Το αθόρυβο τρίγωνο Τουρκία-Αίγυπτος-Σαουδαραβία στη Μέση Ανατολή
09/02/2026
Η σταδιακή διαμόρφωση ενός νέου άξονα ισχύος, μιας στενής σύμπραξης που επιχειρεί να εδραιώσει επιρροή από την Υεμένη, κατά μήκος της Ερυθράς Θάλασσας, έως τη Σομαλία, ανασχεδιάζοντας τις ισορροπίες σε έναν από τους πλέον κρίσιμους γεωστρατηγικούς διαδρόμους παγκοσμίως. Δεν πρόκειται για ρητορικές διακηρύξεις, αλλά για βήματα που γίνονται αθόρυβα και μεθοδικά.
Η πρόσφατη περιοδεία του Ερντογάν στην Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, καθώς και οι συναντήσεις του με τους ηγέτες των δύο χωρών, δεν είναι πρωτόγνωρες. Ο Τούρκος πρόεδρος έχει πραγματοποιήσει αναρίθμητες επίσημες επαφές, τόσο διμερείς, όσο και στο περιθώριο διεθνών και περιφερειακών φόρουμ. Ωστόσο, η χρονική συγκυρία της τελευταίας αυτής περιοδείας προσδίδει στις κινήσεις αυτές ιδιαίτερη σημασία.
Πρόκειται για την πρώτη τέτοια περιοδεία μετά το Φόρουμ του Νταβός, όπου διατυπώθηκε με σαφήνεια η εκτίμηση ότι η μεταπολεμική διεθνής τάξη πραγμάτων εισέρχεται σε φάση βαθιάς αναδιάταξης. Παράλληλα, πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας στη Μέση Ανατολή, με το ενδεχόμενο μιας ευρύτερης σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν να παραμένει ανοιχτό, τη Γάζα να συνεχίζει να λειτουργεί ως εστία αποσταθεροποίησης και τις περιφερειακές εντάσεις στο Σουδάν, τη Σομαλία και την Υεμένη να επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα το σύνολο των δρώντων της περιοχής.
Στην ομιλία του στο Νταβός, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ ανέφερε ότι η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει ουσιαστικά τερματιστεί, καλώντας τις λεγόμενες μεσαίες δυνάμεις να κινητοποιηθούν συλλογικά, προκειμένου να μη βρεθούν εκτός των διαδικασιών λήψης αποφάσεων. Η φράση του «αν δεν βρίσκεσαι στο τραπέζι, βρίσκεσαι στο μενού» αποτυπώνει εύγλωττα τη λογική που φαίνεται να διέπει και τις πρόσφατες κινήσεις της Άγκυρας, του Καΐρου και του Ριάντ.
Οι συναντήσεις μεταξύ των τριών ηγετών εντάσσονται ακριβώς σε αυτήν την προσπάθεια διασφάλισης ρόλου στο υπό διαμόρφωση διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον. Και οι τρεις χώρες συγκαταλέγονται στις μεσαίες δυνάμεις, με ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος. Η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία είναι μέλη της G20, ενώ η Αίγυπτος διαθέτει κρίσιμη γεωστρατηγική θέση, τόσο λόγω της Διώρυγας του Σουέζ, όσο και λόγω της άμεσης γειτνίασής της με το Ισραήλ και τη Λωρίδα της Γάζας.
Πού συγκλίνουν Τουρκία-Σαουδική Αραβία και Αίγυπτος
Οι πρόσφατες κοινές διακηρύξεις και ο αυξανόμενος συντονισμός δεν περιορίζονται σε γενικές πολιτικές τοποθετήσεις. Αποτυπώνουν σύγκλιση συμφερόντων σε συγκεκριμένα περιφερειακά μέτωπα: Tη διατήρηση της εδαφικής ενότητας της Υεμένης, τη στήριξη της κρατικής συνοχής της Σομαλίας, την απόρριψη ένοπλων παραστρατιωτικών δομών στο Σουδάν και την αντίθεση στην ισραηλινή στρατιωτική παρουσία στη Συρία. Πρόκειται για ενδείξεις μιας κοινής αντίληψης απειλών και προτεραιοτήτων, με ιδιαίτερη έμφαση στον άξονα της Ερυθράς Θάλασσας και του Κέρατος της Αφρικής.
Η Ερυθρά Θάλασσα αναδεικνύεται σε κεντρικό στρατηγικό πεδίο για τις τρεις χώρες. Για τη Σαουδική Αραβία αποτελεί ζωτική αρτηρία ενεργειακών και εμπορικών ροών· για την Αίγυπτο, άμεση προέκταση της ασφάλειας της Διώρυγας του Σουέζ· για την Τουρκία, πύλη πρόσβασης προς το Κέρας της Αφρικής και τον Ινδικό Ωκεανό. Η σύγκλιση αυτή εξηγεί τον αυξανόμενο συντονισμό σε ζητήματα ναυτικής ασφάλειας, εμπορικών διαδρόμων και πολιτικής σταθερότητας σε χώρες όπως η Υεμένη, το Σουδάν και η Σομαλία.
Η τουρκική παρουσία στη Σομαλία, ειδικότερα, αποκτά όλο και πιο στρατηγικά χαρακτηριστικά. Πέραν της ανθρωπιστικής και αναπτυξιακής διάστασης, περιλαμβάνει υποδομές, εκπαίδευση ενόπλων δυνάμεων και αμυντική συνεργασία, καθιστώντας τη Μογκαντίσου βασικό σημείο αναφοράς της τουρκικής πολιτικής στο Κέρας της Αφρικής. Η παρουσία αυτή γίνεται ανεκτή και σε ορισμένες περιπτώσεις διευκολύνεται από τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης σύγκλισης συμφερόντων στην περιοχή.
Το Ισραήλ
Η Υεμένη, από την άλλη, παραμένει κομβικής σημασίας για τη Σαουδική Αραβία, όχι μόνο ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά και ως παράγοντας σταθερότητας των θαλάσσιων διαδρόμων του Bab al-Mandeb. Η επιμονή στη ρητορική της εδαφικής ενότητας αντανακλά την επιδίωξη περιορισμού ανταγωνιστικών επιρροών και την αποτροπή της μετατροπής της χώρας σε μόνιμο πεδίο έμμεσων συγκρούσεων.
Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο εντάσσεται και η στάση της Σαουδικής Αραβίας έναντι των Συμφωνιών του Αβραάμ. Η κυβέρνηση Νετανιάχου, με την υποστήριξη των ΗΠΑ, επιχείρησε να εξαναγκάσει το Ριάντ να ενταχθεί στο σχήμα εξομάλυνσης με το Ισραήλ. Ωστόσο, η Σαουδική Αραβία έχει συνδέσει ρητά οποιαδήποτε σχετική απόφαση με την αποδοχή από το Ισραήλ της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους εντός των συνόρων της 4ης Ιουνίου του 1967, κερδίζοντας πολύτιμο πολιτικό χρόνο.
Η επίσκεψη του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν στην Ουάσιγκτον και η συνάντησή του με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ τον περασμένο Νοέμβριο δεν κατάφεραν να μεταβάλουν αυτήν τη θέση. Η στάση αυτή αντανακλά, όχι μόνο στρατηγικούς υπολογισμούς ασφαλείας, αλλά και το ιδιαίτερο πολιτικό και πνευματικό βάρος της Σαουδικής Αραβίας, ως θεματοφύλακα των ιερών τόπων του Ισλάμ.
Παρά τις βαθιές διαφορές του παρελθόντος, από τη Λιβύη και τη Συρία έως τη στάση απέναντι στη Μουσουλμανική Αδελφότητα, οι τρεις χώρες φαίνεται να επιλέγουν σήμερα τη διαχείριση των αντιθέσεών τους, αντί της ανοιχτής αντιπαράθεσης. Η επιλογή αυτή δεν συνεπάγεται εξάλειψη των ανταγωνισμών, αλλά συνειδητή απόφαση για “αθόρυβη” ενότητα απέναντι σε κοινές απειλές και ραγδαίες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
Η υπό διαμόρφωση αυτή συνεργασία δεν συνιστά ακόμη θεσμοθετημένη συμμαχία, ούτε έναν νέο επίσημο άξονα. Παρ’ όλα αυτά, προμηνύει ότι καμία διεθνής πολιτική που αφορά τη Μέση Ανατολή, την Ερυθρά Θάλασσα και το Κέρας της Αφρικής, ούτε τα μεγάλα πολιτικά και οικονομικά σχέδια των παγκόσμιων δυνάμεων, όπως ο Δρόμος του Μεταξιού της Κίνας ή ο Διάδρομος Ανάπτυξης που στηρίζουν οι ΗΠΑ και η Ινδία, δεν μπορεί πλέον να προχωρήσει χωρίς τη συνυπολόγιση της Τουρκίας, της Αιγύπτου και της Σαουδικής Αραβίας.
Από την άλλη πλευρά, η νέα αυτή συνεργασία δεν θα αποφύγει εκστρατείες δυσφήμησης και παρεμπόδισης από δρώντες που αυτοπροσδιορίζονται ως παραδοσιακοί ηγέτες της περιοχής και επιδιώκουν να επιβάλουν τη δική τους αντίληψη και ηγεμονία. Το κρίσιμο ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι η απουσία αντιφάσεων, αλλά η διάρκεια της πολιτικής βούλησης των τριών χωρών για κοινή δράση, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας.





