Στα χνάρια του Ολάντ ο Μακρόν

Γιώργος Λυκοκάπης
1217
Στα χνάρια του Ολάντ ο Μακρόν, Γιώργος Λυκοκάποης

«Το ποδόσφαιρο σφυρηλατεί την εθνική ενότητα, όπως ο πόλεμος». Αυτή η φράση αποδίδεται στον πρώην πρόεδρο της Κροατίας Φράνιο Τούτζμαν, έναν από τους πρωταγωνιστές του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου πολέμου. Ο Κροάτης εθνικιστής πολιτικός είχε δίκιο.

Για παράδειγμα ο αποκλεισμός της Γερμανίας από το Μουντιάλ δημιούργησε εθνική κατάθλιψη στην οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης. Το κλίμα ήταν πολύ διαφορετικό το 1990, όταν η Γερμανία είχε κατακτήσει το Μουντιάλ, λίγους μήνες μετά την πτώση του Τείχους. Για τους Γερμανούς δεν ήταν μόνο αθλητική νίκη, αλλά και πολιτική. Συμβόλιζε την κυριαρχία της επανενωμένης πλέον Γερμανίας, στην Ευρώπη.

Αυτό ακριβώς υπολόγιζε και ο Εμμανουέλ Μακρόν που είδε ως «θείο δώρο» την κατάκτηση του Μουντιάλ από την Γαλλία. Για τον Γάλλο πρόεδρο θα αποτελούσε το έναυσμα για την αναβάθμιση της Γαλλίας στο διεθνές στερέωμα, όπως φιλοδοξεί διακαώς να επιτύχει. Φυσικά υπολόγιζε στην ενίσχυση της δημοτικότητας του στο εσωτερικό της Γαλλίας. Ο Μακρόν πανηγύρισε έξαλλα στην βροχή την νίκη της Εθνικής Γαλλίας. Μιας και η πολιτική είναι θέμα συμβολισμών, έδωσε μία απόδειξη ότι δεν αποτελεί τον «εκλεκτό της ελίτ», όπως τον κατηγορούν οι πολιτικοί του αντίπαλοι.

Όλα αυτά μέχρι που ξέσπασε το σκάνδαλο με τον Αλεξάντερ Μπεναλά, τον προσωπικό σωματοφύλακα του Γάλλου προέδρου. Τον γύρο των γαλλικών μέσων ενημέρωσης έκανε το βίντεο με τον Μπεναλά να ξυλοκοπεί διαδηλωτές κατά την διάρκεια των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας την ημέρα της εργατικής Πρωτομαγιάς. Αρμόδια για την αντιμετώπιση των ταραχών είναι η γαλλική αστυνομία, όχι ο προσωπικός σωματοφύλακας του Γάλλου προέδρου.

Η υπόθεση έχει αποκτήσει μεγαλύτερες διαστάσεις στην χώρα, παρόλο που ο Μακρόν έσπευσε να απομακρύνει τον πρώην στενό του συνεργάτη. Τα γαλλικά μέσα ενημέρωσης μιλούν για ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας με παχυλούς μισθούς και προνόμια, από τα οποία ευνοούνταν ο Μπεναλά. Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί στην Γαλλία, είναι πως ο Γάλλος πρόεδρος διέψευσε με οργή τις φήμες ότι είχε κρυφές σεξουαλικές σχέσεις, με τον άλλοτε έμπιστό του σωματοφύλακα!

Η υπόθεση έριξε την δημοτικότητα του Εμμανουέλ Μακρόν στο ισχνό 30%. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις το 80% των Γάλλων είναι «σοκαρισμένοι». Αρνητική εντύπωση προκάλεσαν οι επιθέσεις του Μακρόν κατά των μέσων ενημέρωσης της χώρας του. Ο Γάλλος πρόεδρος θυμίζει ένα «κακομαθημένο πλουσιόπαιδο», το επιτελείο του οποίου αποτελείται από ανθρώπους με συμπεριφορά «μπράβων».

«Πισώπλατη μαχαιριά» του Βερολίνου

Όσον αφορά την διπλωματική αναβάθμιση της Γαλλίας μάλλον αποδεικνύεται «όνειρο θερινής νυκτός». Το σχέδιο του Γάλλου προέδρου για μεταρρυθμίσεις στους μηχανισμούς της ΕΕ, παραπέμπεται στις καλένδες, λόγω της πολιτικής παράλυσης που παρατηρείται στην Γερμανία. Η καγκελάριος Μέρκελ είναι «όμηρος» της Δεξιάς, η οποία βλέπει με δυσπιστία τα σχέδια του Παρισιού.

Δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα για το Παρίσι. Μεγαλύτερο πρόβλημα έχει από την προκαταρκτική συμφωνία του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ με τον Ντόναλντ Τραμπ, που έγινε γνωστή το βράδυ της 25ης Ιουλίου. Η συμφωνία απέτρεψε την έναρξη ενός οικονομικού πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ και την ΕΕ. Όμως, στην πράξη λειτουργεί εις βάρος της Γαλλίας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος δεσμεύτηκε να μην επιβάλλει δασμούς στα εισαγόμενα αυτοκίνητα, γεγονός που θα έπληττε τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες. Από την πλευρά του ο Γιούνκερ δεσμεύτηκε για μεγαλύτερες εισαγωγές αμερικανικών γεωργικών προϊόντων στην ΕΕ. Όμως, σε αντίθεση με τη Γερμανία, η γεωργία αποτελεί κομβικό τομέα για τη γαλλική οικονομία. Τα γαλλικά αγροτικά προϊόντα θα αντιμετωπίσουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό των αμερικανικών προϊόντων, όπως της γενετικά τροποποιημένης σόγιας.

Η γαλλική κυβέρνηση αντέδρασε δικαιολογημένα με οργή στην συμφωνία. Ο επικεφαλής της Κομισιόν, λειτούργησε ως «εντολοδόχος» των βιομηχανικών συμφερόντων της Γερμανίας, όχι ως αξιωματούχος της ΕΕ. Το Παρίσι βρίσκεται στην δυσάρεστη θέση να «πληρώσει τα σπασμένα» της αντιπαράθεσης Ουάσιγκτον-Βερολίνου.

Να σημειώσουμε πως ο Αμερικανός πρόεδρος επέλεξε να αποσυρθεί από την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, μόλις λίγο μετά την συνάντηση του με τον Γάλλο ομόλογο του. Ο Μακρόν προσπάθησε να μεταπείσει τον Τραμπ, χωρίς επιτυχία. Το αποτέλεσμα είναι να κινδυνεύουν οι γαλλικές επιχειρήσεις, που δραστηριοποιούνται στην Τεχεράνη, από την επαναφορά των αμερικανικών κυρώσεων.

Εξαντλείται η τύχη του Μακρόν

Η τύχη ευνόησε τον Μακρόν. Κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος από το πουθενά, χωρίς την στήριξη κάποιου μεγάλου κόμματος. Υπήρξε τυχερός για δύο λόγους. Πρώτον η προεδρική υποψηφιότητα του δεξιού Φρανσουά Φιγιόν υπονομεύτηκε από απανωτά σκάνδαλα διαφθοράς. Δεύτερον, στον δεύτερο γύρο βρέθηκε αντιμέτωπος με τη Μαρίν Λε Πεν. Τα δημοκρατικά αντανακλαστικά των Γάλλων λειτούργησαν. Ο Μακρόν ψηφίστηκε ως η λογική «του μικρότερου κακού», έναντι της ακροδεξιάς υποψήφιας του Εθνικού Μετώπου.

Το πρόβλημα είναι πως ο Γάλλος πρόεδρος επαναπαύεται στις υπερεξουσίες που του δίνει το γαλλικό Σύνταγμα. Μονίμως παραβλέπει ότι για την πλειοψηφία των Γάλλων παραμένει «ο εκλεκτός των ελίτ». Την κατάσταση δεν διευκολύνει η αλλαζονική συμπεριφορά του και η παντελής αποτυχία των φιλόδοξων στόχων που είχε θέσει. Εάν συνεχίσει σε αυτόν τον δρόμο θα έχει με μαθηματική ακρίβεια το εξευτελιστικό τέλος του Φρανσουά Ολάντ, του σοσιαλδημοκράτη προκατόχου του.

Στην περίπτωση του, δεν θα μιλάμε μόνο για το πολιτικό του τέλος, αλλά για το τέλος της ίδιας της γαλλικής δημοκρατίας. Δεν είναι βέβαιο πως τα δημοκρατικά αντανακλαστικά των Γάλλων θα λειτουργήσουν στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Πρέπει να σημειώσουμε πως και στην γαλλική κεντροδεξιά σημειώνονται πολλές ιδεολογικές μεταβολές. Η αντιπολίτευση των Ρεπουμπλικανών απομακρύνεται από την ιδεολογική παρακαταθήκη των γκωλικών και του Ζακ Σιράκ, υιοθετώντας όλο και περισσότερο θέσεις της γαλλικής άκρας Δεξιάς.

Όπως συνέβη και με τον Ολάντ, ο πολιτικός χρόνος θα τελειώσει και για τον Μακρόν. Στην χειρότερη περίπτωση η εξουσία θα περάσει στο Εθνικό Μέτωπο, με ότι και αν αυτό σημαίνει για την γαλλική δημοκρατία. Στην καλύτερη περίπτωση η εξουσία θα περάσει σε μία «λεπενοποιημένη» δεξιά, επομένως θα έχουμε την «ορμπανοποίηση» της Γαλλίας.