ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Αποστάσεις Τραμπ-Βανς από Γκιλφόιλ – Σάλος για την δημόσια εκτέλεση θανατοποινίτη

Αποστάσεις Τραμπ-Βανς από Κίμπερλι - Σάλος για την δημόσια εκτέλεση θανατοποινίτη

Συνεχίζεται η συζήτηση και η φημολογία γύρω από το πρόσωπο της Αμερικανίδας πρέσβειρας. Αντιδράσεις στις ΗΠΑ και για την live μετάδοση εκτέλεσης θανατοποινίτη, δια τυφεκισμού!

Στην Αθήνα, αντίθετα, η συζήτηση γύρω από την Αμερικανίδα πρέσβειρα Κίμπερλι Γκιλφόιλ παραμένει περιορισμένη, παρά τις καταγγελίες που έχουν απασχολήσει μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Η Wall Street Journal επανήλθε στην υπόθεση, αναφέροντας ότι η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από δωρητή του Ντόναλντ Τραμπ να καλύψει οφειλή ύψους 100.000 δολαρίων προς την American Express, προσφέροντας, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πρόσβαση σε υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη ως αντάλλαγμα.

Με μια λακωνική δήλωση, στην οποία ξεχώρισαν το «Too bad» («Είναι κρίμα») και η αναφορά του στην Κίμπερλι σε παρελθοντικό χρόνο, ο Ντόναλντ Τραμπ σχολίασε τις καταγγελίες σε βάρος της Αμερικανίδας πρέσβειρας στην Ελλάδα. «Λυπάμαι γι’ αυτό. Είναι κρίμα. Δεν ξέρω, είναι πρέσβειρα. Μόλις άκουσα κάποια πράγματα σχετικά με αυτό, δεν γνωρίζω πολλά, αλλά ήταν πάντα πολύ ευγενική». Αυτή ήταν η πλήρης απάντηση του Αμερικανού προέδρου όταν κλήθηκε να σχολιάσει την υπόθεση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο σημεία της δήλωσής του. Το πρώτο είναι η έκφραση «Too bad» («Είναι κρίμα»), με την οποία ο Τραμπ εξέφρασε τη λύπη του για την κατάσταση, χωρίς να προχωρήσει σε υπεράσπιση της πρέσβειρας. Το δεύτερο είναι η επιλογή του παρελθοντικού χρόνου στη φράση «She was always very nice» («Ήταν πάντα πολύ ευγενική»).

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν είπε «είναι», αλλά «ήταν», μια γλωσσική λεπτομέρεια που μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις για τον τόνο της τοποθέτησής του, χωρίς ωστόσο να αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι έχει αλλάξει η στάση του απέναντί της. Παράλληλα, ο Τραμπ έσπευσε να διευκρινίσει ότι δεν έχει πλήρη εικόνα των καταγγελιών, αποφεύγοντας να πάρει θέση για την ουσία τους.

Η παρέμβαση Βανς για την Γκιλφόιλ

Πριν από τη δήλωση Τραμπ, για την υπόθεση είχε τοποθετηθεί ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος ρωτήθηκε για τις καταγγελίες σχετικά με την ενδεχόμενη παροχή πρόσβασης σε κυβερνητικούς αξιωματούχους έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων.

Αρχικά, ο Βανς ξεκαθάρισε ότι δεν εγκρίνει τέτοιες πρακτικές, επισημαίνοντας ότι δεν θεωρεί αποδεκτό να προσφέρει κάποιος πρόσβαση σε υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη έναντι χρημάτων. Ωστόσο, όταν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην Γκίλφοϊλ, την οποία γνωρίζει προσωπικά εδώ και χρόνια, υπογράμμισε ότι δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα πριν εξακριβωθούν τα γεγονότα.

«Πρόκειται για καταγγελίες και αυτό που λέω πάντα είναι ότι δεν δικάζουμε ανθρώπους στο δικαστήριο της κοινής γνώμης, αλλά σε δικαστήριο», δήλωσε. «Έχω δει ότι ο Έρικ Ντίτερς έχει διατυπώσει κατηγορίες εναντίον της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, την οποία γνωρίζω εδώ και πολύ καιρό», πρόσθεσε.

Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος απέρριψε το ενδεχόμενο να θεωρηθεί κάποιος ένοχος αποκλειστικά με βάση φερόμενες συνομιλίες ή την εκδοχή ενός προσώπου. «Δεν μπορείς να παίρνεις μηνύματα που φέρεται να αντάλλαξαν κάποιοι άνθρωποι ή την ιστορία ενός προσώπου και να λες ότι, εξαιτίας αυτών, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είναι ένοχη. Θεωρώ ότι αυτό είναι παράλογο», ανέφερε.

Ο Βανς κατέληξε τονίζοντας την ανάγκη να αποκαλυφθεί η αλήθεια, αφήνοντας παράλληλα ανοιχτό το ζήτημα της απόδοσης ευθυνών. «Ας δούμε ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα. Ας δούμε ποια είναι η αλήθεια. Και προφανώς, εάν έχει συμβεί κάτι κακό, τότε οι υπεύθυνοι πρέπει να υποστούν τις συνέπειες».

Πληθώρα δημοσιευμάτων για Γκιλφόιλ

Η υπόθεση έχει προκαλέσει ερωτήματα και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Σύμφωνα με τον Guardian, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δέχθηκε πιέσεις να τοποθετηθεί για τις καταγγελίες, χωρίς να τις σχολιάσει επί της ουσίας, έχοντας προηγουμένως υπερασπιστεί το έργο της Αμερικανίδας πρέσβειρας.

Από την πλευρά του, το Associated Press μετέδωσε δηλώσεις του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος τάχθηκε κατά της πώλησης πρόσβασης σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, χωρίς ωστόσο να υιοθετήσει τις συγκεκριμένες καταγγελίες σε βάρος της Γκιλφόιλ.

Παράλληλα, η γαλλική Le Monde αναφέρθηκε σε καταγγελίες για πιέσεις προς κυβερνήσεις των Βαλκανίων με στόχο την προώθηση αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η βρετανική Daily Mail, από την άλλη, δημοσίευσε πρόσθετους ισχυρισμούς σχετικά με πολυτελή ταξίδια, ιδιωτικά αεροσκάφη, σαμπάνιες, ακριβά δείπνα και τη στενή σχέση της πρέσβειρας με τον λομπίστα Χρήστο Μαραφάτσο. Στις 8 Οκτωβρίου, η Daily Mail ανέφερε, επικαλούμενη πηγές, ότι είχε ξεκινήσει επίσημη έρευνα από τον Γενικό Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η αρμόδια υπηρεσία, ωστόσο, δεν επιβεβαίωσε ούτε διέψευσε την ύπαρξη έρευνας.

Το σύνολο αυτών των δημοσιευμάτων έχει μετατρέψει την Κίμπερλι Γκιλφόιλ σε πρόσωπο αναφοράς για επικριτές του Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίοι τη συνδέουν με το πολιτικό μοντέλο που εκπροσωπεί ο Αμερικανός πρόεδρος. Οι καταγγελίες, πάντως, παραμένουν ισχυρισμοί που δεν πρέπει να συγχέονται με αποδεδειγμένα γεγονότα.

Την ίδια στιγμή, προκαλεί εντύπωση η περιορισμένη έκταση που έχει λάβει η σχετική συζήτηση στην Ελλάδα. Παρά τη διεθνή δημοσιότητα και τα ερωτήματα που έχουν τεθεί, η υπόθεση δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει αντίστοιχη δημόσια αντιπαράθεση στην Αθήνα.

Αντιδράσεις για την δημόσια εκτέλεση

Την ίδια στιγμή, έντονη συζήτηση έχει ανοίξει στις ΗΠΑ η απόφαση του Πενταγώνου να καταστήσει δημόσια και να μεταδώσει μέσω live streaming την εκτέλεση με εκτελεστικό απόσπασμα του Νιντάλ Μαλίκ Χασάν, του πρώην ταγματάρχη του αμερικανικού στρατού που καταδικάστηκε σε θάνατο για τη μαζική επίθεση στο Φορτ Χουντ του Τέξας το 2009.

Η εκτέλεση έχει προγραμματιστεί για τις 3 Δεκεμβρίου στο Φορτ Χουντ, στην ίδια στρατιωτική βάση, όπου ο Χασάν σκότωσε 13 ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους 32. Ο ο υπουργός Πολέμου των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε ότι το κοινό θα έχει τη δυνατότητα να την παρακολουθήσει, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες πρέπει να αντιληφθούν πως υπάρχουν «σοβαρές συνέπειες» για τέτοιου είδους πράξεις. Το Πεντάγωνο επιβεβαίωσε στη συνέχεια ότι ο σχεδιασμός προβλέπει ζωντανή διαδικτυακή μετάδοση.

Εφόσον πραγματοποιηθεί όπως έχει ανακοινωθεί, θα πρόκειται για την πρώτη στρατιωτική εκτέλεση στις ΗΠΑ από το 1961, την πρώτη εκτέλεση στρατιωτικού με εκτελεστικό απόσπασμα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πρώτη δημόσια εκτέλεση στη χώρα εδώ και περίπου 90 χρόνια.

Η επιλογή να μεταδοθεί η εκτέλεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις που ξεπερνούν τις κομματικές γραμμές, ακόμη και μεταξύ πολιτικών που δηλώνουν ότι συμφωνούν με τη θανατική ποινή για τον Χασάν. Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής, Τομ Τίλις, τόνισε ότι ο καταδικασμένος πρέπει να αντιμετωπίσει τη θανατική ποινή, ωστόσο, χαρακτήρισε τη δημόσια μετάδοση «πέρα από αηδιαστική», επισημαίνοντας ότι οι δημόσιες εκτελέσεις παραπέμπουν σε χώρες όπως το Ιράν και το Αφγανιστάν και «δεν πρέπει να συμβαίνουν στην Αμερική».

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής, Όστιν Σκοτ, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, δήλωσε ότι υποστηρίζει την επιβολή της θανατικής ποινής, αλλά όχι τη μετατροπή της σε ζωντανό θέαμα, σημειώνοντας ότι η μετάδοση εκτελέσεων είναι πρακτική που χρησιμοποιούν τζιχαντιστικές οργανώσεις.

Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής, Τζον Κέρτις, προειδοποίησε επίσης ότι «η μετάδοση ενός θανάτου μας υποβαθμίζει», υποστηρίζοντας ότι μια κοινωνία διαβρώνεται όταν οι εκτελέσεις αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως μορφή θεάματος. Ακόμη και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέι Ντι Βανς, κράτησε αποστάσεις από την ιδέα του live streaming. Δήλωσε ότι δεν πρόκειται να το παρακολουθήσει εφόσον πραγματοποιηθεί και εξέφρασε αμφιβολίες για το αν τελικά η μετάδοση θα γίνει όπως έχει ανακοινωθεί.

«Snuff film» για τους Δημοκρατικούς

Ακόμη εντονότερες ήταν οι αντιδράσεις από Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο. Ο γερουσιαστής Ρούμπεν Γκαγιέγκο, βετεράνος των Πεζοναυτών, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη στα θύματα «χωρίς να δημιουργήσει ένα snuff film», ενώ η γερουσιαστής Πάτι Μάρεϊ ζήτησε να εγκαταλειφθεί το σχέδιο, κάνοντας λόγο για «γκροτέσκο δημόσιο θέαμα».

Ο Δημοκρατικός Άνταμ Σμιθ, ο κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, χαρακτήρισε το σχέδιο «ανησυχητικό» και υποστήριξε ότι μετατρέπει το αμερικανικό σύστημα Δικαιοσύνης σε θέαμα. «Είμαστε δημοκρατική χώρα και πρέπει να αντιμετωπίζουμε σοβαρά το κράτος δικαίου, όχι να το μετατρέπουμε σε σόου», ανέφερε.

Ο γερουσιαστής Κρις Μέρφι χρησιμοποίησε ακόμη σκληρότερη γλώσσα, χαρακτηρίζοντας μια δημόσια εκτέλεση «μεσαιωνική» και διερωτώμενος αν οι ΗΠΑ μιμούνται τις εικόνες εκτελέσεων που έχουν δημοσιοποιήσει τρομοκρατικές οργανώσεις. Η Χίλαρι Κλίντον χαρακτήρισε επίσης την ιδέα «βάρβαρη» και «ανάξια της αξιοπρέπειας της χώρας», καλώντας σε αντίδραση απέναντι στον σχεδιασμό του Πενταγώνου.

Η αντίδραση δεν περιορίζεται στην πολιτική σκηνή. Ο αρχιεπίσκοπος της Οκλαχόμα Σίτι, Πολ Κόουκλι, πρόεδρος της Διάσκεψης Καθολικών Επισκόπων των ΗΠΑ, χαρακτήρισε τη σχεδιαζόμενη δημόσια εκτέλεση «βάρβαρη προώθηση μιας κουλτούρας θανάτου» και ζήτησε να επανεξεταστεί η απόφαση. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι τα εγκλήματα του Χασάν δεν μπορούν να δικαιολογηθούν, υποστήριξε όμως ότι η δημόσια θανάτωσή του θα επιβαρύνει περαιτέρω «τον ηθικό ιστό» της αμερικανικής κοινωνίας.

Επιφυλάξεις ακόμη και από επιζώντα της επίθεσης

Ιδιαίτερο βάρος έχει και η τοποθέτηση του Αλόνζο Λάνσφορντ, πρώην λοχία του αμερικανικού στρατού και επιζώντα της επίθεσης του 2009, ο οποίος είχε δεχθεί επτά πυροβολισμούς από τον Χασάν. Ο Λάνσφορντ είπε στο BBC ότι θεωρεί το εκτελεστικό απόσπασμα αρμόζουσα μέθοδο για τον δράστη και σκοπεύει να βρίσκεται εκεί όταν εκτελεστεί. Έθεσε, ωστόσο, σαφή διαχωριστική γραμμή ως προς τη μετάδοση της διαδικασίας στο ευρύ κοινό.

Όπως είπε, η εκτέλεση «δεν είναι κάτι που πρέπει να βλέπει κανείς για λόγους ψυχαγωγίας», προσθέτοντας ότι ο ίδιος δεν συμφωνεί με την πλήρη και χωρίς περιορισμούς μετάδοσή της.

Υπάρχουν και υποστηρικτές

Δεν είναι πάντως όλες οι αντιδράσεις αρνητικές. Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής, Άντι Όγκλες, τάχθηκε ανοιχτά υπέρ του σχεδίου, γράφοντας ότι η δημόσια εκτέλεση είναι αυτό που «αξίζει» στον Χασάν και προσθέτοντας: «Θα παρακολουθούμε». Η κυβέρνηση Τραμπ παρουσιάζει την εκτέλεση ως επίδειξη αυστηρής εφαρμογής της ποινής που επιβλήθηκε στον Χασάν το 2013. Ο ίδιος ο Τραμπ, όταν ρωτήθηκε εάν εγκρίνει τη ζωντανή μετάδοση, απάντησε ότι την εγκρίνει.

Το επίμαχο σημείο της δημόσιας συζήτησης στις ΗΠΑ δεν είναι πλέον μόνο η θανατική ποινή του Χασάν, αλλά η απόφαση να μετατραπεί η εκτέλεσή του σε γεγονός διαθέσιμο για μαζική παρακολούθηση. Οι επικριτές της επιλογής προειδοποιούν ότι η εικόνα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προπαγανδιστικό υλικό από εξτρεμιστικές οργανώσεις και ότι εξαλείφει τη γραμμή ανάμεσα στην εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης και στη δημόσια επίδειξη κρατικής βίας. Η εκτέλεση παραμένει προγραμματισμένη για τις 3 Δεκεμβρίου, αν και ενδεχόμενες νομικές κινήσεις του Χασάν θα μπορούσαν να επηρεάσουν το χρονοδιάγραμμα.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx