Τραμπ-Σι: ΗΠΑ-Κίνα να συνυπάρξουν ειρηνικά – Σπαρταριστά απρόοπτα της ιστορικής επίσκεψης! (video)
24/09/2026
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ και η πρώτη κυρία Μελάνια Τραμπ τον υποδέχθηκαν στον Λευκό Οίκο, όπως και την πρώτη κυρία Πενγκ Λιγιουάν, στο πλαίσιο επίσημης τελετής υποδοχής. Στην ατζέντα των συνομιλιών αναμένεται να βρεθούν το εμπόριο, η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και άλλα γεωπολιτικά. ζητήματα, μεταξύ των οποίων η Ταϊβάν και το Ιράν. Τα τηλεοπτικά δίκτυα CNN και MS NOW έκαναν γνωστό ότι οι δημοσιογράφοι τους έγιναν και πάλι δεκτοί στον Λευκό Οίκο, αφού νωρίτερα τους απαγόρευσαν την είσοδο.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στις συμφωνίες και στην πρόοδο που ενδέχεται να προκύψουν από τις συνομιλίες Τραμπ και Σι, καθώς οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου επιδιώκουν να διαχειριστούν τις μεταξύ τους εντάσεις και να ενισχύσουν τις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας.
Ο Σι Τζινπίνγκ κάλεσε σήμερα τις ΗΠΑ και το Ιράν να επιλύσουν τις διαφορές τους «το συντομότερο δυνατό» μέσω διαπραγματεύσεων, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου και το άνοιγμα των στρατηγικής σημασίας Στενών του Ορμούζ, όπως μεταδίδει το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua σχετικά με τη συνάντησή του κινέζου προέδρου με τον Τραμπ.
Παράλληλα, ο πρόεδρος της Κίνας προέτρεψε τον Τραμπ να επιδείξει «σύνεση» σε ό,τι αφορά την Ταϊβάν, υπογραμμίζοντας ότι ευελπιστεί πως η Ουάσινγκτον θα παραμείνει αντίθετη στην «ανεξαρτησία της Ταϊβάν», ούτως ώστε να μπουν γερές βάσεις για τη διμερή στρατηγική συνεργασία και την ανάπτυξη των σινοαμερικανικών σχέσεων.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ δήλωσε πως είχε μια «εξαιρετική συνάντηση» με τον Σι Τζινπίνγκ, απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους προτού οι δύο ηγέτες επιβιβαστούν στο ελικόπτερο Marine One, αναχωρώντας από τον Λευκό Οίκο για μια σύντομη περιήγηση.
Τί είπε στην αρχή ο Τραμπ
Κατά την έναρξη της ομιλίας του, ο πρόεδρος των ΗΠΑ καλωσόρισε τον Κινέζο ομόλογό του στον Λευκό Οίκο, επισημαίνοντας ότι είναι ο πρώτος Κινέζος ηγέτης που πραγματοποιεί επίσημη επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες για δεύτερη φορά. «Είναι η πρώτη φορά που συναντιόμαστε στον Λευκό Οίκο», ανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος, προσθέτοντας ότι ο ίδιος και ο Σι έχουν οικοδομήσει μια «πραγματικά σπουδαία φιλία». «Πολλά έχουν αλλάξει από την τελευταία φορά που βρέθηκε εδώ», σημείωσε.
Ο Τραμπ δήλωσε επίσης «υπερήφανος» για τη σχέση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας και υποστήριξε ότι οι δύο χώρες έχουν σημειώσει «τεράστια πρόοδο» στα ζητήματα που αντιμετωπίζουν. Παράλληλα, τόνισε ότι Ουάσιγκτον και Πεκίνο εργάζονται για μια πιο ισορροπημένη εμπορική σχέση, ενώ ανέφερε ότι στις συνομιλίες με τον Σι θα βρεθούν επίσης ζητήματα ασφάλειας, τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι την Παρασκευή ο Σι Τζινπίνγκ θα τον συνοδεύσει στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ, όπου θα δουν ιστορικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. «Ο πρόεδρος Σι και η κυρία Πενγκ φτάνουν σε μια σημαντική στιγμή για την Αμερική: την 250ή επέτειο από την ίδρυσή μας», δήλωσε ο Τραμπ κατά την ομιλία του στον Λευκό Οίκο. «Αύριο θα επισκεφθούμε τα Εθνικά Αρχεία για να δούμε ορισμένους από τους σημαντικότερους θησαυρούς αυτής της περήφανης ιστορίας».
