Το Ιράν φέρνει πιο κοντά τη σύγκρουση Ουάσινγκτον-Βερολίνου

Βαγγέλης Σαρακινός
903
Το Ιράν φέρνει πιο κοντά τη σύγκρουση Ουάσινγκτον-Βερολίνου στο ΝΑΤΟ, Βαγγέλης Σαρακινός

Νέα ένταση στις σχέσεις Ουάσινγκτον-Βερολίνου προκαλεί η άρνηση της Γερμανίας να συμμετέχει στη διεθνή ναυτική αποστολή στον Περσικό, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ελεύθερη ναυσιπλοΐα από τις επιθετικές, κατά τους Αμερικανούς ενέργειες του Ιράν. Το Βερολίνο απέρριψε την επίσημη πρόταση της Ουάσινγκτον για συμμετοχή, συμπληρώνοντας άλλο ένα κομμάτι στο παζλ της έντασης μεταξύ των δύο χωρών.

Η Γερμανία, η οποία ανήκει στις ευρωπαϊκές χώρες που μένουν στην συμφωνία με το Ιράν, ήταν από την αρχή διστακτική σε μια ενδεχόμενη δυναμική συμμετοχή της σε δράσεις εναντίον της Τεχεράνης. Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, υπέβαλε επισήμως το αίτημα και το Βερολίνο το απέρριψε. Εξηγώντας μάλιστα αυτήν την απόφαση, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών, Χάικο Μάας, ανέφερε ότι η θέση της γερμανικής κυβέρνησης ότι πρέπει να υπάρξει αποκλιμάκωση της έντασης και να αποφευχθεί περαιτέρω όξυνση στην περιοχή.

Από την Βαρσοβία, όπου βρισκόταν για επίσημη επίσκεψη, ο Μάας δήλωσε επίσης ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στο πρόβλημα με το Ιράν, κάτι που είχε κάνει νωρίτερα και η αναπληρώτρια κυβερνητική εκπρόσωπος, διευκρινίζοντας ότι «η συνολική προσέγγιση της πολιτικής (του Βερολίνου) απέναντι στο Ιράν απέχει σημαντικά από την σημερινή προσέγγιση των ΗΠΑ».

Από τις επιφυλάξεις στην άρνηση

Η Γερμανία παραμένει στην κοινή θέση του ΝΑΤΟ ότι αυτό που έκανε το Ιράν, η σύλληψη δηλαδή του βρετανικού δεξαμενόπλοιου, «συνιστά παράνομη παρέμβαση στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα» και την καταδικάζει ως «αδικαιολόγητη». Επιμένει, ωστόσο, ότι η προτεραιότητα σε ότι αφορά την αντιμετώπιση της ιρανικής κρίσης είναι η διπλωματική και όχι η στρατιωτική αντιμετώπιση. Θεωρεί επίσης, ότι μια συμμετοχή της στην αποστολή των ΗΠΑ θα δυσκόλευε τις διπλωματικές προσπάθειες, παρότι συμμερίζεται τον στόχο αυτής της αποστολής.

Ο Μαας εξέφρασε επιφυλάξεις και διστακτικότητα από την πρώτη στιγμή που η Βρετανία έθεσε το ζήτημα της ναυτικής αποστολής στο Ορμούζ. Το ίδιο και ο αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Όλαφ Σολτς, όπως και πολλοί άλλοι Σοσιαλδημοκράτες, καθώς και  εκπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αντιθέτως, ανοιχτός στο ενδεχόμενο γερμανικής συμμετοχής στην υπο τις ΗΠΑ διεθνούς ναυτικής δύναμης, ήταν ο αντιπρόεδρος της ΚΟ της  Χριστιανικής Ένωσης (Μέρκελ και Βαβαροί Χριστιανοκοινωνιστές), ενώ ευθέως υπέρ της συμμετοχής τάχθηκε ο διευθυντής της Διάσκεψης του Μονάχου για την Ασφάλεια, πρέσβης Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ.

Η γερμανική άρνηση δεν είναι βέβαια η μοναδική. Πριν μερικές εβδομάδες το Βερολίνο απέρριψε και την, επίσης αμερικανική, πρόταση για την ανάπτυξη γερμανικών χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων στην βόρεια Συρία με στόχο την προστασία των κουρδικών περιοχών. Η χθεσινή άρνηση της Γερμανίας απαντήθηκε, πάντως, αμέσως τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και στο Βερολίνο.

Στην Ουάσινγκτον, επιτροπή της Γερουσίας ενέκρινε σχέδιο νόμου, το οποίο προβλέπει την επιβολή κυρώσεων σε εταιρείες, πολλές από τις οποίες είναι γερμανικές, αλλά και σε πρόσωπα που συμμετέχουν στην κατασκευή του αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2. Πρόκειται για τον αγωγό που θα συνδέει τη Ρωσία με τη Γερμανία, η κατασκευή του οποίου έχει μπει στο στόχαστρο του Τραμπ, όπως άλλωστε γενικότερα και η ενεργειακή εξάρτηση του Βερολίνου από την Μόσχα.

Σε τροχιά έντασης

Στο Βερολίνο, η απάντηση στην γερμανική κυβέρνηση δόθηκε από τον  πρεσβευτή των ΗΠΑ στη Γερμανία, Ρίτσαρντ Γκρενέλ, ο οποίος εξαπέλυσε σφοδρή φραστική επίθεση κατά της κυβέρνησης Μέρκελ, τονίζοντας ότι η χώρα με τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης είναι υποχρεωμένη να αναλάβει περισσότερες παγκόσμιες ευθύνες.  Δεν ήταν βεβαίως η πρώτη φορά που ο Γκενέλ καταφέρθηκε με σκληρή γλώσσα κατά της κυβέρνησης του Βερολίνου, καθώς έχει προκαλέσει και άλλες εντάσεις στο διάστημα του ενός έτους που εκπροσωπεί τις ΗΠΑ στη Γερμανία.

Οι σχέσεις Ουάσινγκτον-Βερολίνου έχουν επιδεινωθεί από την ημέρα που ανέλαβε την εξουσία ο Τραμπ. Ο Ρεπουμπλικάνος έχει έρθει σε ρήξη με την Μέρκελ για μια σειρά ζητημάτων, τα οποία ξεκινούν από την πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και φτάνουν σήμερα μέχρι τις πολιτικές αντιμετώπισης της Τεχεράνης. Ενδιάμεσα όμως είναι και τα σοβαρότερα ζητήματα, όπως οι αμυντικές δαπάνες, ο Nord Stream 2 και οι τελωνειακοί δασμοί.

Σε ό,τι αφορά το τελευταίο ο Τραμπ διατηρεί πάντα το χαρτί της επιβολής δασμών στα γερμανικά αυτοκίνητα, ενώ σε ό,τι έχει σχέση με τις αμυντικές δαπάνες έχει καταφερθεί πολλές φορές εναντίον της κυβέρνησης Μέρκελ, επειδή η συμμετοχή της υπολείπεται των υποχρεώσεών της στο ΝΑΤΟ. Μάλιστα, στην τελευταία σύνοδο της Συμμαχίας, ο Ρεπουμπλικάνος ζήτησε επιτακτικά από την καγκελάριο να πάρει μέτρα γι αυτό, λέγοντάς της χαρακτηριστικά: «Κάτι πρέπει να κάνεις για αυτό Άγγελλα».

Χθες πάντως, στην πρώτη συνάντησή της με τον Στόλτενμπεργκ, η νέα υπουργός Άμυνας της Γερμανίας Ανεγκρέτ Κραμπ-Καρενμπάουερ δεσμεύτηκε ότι οι αμυντικές δαπάνες της χώρας της θα φτάσουν στο 1,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2024. Με στόχο βέβαια να φτάσει τελικά στο 2%, όπως απαιτείται από όλα τα μέλη του ΝΑΤΟ. Έναν στόχο που φέτος τήρησαν μόνο έξι χώρες και συγκεκριμένα η Ελλάδα, η Λετονία, η  Ρουμανία, η Πολωνία, η Εσθονία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Το ζήτημα του επιμερισμού των στρατιωτικών βαρών στο ΝΑΤΟ, το οποίος έχει θέσει με σοβαρές απαιτήσεις ο Τραμπ, θα απασχολήσει την Συμμαχία και στην σύνοδο, που θα γίνει στις 3 και 4 Δεκεμβρίου στο Λονδίνο για να τιμηθεί η 70η επέτειος από την ίδρυσή της. Το ζητούμενο βεβαίως είναι αν ο Τραμπ θα περιμένει μέχρι τον Δεκέμβριο.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.