μη παρέμβασης, τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν επιθετικά τις αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στο Ιράν ως «σιωνιστο-αμερικανικό» σχέδιο.Το αφήγημα αυτό δεν είναι απλώς εσωτερική προπαγάνδα· αντανακλά έναν γεωπολιτικό φόβο ότι ένα μετα-ισλαμιστικό Ιράν θα επαναπροσανατολιζόταν προς τη Δύση, αφήνοντας την Τουρκία απομονωμένη και περικυκλωμένη.

Διαβάζοντας κανείς προσεκτικά τα επιχειρήματα Τούρκων αναλυτών, διπλωματών, δημοσιογράφων και στρατιωτικών αξιωματούχων, αποκαλύπτεται η ευθραυστότητα του modus vivendi Τουρκίας–Ιράν και τα όρια της ικανότητας της Άγκυρας να διαμορφώσει εξελίξεις στη γειτονιά της.

Η θεωρία της επίσημης ουδετερότητας

Η επίσημη τουρκική αντίδραση στην εξέγερση στο Ιράν χαρακτηρίζεται από στρατηγική σιωπή, με προσεκτικά διατυπωμένες δηλώσεις υπέρ της σταθερότητας. Αυτή η ισορροπημένη, προσεκτική στάση αποτελεί συνειδητό διπλωματικό ελιγμό για την προστασία της Τουρκίας από τις απρόβλεπτες δονήσεις μιας ενδεχόμενης κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος.

Το κανάλι Ερντογάν-Πεζεσκιάν

Η πολιτική αυτή φάνηκε στην τηλεφωνική επικοινωνία Ερντογάν-Πεζεσκιάν, στις 22 Ιανουαρίου 2026, εν μέσω κλιμακούμενων διαδηλώσεων. Σύμφωνα με την τουρκική ενημέρωση, ο Ερντογάν δήλωσε ρητά ότι η Τουρκία «αποδίδει μεγάλη σημασία στην ειρήνη και τη σταθερότητα του Ιράν».

Η έμφαση στη «σταθερότητα» αποτελεί διπλωματικό κώδικα υπέρ της επιβίωσης του καθεστώτος. Για την Άγκυρα, η διατήρηση μιας κεντρικής εξουσίας στην Τεχεράνη –ανεξαρτήτως ιδεολογίας– είναι προτιμότερη από την αβεβαιότητα μιας επαναστατικής μετάβασης. Στην ίδια συνομιλία, ο Τούρκος πρόεδρος δήλωσε ότι η Άγκυρα «ποτέ δεν είδε θετικά σενάρια εξωτερικής επέμβασης στο Ιράν». Η δήλωση αυτή λειτουργεί στρατηγικά ως:

  •  Αντι-ιμπεριαλιστικό σήμα: Ενισχύει το εσωτερικό προφίλ του Ερντογάν ως ηγέτη που αντιτίθεται στις δυτικές παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή.
  • Καθησυχασμός της Τεχεράνης ότι η Τουρκία δεν θα λειτουργήσει ως βάση δυτικών επιχειρήσεων για την ανατροπή του καθεστώτος, κάτι κρίσιμο δεδομένης της συμμετοχής της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.
  • Προληπτική διπλωματία για την αποφυγή ιρανικών κατηγοριών περί τουρκικής συνενοχής, προστατεύοντας έτσι τις διμερείς εμπορικές και ενεργειακές σχέσεις.

Ο Πεζεσκιάν, από την πλευρά του, επανέλαβε τη γνωστή γραμμή άμυνας του καθεστώτος περί «εκπαιδευμένων τρομοκρατικών ομάδων» που εκμεταλλεύονται κοινωνικά αιτήματα με την υποστήριξη των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Αξιοσημείωτο είναι ότι η τουρκική ανακοίνωση δεν αμφισβήτησε αυτή την εκδοχή, επικυρώνοντας σιωπηρά το ιρανικό αφήγημα περί ξένης παρέμβασης.

Φιντάν: Περιφερειακή σταθερότητα

Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν υπήρξε ο αρχιτέκτονας της επιχειρησιακής διάστασης αυτής της πολιτικής. Στην ετήσια αποτίμηση της εξωτερικής πολιτικής, ο Φιντάν προειδοποίησε ότι οι διαδηλώσεις θα μπορούσαν να «πλήξουν την περιφερειακή σταθερότητα» και να λειτουργήσουν ως πρόσχημα για ξένη παρέμβαση. Η θέση του ότι «το Ιράν πρέπει να λύσει τα προβλήματά του μόνο του» συνιστά απόρριψη του δόγματος της «Ευθύνης Προστασίας» το οποίο συχνά επικαλούνται δυτικές δυνάμεις.

Ο Φιντάν συνέδεσε την αναταραχή με εξωτερική χειραγώγηση, δηλώνοντας ότι «αντίπαλοι του Ιράν» επιδιώκουν να «διαμορφώσουν τις εξελίξεις». Η άμεση ονομαστική αναφορά στη Μοσάντ — «η Μοσάντ δεν προσπαθεί καν να το κρύψει· ενθαρρύνει τον ιρανικό λαό να εξεγερθεί κατά του καθεστώτος», δείχνει ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τις ισραηλινές επιχειρήσεις στο Ιράν ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα που απειλεί την τουρκική πλευρά.

Αυτό ταιριάζει με τη γενικότερη θεωρία του Φιντάν, όπως διατυπώθηκε στην αποτίμηση του 2025, όπου χαρακτήρισε το διεθνές σύστημα ως «αποτυχημένο στην τάξη» λόγω της Γάζας, στερούμενο πλέον ηθικής νομιμοποίησης για παρεμβάσεις στο Ιράν.

Πόλεμος πληροφόρησης για το Ιράν

Η Σεβίλ Νουριγέβα, αρθρογράφος της φιλοκυβερνητικής Türkiye Gazetesi περιγράφει μια στρατηγική «πυξίδα» για την Άγκυρα που δίνει προτεραιότητα στα απτά αποτελέσματα αντί ιδεολογικών αναγνώσεων. Υποστηρίζει ότι η Τουρκία πρέπει να αποφύγει τη σαφή τοποθέτηση υπέρ ή κατά οποιασδήποτε πλευράς, διότι το κόστος ενός λανθασμένου υπολογισμού είναι υπερβολικά υψηλό. Η ανάλυσή της αποκαλύπτει φόβο μετάδοσης της αστάθειας. Υποστηρίζει ότι το Ιράν στερείται ενιαίας κοινωνικής φωνής και ότι η παρούσα αναταραχή ενέχει τον κίνδυνο ενός νέου εμφυλίου πολέμου.

Κατά την άποψή της, οι φιλοκαθεστωτικές μάζες αποτελούν πραγματικότητα που δυτικοί αναλυτές συχνά αγνοούν. Μια σύγκρουση μεταξύ αυτών και των διαδηλωτών δεν θα οδηγούσε σε ταχεία δημοκρατική μετάβαση, αλλά σε παρατεταμένη αιματοχυσία με αναπόφευκτες διασυνοριακές επιπτώσεις. Επομένως, η τουρκική ουδετερότητα δεν πηγάζει από αδιαφορία, αλλά από προσπάθεια αποτροπής γεωπολιτικών τεκτονικών μετατοπίσεων.

Τα φιλοκυβερνητικά μέσα παρουσιάζουν τις διαδηλώσεις ως «βρώμικο παιχνίδι» των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η ρητορική αυτή απονομιμοποιεί τους διαδηλωτές και καλλιεργεί αντισημιτική και αντιαμερικανική ιδεολογία στο εσωτερικό της χώρας. Η θεωρία της «σιωνιστικής ζώνης ασφαλείας», όπως διατυπώθηκε από τον απόστρατο ναύαρχο Τζιχάτ Γιαϊτζί, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ επιδιώκει τον κατακερματισμό της περιοχής σε αδύναμα κρατίδια ώστε να περικυκλώσει την Τουρκία.

