Από το ρεπορτάζ στη μυθοπλασία: Οι ανθρώπινες ιστορίες του Δημήτρη Τζιβελέκη
25/09/2026
Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νίκας, το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Τζιβελέκη. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων στην οποία παρουσιάζονται ιστορίες ανθρώπων, που ο συγγραφέας συνάντησε κατά την επαγγελματική του πορεία. Οι διηγήσεις, προϊόντα αυτομυθοπλασίας, μπλέκουν αλήθεια και φαντασία, βάζοντας στο επίκεντρο τον άνθρωπο, τα πάθη, τα δεινά και τις βαθιές επιθυμίες του.
Σχετικά με το συγγραφέα:
Ο Δημήτρης Τζιβελέκης γεννήθηκε το 1962 στο χωριό Θαυμακός Φθιώτιδας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα πρώτα του χρόνια στην Αθήνα τα πέρασε στο Ίλιον. Από το 1975 ζούσε στο Παγκράτι μέχρι το 2006 που μετακόμισε στην Καισαριανή. Τελείωσε το 7ο Λύκειο Αθηνών στο Παγκράτι. Σπούδασε στο «ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, ΙΣΤΟΡΙΑ-ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ-ΤΕΧΝΗ.
Εργάζεται ως δημοσιογράφος, έχοντας πολυετή θητεία σε όλα τα μέσα της δημοσιογραφίας, έντυπα, ηλεκτρονικά μέσα, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Στα 38 χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, κυρίως στο πολιτικό ρεπορτάζ, έχει στο ενεργητικό του πλήθος δημοσιεύσεων σε εφημερίδες και περιοδικά καθώς επίσης και σημαντικές δημοσιογραφικές αποστολές σε Ελλάδα και εξωτερικό. Επίσης από το 1996 είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Από το 2019 είναι αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και Διευθυντής Ενημέρωσης στο δημοτικό σταθμό της Αθήνας «Αθήνα 98,4». Έχει διατελέσει επίσης Διευθυντής επί 17 χρόνια στην πρωινή πολιτική εφημερίδα «Ο ΛΟΓΟΣ». Στο περιοδικό «PRIME Magazine» και στην 15νθημερη εφημερίδα «ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΤΥΠΟΣ». Έχει εκδώσει ακόμη δύο βιβλία: «Μαζί τα φάγαμε μόνος μου τα πληρώνω» και «Ανάσα Ηρώων» από τις Εκδόσεις Νίκας.
Δύο λόγια για το βιβλίο
Κάποια φαινομενικά απλά στιγμιότυπα είναι οι αφετηρίες των ιστοριών του βιβλίου. Και από εκεί και πέρα, η ιστορία κυλάει γλυκά. Γιατί τι άλλο είναι το διήγημα παρά, κατά κάποιον τρόπο, η τέχνη της υπόσχεσης; Μας ανοίγει μια πόρτα σε έναν κόσμο, μας βάζει μέσα του και μας αφήνει να συμπληρώσουμε εμείς όσα δεν ειπώθηκαν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο «Γλυκός Οκτώβρης». Το σπίτι της Μελπομένης είναι γεμάτο πολύχρωμα κεντήματα, με λουλούδια, γοργόνες, δέντρα κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Μοναδική παραφωνία ένα παράθυρο ερμητικά κλειστό. Αμέσως εκεί μετατοπίζεται το κέντρο της ιστορίας. Όταν η Φίφη, η νεαρή επισκέπτρια, ρωτά την Μελπομένη γιατί είναι κλειστό, παίρνει από την ηλικιωμένη γυναίκα την αναπάντεχη απάντηση: «Το ανοίγω όταν θέλω να μιλήσω με τον γιο μου». Γιατί κάθε φορά που το παράθυρό της ανοίγει, δεν αποκαλύπτει μόνο τη θέα της θάλασσας. Γίνεται γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και σε εκείνους που έχουν φύγει.
Σε άλλα διηγήματα, όμως, ο τόνος αλλάζει. Η συγκίνηση δίνει τη θέση της στο χιούμορ και την κοινωνική παρατήρηση. Στον «Αριστομένη Κλεόπα», για παράδειγμα, έχουμε έναν υποψήφιο που χάνει στις εκλογές, αλλά δεν χάνει ούτε το ηθικό ούτε την αισιοδοξία του. Αντιθέτως, με νέα ορμή και σθένος αρχίζει να τρέχει από χωριό σε χωριό, προκειμένου να δικαιολογήσει την εκλογική του ήττα, αποκαλύπτοντας όλους αυτούς που του έκαναν πόλεμο, επειδή, όπως έλεγε, ήταν φαβορί για να εκλεγεί.
Εδώ αξιοποιείται με ωραίο τρόπο την ειρωνεία. Η ιστορία γίνεται μια μικρή, απολαυστική σάτιρα της ανθρώπινης φιλοδοξίας, της διαρκούς ανάγκης για αναγνώριση και της επιθυμίας κάποιων να αφήσουν πίσω τους μια εικόνα πολύ μεγαλύτερη από το πραγματικό τους μπόι.
Το βιβλίο κινείται σε πολλά επίπεδα. Έχει συγκίνηση και χιούμορ. Έχει σαρκασμό και τρυφερότητα. Έχει ρεαλισμό, όμως, ταυτόχρονα, αφήνει χώρο για το παράδοξο, το θαυμαστό, ακόμη και το μυστηριώδες. Και αυτή η ποικιλία είναι μια από τις αδιαμφισβήτητες αρετές μιας συλλογής διηγημάτων. Ο αναγνώστης δεν μένει εγκλωβισμένος στον ίδιο κόσμο. Περνά από τη μια ιστορία στην άλλη. Από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο. Από τη μια συναισθηματική κατάσταση στην άλλη. Κάθε διήγημα γίνεται ένας μικρός, αυτόνομος κόσμος.
Και πώς αποδεικνύεται, τελικά, η αξία ενός τέτοιου βιβλίου; Από το τι μένει στον αναγνώστη όταν κάθε ιστορία τελειώνει. Μια εικόνα. Μια φράση. Ένα χαμόγελο. Μια αδιόρατη συγκίνηση. Ένα ερώτημα.
Στο «Αγαπημένο μου τσιγάρο… αντίο» μένει η εικόνα μιας εξάρτησης που μετατρέπεται σε σχέση και ενός αποχωρισμού που θυμίζει παλιό έρωτα.
Στον Αντώνιο μένει το χαμόγελο απέναντι στη ματαιοδοξία και τις ανθρώπινες αυταπάτες.
Στο «Θαύμα» μένει η ανάγκη της ελπίδας.
Στη «Διαθήκη» μένει η αγωνία της αποκάλυψης.
Αυτό κάνει, τελικά, η λογοτεχνία. Παίρνει κάτι εφήμερο, -μια στιγμή, μια κουβέντα, ένα συναίσθημα- και προσπαθεί να το διασώσει από τη φθορά του χρόνου.
Μέσα από «Το σύμπαν που έγερνε λίγο» αναγνωρίζουμε κάτι από τη δική μας ζωή. Ανθρώπους με τους οποίους οι δρόμοι μας έχουν διασταυρωθεί. Ανθρώπους που έχουμε αγαπήσει και χάσει. Μικρές νίκες και ήττες μας. Διαψεύσεις και ανατροπές. Και, κάποιες φορές, τον ίδιο μας τον εαυτό. Η δύναμη των διηγημάτων του βιβλίου έγκειται στο γεγονός ότι οι ιστορίες που αφηγείται δεν τελειώνουν πάντα με την τελευταία τους λέξη. Κάτι από αυτές συνεχίζει να «δουλεύει», υπόγεια, μέσα μας.