Όπως πρόσθεσε, θα δουν επίσης αντικείμενα που μαρτυρούν τις πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών στο παρελθόν, χαρακτηρίζοντάς τα τεκμήρια της μακράς σχέσης των δύο χωρών. «Όπως οι πρόγονοί μας διέσχιζαν τον ωκεανό πριν από αιώνες για να εμπορευτούν, να μάθουν και να οικοδομήσουν έναν καλύτερο κόσμο, έτσι και οι δύο χώρες μας κάνουν ουσιαστικά το ίδιο σήμερα. Και είμαστε πολύ υπερήφανοι γι’ αυτό και για τη σχέση μας», ανέφερε.
Τί είπε ο πρόεδρος Σι
Από την πλευρά του, ο Σι Τζινπίνγκ δήλωσε χαρούμενος που επισκέπτεται τις «όμορφες» Ηνωμένες Πολιτείες και, εκ μέρους του κινεζικού λαού, απηύθυνε τις ευχές του για την 250ή επέτειο από την ίδρυση των ΗΠΑ. «Η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι και οι δύο σπουδαίες χώρες, με σπουδαίους λαούς», ανέφερε ο Κινέζος πρόεδρος, τονίζοντας ότι βρίσκεται στην Ουάσιγκτον για να μεταφέρει «μήνυμα φιλίας» και να διευρύνει τη συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Όπως είπε, Κίνα και ΗΠΑ έχουν την ευθύνη να συμβάλουν στην πρόοδο της ανθρωπότητας, ενώ εξέφρασε την πρόθεσή του να συνεργαστεί με τον Τραμπ για να «κατευθύνουν το πλοίο των σινοαμερικανικών σχέσεων». Ο Σι υπογράμμισε την ανάγκη ενίσχυσης της επικοινωνίας μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον, σημειώνοντας ότι ένας «ειλικρινής, ουσιαστικός και διαρκής διάλογος» μπορεί να ενισχύσει την αμοιβαία κατανόηση και εμπιστοσύνη. Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της ενίσχυσης των επαφών στους τομείς της διπλωματίας, του εμπορίου, της οικονομίας και της επιβολής του νόμου.
Αναφερόμενος προσωπικά στον Τραμπ, ο Κινέζος πρόεδρος δήλωσε ότι οι δυο τους έχουν αναπτύξει προσωπική σχέση και υπογράμμισε ότι οι δύο πλευρές θα πρέπει να συνεργαστούν με καλή πίστη, καθώς υπάρχει «ευρύ πεδίο συνεργασίας». Στο οικονομικό πεδίο, ο Σι τόνισε ότι «η πόρτα της Κίνας είναι ανοιχτή» και κάλεσε τις αμερικανικές επιχειρήσεις να επενδύσουν στη χώρα του. Παράλληλα, δήλωσε: «Ελπίζουμε οι κινεζικές επιχειρήσεις να τύχουν δίκαιης μεταχείρισης στις ΗΠΑ».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, χαρακτηρίζοντας τόσο την Κίνα, όσο και τις ΗΠΑ μεγάλες δυνάμεις στον συγκεκριμένο τομέα. Όπως είπε, οι δύο χώρες έχουν τόσο τη δυνατότητα όσο και την ευθύνη να αναπτύξουν και να διαχειριστούν την τεχνητή νοημοσύνη με τρόπο που να υπηρετεί το κοινό καλό.
Μάλιστα, ο Σι τόνισε ότι οι δύο υπερδυνάμεις έχουν την ευθύνη να διασφαλίσουν ότι η τεχνολογία θα παραμένει υπό ανθρώπινο έλεγχο. «Έχουμε τόσο τη δυνατότητα όσο και την ευθύνη να αναπτύξουμε και να διαχειριστούμε την τεχνητή νοημοσύνη προς όφελος όλων και να διασφαλίσουμε ότι η ανάπτυξή της θα βρίσκεται πάντοτε υπό ανθρώπινο έλεγχο και θα υπηρετεί την ευημερία των ανθρώπων», δήλωσε ο Κινέζος πρόεδρος.
Ο Σι τάχθηκε επίσης υπέρ της ενίσχυσης της συνεργασίας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών και στον τομέα της επιβολής του νόμου, ενώ, σε ό,τι αφορά συνολικά ατις σχέσεις των δύο δυνάμεων, τόνισε ότι Κίνα και ΗΠΑ πρέπει να συνυπάρχουν ειρηνικά και ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ τους θα πρέπει να είναι «θετικός και να έχει όρια». Πρόσθεσε δε ότι οι ένοπλες δυνάμεις των δύο χωρών θα πρέπει να διατηρούν τακτικό διάλογο.
Καταλήγοντας, ο Σι Τζινπίνγκ ανακοίνωσε ότι ένα ζευγάρι πάντα θα μεταφερθεί τις επόμενες ημέρες στον ζωολογικό κήπο της Ατλάντα, ενώ το Πεκίνο σχεδιάζει να προσκαλέσει 100.000 νέους Αμερικανούς στην Κίνα τα επόμενα πέντε χρόνια, στο πλαίσιο προγραμμάτων ανταλλαγών και σπουδών. Παράλληλα, κάλεσε τις δύο χώρες να αυξήσουν τις απευθείας αεροπορικές συνδέσεις μεταξύ Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών.
Τα απρόοπτα
Λίγο μετά την είδηση ότι ο Λευκός Οίκος αποκατάστησε τελικώς την πρόσβαση του CNN, πλήθος συγκεντρώθηκε γύρω από τη δημοσιογράφο του CNN, Μπέτσι Κλάιν, καθώς εκείνη ετοιμαζόταν για την πρώτη της τηλεοπτική εμφάνιση. Νωρίτερα της είχαν αρνηθεί επανειλημμένα την είσοδο.
Μέσα στον Λευκό Οίκο κατά τις πρώτες του δηλώσεις ο Κινέζος πρόεδρος άρθρωσε το Make America Great Again.
Κινέζος φωτογράφος έσπρωξε μια Αμερικανίδα ρεπόρτερ ενώ πήγαινε προς τη διμερή συνάντηση στο Οβάλ Γραφείο από την αίθουσα των συνεντεύξεων Τύπου.
Η κατάσταση μοιάζει χαοτική, με τα μόνα βίντεο να είναι με δημοσιογράφους να σπρώχνονται, λόγω και του “εμπάργκο” ΜΜΕ στην κάλυψη του Λευκού Οίκου…
Την ίδια ώρα έξω από τον Λευκό Οίκο οι Κινέζοι φωτογράφοι «μαλώνουν» με την ασφάλεια του Λευκού Οίκου για καλύτερα πλάνα της επίσκεψης του προέδρου της Κίνας.
Ο Λευκός Οίκος επέτρεψε σε ελάχιστους φωτορεπόρτερ, αλά όχι δημοσιογράφους να μπουν στο Οβάλ Γραφείο, για την έναρξη των συνομιλιών με τον Σι Τζινπίνγκ. Η ομάδα των φωτογράφων και των δημοσιογράφων του έντυπου Τύπου συνεχίζει από τον Λευκό Οίκο ακόμη και όταν η αντίστοιχη ομάδα της τηλεόρασης απέχει, μέχρις ότου η κυβέρνηση αποκαταστήσει την πρόσβαση για τα για τα Μέσα, στα οποία έχει απαγορεύσει την είσοδο.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Τραμπ αστειεύτηκε λέγοντας ότι οι Κινέζοι διέθεταν το πιο φιλικό σώμα δημοσιογράφων. Το «αστείο» του Τραμπ μετέφεραν στα Μέσα οι φωτογράφοι που ήταν παρόντες και μετέφεραν τις λεπτομέρειες στην ομάδα του έντυπου Τύπου. Λίγο μετά την εμφάνιση στο Οβάλ Γραφείο, το CNN και το MS NOW μετέδωσαν ότι είχε αποκατασταθεί η πρόσβασή τους στον Λευκό Οίκο.
Η λαμπρή υποδοχή στον Σι
Το πρωτόκολλο θέλει τον Αμερικανό πρόεδρο να μην πηγαίνει σχεδόν ποτέ να υποδεχθεί ξένο ηγέτη στο αεροδρόμιο. Ο Ντόναλντ Τραμπ το αψήφησε χθες Τετάρτη, υποδεχόμενος προσωπικά τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, ενώ ο υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησής του ανακοίνωνε παράλληλα πως παρατείνεται η ανακωχή στον εμπορικό πόλεμο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο ως τουλάχιστον τις αρχές του 2027.
Το αεροσκάφος της Air China το οποίο μετέφερε τον Σι Τζινπίνγκ προσγειώθηκε χθες (σ.σ. περί τις 00:40 σήμερα ώρα Ελλάδας) στην αεροπορική βάση Άντριους, όχι μακριά από την Ουάσιγκτον, όπου άγημα 21 ανδρών και μαχητικά αεροσκάφη είχαν λάβει θέσεις προς τιμή του κινέζου προέδρου, ο οποίος ξεκινά τριήμερη επίσκεψη στις ΗΠΑ, κι είχε στρωθεί κόκκινο χαλί. Ακούστηκαν κανονιοβολισμοί κι ανακρούστηκαν οι δυο εθνικοί ύμνοι από μπάντα της πολεμικής αεροπορίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, συνοδευόμενος από την πρώτη κυρία Μελάνια Τραμπ, αντάλλαξε χειραψία με τον ομόλογό του, που ταξίδεψε με τη σύζυγό του Πενγκ Λιγιουάν· τα ζευγάρια βάδισαν πλάι-πλάι, με προπορευόμενους τους δυο αρχηγούς κρατών, στον κόκκινο διάδρομο για τη σύντομη τελετή υποδοχής, που συμπεριέλαβε υπέρπτηση στρατιωτικών αεροσκαφών, ιδίως σχηματισμού βομβαρδιστικών B-1 και καταδιωκτικών F-22 — υπερθέαμα από αυτά στα οποία αρέσκεται ο ρεπουμπλικάνος. Κατόπιν αναχώρησαν ο καθένας χωριστά. Οι ηγέτες θα βρεθούν αργότερα στον Λευκό Οίκο, όπου προγραμματίζεται νέα τελετή υποδοχές με στρατιωτικές τιμές. Ωστόσο, πιθανόν ο κυριότερος σκοπός της συνάντησης έχει επιτευχθεί ήδη.