Το Κουρδικό: Ο πυρήνας της αγωνίας

Πίσω από τις γενικές αναφορές στη σταθερότητα, ο συγκεκριμένος και απτός φόβος που καθορίζει τη στάση της Τουρκίας είναι (και) το Κουρδικό ζήτημα. Για την Άγκυρα, δεν πρόκειται απλώς για έναν παράγοντα, αλλά για τη βασική μεταβλητή του προβλήματος ασφαλείας. Η Τουρκία βλέπει τις εξελίξεις στο Ιράν μέσα από το πρίσμα της 40ετούς σύγκρουσής της με το PKK. Σύμφωνα με την Άγκυρα, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ιρανικών κουρδικών οργανώσεων και PKK.Το PJAK (Κόμμα Ελεύθερης Ζωής του Κουρδιστάν), που συμμετέχει στις διαδηλώσεις στο Ιράν, συνδέεται οργανωτικά και ιδεολογικά με το PKK.

Ο δημοσιογράφος Ναμίκ Ντουρουκάν καταγράφει τη μετάβαση των κουρδικών οργανώσεων στο Ιράν από την παθητική υποστήριξη στην ενεργή κινητοποίηση, με εκκλήσεις ακόμη και για διεθνή παρέμβαση. Για την Άγκυρα, ένα τέτοιο σενάριο ισοδυναμεί με εφιάλτη: κατάρρευση του καθεστώτος στην Τεχεράνη θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία ενός αυτόνομου κουρδικού θύλακα στο βορειοδυτικό Ιράν (Ροζχιλάτ), σε άμεση γειτνίαση με την Αυτόνομη Περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ και δυνητικά θα συνδεόταν με τις περιοχές που ελέγχει το YPG στη βορειοανατολική Συρία. Το αποτέλεσμα θα ήταν ένας συνεχής «διάδρομος τρομοκρατίας» από τη Μεσόγειο έως τα όρη Ζάγκρος, που θα περικύκλωνε τα νότια και ανατολικά σύνορα της Τουρκίας με κουρδικές οντότητες υποστηριζόμενες από δυτική αεροπορική ισχύ και πολιτική κάλυψη.

Η εξέγερση και το κενό ασφάλειας

Ο αναλυτής Οράλ Τογά επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με το Πράσινο Κίνημα του 2009 που διέθετε σαφή ηγεσία, οι σημερινές διαδηλώσεις είναι «ακέφαλες» και οριζόντιες. Αυτό τις καθιστά δυσκολότερες στην καταστολή, αλλά και πιο χαοτικές ως προς την έκβαση. Η Άγκυρα φοβάται ότι ακόμη και αν το κέντρο αντέξει, η περιφέρεια —ιδίως οι κουρδικές περιοχές— θα καταρρεύσει σε ζώνες ανομίας, επιτρέποντας ελεύθερη δράση του PKK/PJAK.

Ο φόβος της μετανάστευσης

Η πιθανή προσφυγική κρίση θεωρείται υπαρξιακή κοινωνικο-οικονομική απειλή. Ο απόστρατος στρατηγός Ραφέτ Κιλίτς (Sözcü) προειδοποίησε ότι μια μαζική έξοδος από το Ιράν θα μπορούσε να «επισκιάσει ακόμη και την εμπειρία της Συρίας». Ο υπολογισμός του Κιλίτς βασίζεται στους αριθμούς. Το Ιράν έχει πληθυσμό περίπου 90 εκατομμύρια, έναντι 22 εκατομμυρίων της Συρίας πριν από τον πόλεμο. Επιπλέον, το Ιράν φιλοξενεί ήδη εκατομμύρια Αφγανούς πρόσφυγες, οι οποίοι πιθανότατα θα συμμετείχαν σε κάθε δυτική μετακίνηση πληθυσμών.

«Η καταστροφή που θα προκαλούσε ένα τέτοιο κύμα στη χώρα δεν μπορεί να υπερτιμηθεί», υποστηρίζει ο Κιλίτς. Σημειώνει ότι η τουρκική οικονομία είναι ήδη εύθραυστη. Η άφιξη εκατομμυρίων Ιρανών θα κατέρρεε το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας και πιθανότατα θα πυροδοτούσε μαζικές κοινωνικές αναταραχές στο εσωτερικό της Τουρκίας. Επιπλέον, η παρουσία δεκάδων εκατομμυρίων Τουρκογενών (Αζέρων) στο Ιράν δημιουργεί σύνθετους εθνοτικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους, με πιθανή εμπλοκή στον Καύκασο και έμμεση σύγκρουση με Ρωσία ή Αρμενία.

