Μνήμες από την κρίση του ’73 ξυπνά το κλείσιμο του Ορμούζ
19/03/2026
Τα Στενά του Ορμούζ, απ’ όπου – υπό κανονικές συνθήκες – διακινούνται καθημερινά 20-21 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου, σχεδόν το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης, έχει βρεθεί στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος, καθώς μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ-Ισραήλ εναντίον του Ιράν, οι διελεύσεις πλοίων έχουν μειωθεί στο ελάχιστο.
Ήδη, οι συνέπειες γίνονται ορατές στην παγκόσμια οικονομία, με την “απογείωση” των τιμών των καυσίμων, αλλά υπάρχει, πλέον, διάχυτη ανησυχία για κλιμακούμενες επιπτώσεις από την διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας, εάν η σύγκρουση συνεχιστεί. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει, όμως, στις άσχημες συνθήκες, που βιώνουν χιλιάδες ναυτικοί, διαφόρων εθνικοτήτων, οι οποίοι παραμένουν εγκλωβισμένοι σε πλοία στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας, της Αραβικής Θάλασσας, στον Κόλπο του Ομάν και στον Περσικό Κόλπο, καθώς εκτός των κινδύνων για την ασφάλειά τους, είναι ορατό το ενδεχόμενο να έχουν σοβαρές ελλείψεις σε νερό, τρόφιμα κ.α.
Τα προβλήματα των ναυτικών ανέδειξαν, με κοινό έγγραφό τους, προς τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (International Maritime Organization-ΙΜΟ) το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ, ο Λίβανος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, εν όψει της έκτακτης συνόδου του Συμβουλίου του Οργανισμού, που είναι όργανο του ΟΗΕ και πραγματοποιήθηκε από τις 17 μέχρι και τις 19 Μαρτίου, στο Λονδίνο
Τα τέσσερα αυτά κράτη υπογράμμισαν ότι: «Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, έχει αναφερθεί ότι περισσότερα από 18 εμπορικά πλοία διαφόρων εθνικοτήτων έχουν πληγεί από βλήματα, πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και θαλάσσιες νάρκες. Δυστυχώς, (…) τουλάχιστον οκτώ ναυτικοί έχουν επιβεβαιωθεί νεκροί, ενώ τέσσερις εξακολουθούν να αγνοούνται». Σε άλλο έγγραφο, αναφέρεται ότι υπάρχουν μέχρι τώρα και 10 τραυματίες, ανάμεσα στα μέλη των πληρωμάτων.
Από την πλευρά του το Ιράν σε έγγραφό του αναφέρθηκε στα εξής: Τη βύθιση του ιρανικού ναυαγοσωστικού “NAJI 10”, το οποίο συμμετείχε σε επιχειρήσεις θαλάσσιας έκτακτης ανάγκης στο λιμάνι Jask, την καταστροφή του πλωτού ασθενοφόρου “Soroush Tandorosti” στο νησί Ορμούζ, σε ζημιές σε αγκυροβολημένα σκάφη στο αγκυροβόλιο του Assaluyeh, και σε περισσότερα από 100 παραδοσιακά αλιευτικά σκάφη επίσης στο Jask.
«Τα πλοία που έχουν αποκλειστεί στην περιοχή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν έλλειψη νερού, τροφίμων, καυσίμων και άλλων βασικών προμηθειών. (…) Ως εκ τούτου, υπάρχει ανάγκη για την παροχή νερού, τροφίμων, καυσίμων και άλλων βασικών προμηθειών, καθώς και για τη διευκόλυνση των αλλαγών πληρωμάτων των πλοίων», αναφέρει. Σύμφωνα με στοιχεία, που παρουσίασε η Γενική Γραμματεία του ΙΜΟ περίπου 3.200 πλοία βρίσκονται περιορισμένα δυτικά των Στενών του Ορμούζ, με περίπου 20.000 ναυτικούς να έχουν επηρεαστεί.
Ο υφυπουργός Ναυτιλίας Στέφανος Γκίκας μιλώντας (16/3) στη Βουλή ανέφερε ότι σε όλη την περιοχή υπάρχουν 34 πλοία με ελληνική σημαία και ειδικά «μέσα στον Περσικό Κόλπο εξακολουθούν να παραμένουν 10 πλοία με ελληνική σημαία, στα οποία υπηρετούν 90 Έλληνες ναυτικοί». «Υπάρχουν επίσης περίπου 70 Έλληνες ναυτικοί οι οποίοι υπηρετούν και σε δύο κρουαζιερόπλοια στη Ντόχα και στο Νουμπάι», πρόσθεσε ο ίδιος. Και συνέχισε: «Στην εγγύς περιοχή, δηλαδή στον Περσικό Κόλπο, τα Στενά Ορμούζ και τον Κόλπο Ομάν, είναι 168 πλοία ελληνικών συμφερόντων».
Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ
Ας δούμε, όμως, πως διαμορφώνεται γενικότερα η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ μετά την έναρξη των εχθροπραξιών: Πρώτον, τα Στενά του Ορμούζ δεν έχει κλείσει εντελώς παρά τις δηλώσεις, του ιρανικού Στρατού στις 2 Μαρτίου, σύμφωνα με τις οποίες «τα Στενά είναι κλειστά [και] αν κάποιος προσπαθήσει να περάσει, οι ήρωες της Επαναστατικής Φρουράς και του τακτικού ναυτικού θα βάλουν φωτιά σε αυτά τα πλοία».
Ναυτιλιακοί αναλυτές σημειώνουν ότι ορισμένα πλοία, συμπεριλαμβανομένων αρκετών δεξαμενόπλοιων, εξακολουθούν να πλέουν μέσω των Στενών. Σύμφωνα με στοιχεία της Lloyd’s List Intelligence έχουν καταγραφεί μόλις 15 διελεύσεις από τις 15 έως τις 17 Μαρτίου. Περίπου το 90% αυτής της δραστηριότητας συνδέεται με το Ιράν, είτε μέσω εμπορίου, είτε μέσω ιδιοκτησίας. Όμως, ακόμα και τα δεξαμενόπλοια του λεγόμενου “σκοτεινού στόλου” δεν πλέουν χωρίς κινδύνους, καθώς αρκετά από αυτά που εντάσσονται σε λίστες κυρώσεων και έχουν συνδεθεί με το Ιράν, υπέστησαν ζημιές σε επιθέσεις τις προηγούμενες μέρες.
Στο μεταξύ, όπως έγραψε η έγκυρη βρετανική ναυτιλιακή εφημερίδα Lloyd’s List το Ιράν φαίνεται ότι προχωράει στη δημιουργία ενός «ασφαλούς» ναυτιλιακού διαδρόμου για διελεύσεις, που θα γίνονται μετά από έγκριση και την καταβολή τέλους. Ήδη, αρκετές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίων της Ινδίας, του Πακιστάν, του Ιράκ, της Μαλαισίας και της Κίνας, βρίσκονται σε απευθείας συνομιλίες με την Τεχεράνη συντονίζοντας τις διελεύσεις πλοίων μέσω αυτού του “διαδρόμου”.
Σύμφωνα, πάντα, με το δημοσίευμα τουλάχιστον εννέα πλοία έχουν ήδη χρησιμοποιήσει τον «διάδρομο», ο οποίος ξεκινάει κοντά στο νησί Larak του Ιράν και για τουλάχιστον ένα καταβλήθηκε τέλος αν και είναι ασαφές πως μπορεί να έγινε η συναλλαγή, δεδομένων των εκτεταμένων κυρώσεων που ισχύουν κατά του Ιράν. Η εξέλιξη αυτή δρομολογήθηκε μετά τη δήλωση, που έκανε στις 15/3 ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, σύμφωνα με την οποία το Ιράν ήταν «ανοιχτό» σε χώρες που θέλουν να συζητήσουν «ασφαλή διέλευση των πλοίων τους».
Εξάλλου, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε στο CNBC στις 16 Μαρτίου ότι οι ΗΠΑ έχουν επιτρέψει σε ιρανικά δεξαμενόπλοια να διέρχονται από τα Στενά «για να προμηθεύουν τον υπόλοιπο κόσμο» και αυτό πιθανολογείται ότι θα ισχύσει και για τα πλοία που λειτουργούν σύμφωνα με το διαφαινόμενο ιρανικό σχέδιο.
Μνήμες από την κρίση του ’73
Δεύτερον, αυτή η κατάσταση “ξύπνησε” μνήμες από την πετρελαϊκή κρίση του 1973, που προκλήθηκε από την απόφαση των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του ΟΠΕΚ να μειώσουν την παραγωγή τους να απαγορεύσουν τις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες, που στήριξαν το Ισραήλ στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ. Όπως και τότε “απογειώθηκαν” οι τιμές του πετρελαίου, αλλά αυτή την φορά έχουμε και θεαματική άνοδο των ναύλων και των αξιών των πλοίων, καθιστώντας τα ταξίδια από τον Περσικό Κόλπο εξαιρετικά κερδοφόρα.
Η τιμή του πετρελαίου Brent διαπραγματευόταν την Παρασκευή 27/2, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στα 72 δολάρια το βαρέλι και την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές (19/3) η τιμή είχε απογειωθεί στα 112 δολάρια/ βαρέλι. Επίσης, μεγάλη αύξηση καταγράφεται στους ναύλους όλων των δεξαμενοπλοίων, ιδιαίτερα των πολύ μεγάλων (VLCC), τα οποία διατίθενται να ναυλωθούν ως πλωτές αποθήκες καυσίμων.
Αυτά τα γιγαντιαία πλοία, χωρητικότητας (DWT) 200.000 έως 320.000 τόνων, με δυνατότητα μεταφοράς δύο εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, καταρρίπτουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Τελευταία αναφέρθηκε ότι δύο ελληνόκτητα VLCC ναυλώθηκαν για σχεδόν 550.000 και 700.000 δολάρια την ημέρα αντίστοιχα, για βραχυπρόθεσμη ναύλωση (30- 90 ημερών), για χρήση ως πλωτών αποθηκών. Είναι σαφές ότι οι υψηλές τιμές των ναύλων υπερκαλύπτουν την αύξηση των ασφαλίστρων
Πριν από τη σύγκρουση, τα ασφάλιστρα για τα πλοία που έπλεαν στον Αραβικό Κόλπο κυμαίνονταν συνήθως από 0,1 έως 0,15% της αξίας του πλοίου. Σύμφωνα με διάφορες πηγές, τα ασφάλιστρα έχουν πλέον αυξηθεί στο 1,0% και, εάν ένα πλοίο συνδέεται με τις ΗΠΑ ή το Ισραήλ, τα ασφάλιστρα θα μπορούσαν να φτάσουν έως και το 3%.
Αδυναμία του ΙΜΟ να δώσει λύσεις
Στην έκτακτη σύνοδο του Συμβουλίου του ΙΜΟ, που η νομιμότητά της σύγκλησης αμφισβητήθηκε από τη Ρωσία και το Ιράν, φάνηκε για μια ακόμα φορά η αδυναμία του Οργανισμού να παρέμβει ουσιαστικά και να δώσει λύσεις. Εκτός από τις “ευχές” για την ασφάλεια στη ναυσιπλοΐα και την προστασία των ναυτεργατών, δεν υπήρξαν… εκπλήξεις. Οι ΗΠΑ, τα κράτη μέλη της ΕΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο και μια σειρά άλλα κράτη σε κοινό έγγραφό τους, επέρριψαν τις ευθύνες για την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στο Ιράν.
«Οι επιθέσεις του Ιράν θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή αθώων ναυτικών, διακινδυνεύουν σημαντικά επίπεδα θαλάσσιας ρύπανσης και υπονομεύουν βαθιά τη θαλάσσια ασφάλεια. Διακινδυνεύουν να αποσταθεροποιήσουν μία από τις πιο ζωτικές εμπορικές οδούς στον κόσμο. Οι διαταραχές στη θαλάσσια κυκλοφορία σε κρίσιμες πλωτές οδούς, όπως τα Στενά του Ορμούζ, έχουν σημαντικές αρνητικές οικονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες για χώρες σε όλο τον κόσμο», αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στο κοινό έγγραφο.
«Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν υποστηρίζει σθεναρά ότι η τρέχουσα επιδείνωση του περιβάλλοντος θαλάσσιας ασφάλειας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου είναι άμεση συνέπεια των συνεχιζόμενων επιθετικών ενεργειών κατά του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ισραηλινό καθεστώς. Οι αρνητικές θαλάσσιες επιπτώσεις που επηρεάζουν επί του παρόντος τη ναυτιλία και τους ναυτικούς είναι άμεση και αναπόφευκτη συνέπεια αυτών των παράνομων ενεργειών και δεν μπορούν να εξεταστούν μεμονωμένα από την υποκείμενη αιτία τους», “απάντησε” με έγγραφό του το Ιράν, δηλώνοντας ότι οι ισχυρισμοί πως μπλοκάρει το στενό ήταν «παραπλανητικοί».
Το γεγονός είναι ότι η συνέχιση του πολέμου και η διαταραχή στη μεταφορική αλυσίδα θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, με το επιπλέον κόστος να μεταφέρεται τελικά στον καταναλωτή, με οδυνηρές συνέπειες για τους πιο ευάλωτους. Η Επιτροπή Εμπορίου και Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNCTAD) σε ανάλυσή της σημειώνει ότι «οι οικονομικές επιπτώσεις, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και για την περιοχή, θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια, την ένταση και τη γεωγραφική έκταση των εντάσεων».
Σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες υπογραμμίζει ότι «πολλές αναπτυσσόμενες χώρες αντιμετωπίζουν ήδη υψηλά βάρη εξυπηρέτησης χρέους, περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση».
«Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση του κόστους ενέργειας, μεταφορών και τροφίμων θα μπορούσε να επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά και να αυξήσει την πίεση στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, ενδεχομένως εντείνοντας τις οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις
και περιπλέκοντας την πρόοδο προς τη βιώσιμη ανάπτυξη, ιδίως σε οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εισαγόμενη ενέργεια, λιπάσματα και βασικά τρόφιμα».
Εξάλλου, το Παγκόσμιο Πρόγραμμα Τροφίμων των Ηνωμένων Εθνών (WFP) προειδοποιεί ότι εάν σύγκρουση δεν τερματιστεί μέχρι τα μέσα του έτους και εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν πάνω από 100 δολάρια ΗΠΑ το βαρέλι, υπάρχει κίνδυνος να αντιμετωπίσουν οξεία επισιτιστική ανασφάλεια περίπου 45 εκατομμύρια άνθρωποι, κυρίως στην Ασία και στην Αφρική. Αυτοί θα προστεθούν στα 318 εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο που είναι ήδη επισιτιστικά ανασφαλείς.
«Η ουσιαστική στασιμότητα της ναυτιλίας στα Στενά του Ορμούζ και οι αυξανόμενοι κίνδυνοι για τη θαλάσσια κυκλοφορία στην Ερυθρά Θάλασσα ήδη αυξάνουν το κόστος της ενέργειας, των καυσίμων και των λιπασμάτων, επιδεινώνοντας την πείνα πέρα από τη Μέση Ανατολή. Η σύγκρουση έχει μεγάλη απήχηση – και οι πιο ευάλωτοι άνθρωποι στον κόσμο είναι αυτοί που θα είναι περισσότερο εκτεθειμένοι στις αλληλεπιδράσεις της», αναφέρεται στην έκθεση.