«Συμφωνήσαμε σήμερα (σ.σ. χθες Τετάρτη) να παρατείνουμε (…) την οικονομική αποκλιμάκωση ανάμεσα στις δυο χώρες μας, που επρόκειτο να λάβει τέλος τη 10η Νοεμβρίου (…) ώστε να έχουμε περισσότερο χρόνο για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε στο οικονομικό επίπεδο», εξήγησε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ στο Fox News. Η εμπορική ανακωχή πλέον προβλέπεται να τελειώσει τη 10η Ιανουαρίου 2027 Οι δυο υπερδυνάμεις αποφάσισαν τον Οκτώβριο του 2025 να αναστείλουν την ανταλλαγή ομοβροντιών τελωνειακών δασμών και περιοριστικών για το εμπόριο μέτρων που κλόνισαν την παγκόσμια οικονομία.
Πέρα από το διμερείς εμπορικές σχέσεις, τους τελωνειακούς δασμούς, τις κινεζικές σπάνιες γαίες, τη συνάντηση αναμένεται να απασχολήσουν τα ζητήματα ασφαλείας που εγείρονται εξαιτίας της προόδου της τεχνητής νοημοσύνης και ακανθώδεις υποθέσεις, πάνω απ’ όλα διεθνείς ένοπλες συρράξεις, ανάμεσά τους αυτές των ΗΠΑ και του Ιράν –το Πεκίνο είναι ο σημαντικότερος οικονομικός σύμμαχος της Τεχεράνης– και της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Κι ακόμη, το ζήτημα της αμερικανικής υποστήριξης στην Ταϊβάν.
Ανάμεσα στις πιο πομπώδεις εκδηλώσεις επ’ ευκαιρία της επίσκεψης θα είναι στρατιωτική παρέλαση. Θα παρατεθεί εξάλλου επίσημο δείπνο στον κινέζο πρόεδρο Σι από τον Αμερικανό ομόλογό του, στο οποίο έχουν προσκληθεί κορυφαία στελέχη πολυεθνικών εταιρειών (ανάμεσά τους ο επικεφαλής της OpenAI Σαμ Όλτμαν, ο επικεφαλής της Nvidia Τζενσέν Χουάνγκ, ο επικεφαλής των Tesla, X και Space X Ίλον Μασκ…).
Πρόκειται για την πρώτη επίσκεψη του Σι στις ΗΠΑ από το 2023 –όταν πήγε στην Καλιφόρνια για τη σύνοδο της APEC, όπου συναντήθηκε με τον προκάτοχο του κΤραμπ στην προεδρία, τον Τζο Μπάιντεν– και την πρώτη στον Λευκό Οίκο έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια. Θα είναι η τρίτη απευθείας συνάντησή του με τον κ. Τραμπ αφότου επέστρεψε την προεδρία. Πιθανόν θα βρεθούν άλλες δυο φορές μέσα στη χρονιά: στις συνόδους της APEC στην Κίνα και της G20 στη Φλόριντα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ τον είχε προσκαλέσει να επισκεφτεί τον Λευκό Οίκο κατά τη διάρκεια της, επίσης θεαματικής, επίσκεψής του στο Πεκίνο τον Μάιο. Η συμφωνία που υπογράφτηκε προχθές Τρίτη ανάμεσα στις ΗΠΑ, τη Δανία και τη Γροιλανδία για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στο νησί της Αρκτικής ενδέχεται να ρίξει σκιά στις συνομιλίες.
Η κυβέρνηση Τραμπ δικαιολογεί την ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην πελώρια νήσο επικαλούμενη «εθνικά συμφέροντα» των ΗΠΑ και υποστηρίζοντας ότι αντίπαλοι της Ουάσιγκτον, όπως η Ρωσία και η Κίνα, θα ήθελαν να «την ελέγξουν» και η Κοπεγχάγη αδυνατούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο.