Ως απάντηση σε αυτούς τους φόβους, το τουρκικό κράτος έχει μεταβεί από την παθητική παρακολούθηση στην ενεργή οχύρωση. Στις 15 Ιανουαρίου, το υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι λαμβάνει «μέτρα κατά μήκος των εκτεταμένων συνόρων με το Ιράν (περίπου 530 χλμ.)». Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνο φυσικά τείχη, που η Τουρκία κατασκευάζει εδώ και χρόνια, αλλά και αυξημένη ηλεκτρονική επιτήρηση, περιπολίες drones και ανάπτυξη ειδικών δυνάμεων. Η εφημερίδα Hürriyet χαρακτήρισε την παράνομη μετανάστευση ως τον «πιο πραγματικό κίνδυνο» για την Τουρκία. Η ασφάλιση των συνόρων αποτελεί σπάνιο σημείο συναίνεσης στο τουρκικό πολιτικό σύστημα.

Το ισραηλινό στοιχείο

Παρά τον συνωμοσιολογικό τόνο, η τουρκική εκτίμηση δεν στερείται λογικής, απεναντίας έχει βάση. Η κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος πράγματι θα ενίσχυε την επιρροή του Ισραήλ και της Δύσης. Ένα μετα-επαναστατικό, φιλοδυτικό Ιράν θα γινόταν ανταγωνιστής της Τουρκίας για δυτικές επενδύσεις και πολιτική εύνοια, μειώνοντας τη στρατηγική της μοναδικότητα: Η Τουρκία απολαμβάνει σήμερα μια μοναδική θέση ως το μόνο μέλος του ΝΑΤΟ που συνορεύει με τη Μέση Ανατολή και ως η μόνη μουσουλμανική δύναμη με σχέσεις τόσο με το Ισραήλ (έστω και τεταμένες) όσο και με τη Δύση. Ένα κοσμικό, φιλοδυτικό Ιράν θα απομείωνε τη στρατηγική αξία της Τουρκίας.

Ενώ οι διπλωμάτες μιλούν για «σταθερότητα» και οι στρατηγοί ανησυχούν για τα σύνορα, ο τουρκικός μιντιακός μηχανισμός διεξάγει μια επιθετική εκστρατεία πολέμου πληροφοριών. Η εκστρατεία αυτή μεταθέτει τα αίτια της ιρανικής αναταραχής στο εξωτερικό, αποδίδοντας την πρωτοβουλία όχι στον ιρανικό λαό αλλά σε μια «σιωνιστο-αμερικανική» συνωμοσία. Το αφήγημα αυτό είναι κρίσιμο για την καλλιέργεια αντι-αμερικανικής και αντι-ισραηλινής ιδεολογίας στο εσωτερικό.

Κράτος- φρούριο

Η στάση της Τουρκίας διαμορφώνεται από αμυντικό ρεαλισμό. Όχι μόνο η κυβέρνηση Ερντογάν, αλλά και μεγάλος αριθμός δημοσιογράφων και αναλυτών θεωρούν την επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος, παρά τη σιιτική επεκτατικότητα, ως «τη λιγότερο κακή επιλογή». Η (ενδεχόμενη) κατάρρευσή του συνδέεται με τρεις κινδύνους:

  •  Εδαφικός κίνδυνος: Δημιουργία κουρδικής κρατικής οντότητας στο Ιράν.
  • Δημογραφικός κίνδυνος: Προσφυγικό κύμα τεραστίων διαστάσεων
  •  Γεωπολιτικός κίνδυνος: Πλήρης κυριαρχία αμερικανοϊσραηλινού άξονα στη Μέση Ανατολή.

Έτσι, η Τουρκία υιοθετεί μια τακτική φρουρίου: Οχυρώνει τα σύνορά της, θωρακίζει την κοινή γνώμη με αντισημιτικές και αντιδυτικές θεωρίες συνωμοσίας και αξιοποιεί τα διπλωματικά της κανάλια για να υπερασπιστεί το status quo, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι –παραδόξως–ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ εύχεται σιωπηρά τη διατήρηση ενός από τους βασικούς αντιπάλους της Δύσης, με το φόβο ότι η πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν θα είναι τελικά επιζήμια για την ίδια.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx