Διασπορά ηττοπάθειας ή διασπορά της αλήθειας;
23/09/2026
Στην Ελλάδα οιαδήποτε προειδοποίηση για ενδεχόμενο ήττας από εξωτερικό εχθρό, ισοδυναμεί με πολιτική αυτοκτονία. Πόσες φορές έχουμε ηττηθεί στα 195 χρόνια του σύγχρονου ελληνικού κράτους; Έφταιγαν για τις ήττες αυτοί που δημόσια τις είχαν επισημάνει, ως πιθανό ενδεχόμενο;
Επειδή και στην πατρίδα μας οι νίκες διαθέτουν πληθώρα πατεράδων, ενώ οι ήττες απομένουν ορφανές, βολικό είναι να τις αποδώσουμε σ` όσους προειδοποίησαν γι` αυτές. Και βεβαίως όχι σ` όσους τις κατέστησαν πιθανές ή αναπότρεπτες…. Από τα 36 χρόνια της υπηρεσίας μου στην Ελληνική Διπλωματική Υπηρεσία, γνωρίζω άριστα τους τρόπους με τους οποίους οι αυλικοί και επικοινωνιολόγοι των εκάστοτε πολιτικών αρχόντων χειρίζονται όσους τολμούν δυσάρεστες εισηγήσεις.
Η ταμπέλα του «μάντη κακών» αφορά τις προφορικές, κατ` ιδίαν επισημάνσεις. Για τις γραπτές επιφυλάσσουν βαρύτερους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς: «Διασπορά ηττοπάθειας», «κλονισμός της εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση/στο στράτευμα και στην ηγεσία του» και πάει λέγοντας…
Οι δημόσιου λειτουργοί, ως ευσυνείδητοι πολιτικοί επιτελείς, οφείλουν να προβλέπουν και να προειδοποιούν ώστε ν` αποφευχθεί το ενδεχόμενο αποτυχίας και ήττας για την χώρα. Δεν έχουν την πολυτέλεια να επιχαίρουν, εάν δυσοίωνες αναλύσεις τους επαληθευθούν. Διότι, συνήθως, αυτοί θα πρέπει να μαζέψουν το χυμένο γάλα και τα συντρίμμια της αποτυχίας.
Η θεωρία ότι, παρά τα όποια λάθη και παραλείψεις που έχει διαπράξει η κυβέρνηση έναντι της Τουρκίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα πρέπει να μπορούν “να καθαρίσουν στο τέλος”, δεν αντέχει ούτε σε λογικό, ούτε σε ιστορικό έλεγχο! Θυμηθείτε το 1922, αν όχι το 1897, ή το 1974…
Οι αναμετρήσεις αυτές κρίθηκαν εν πολλοίς στο πολιτικό και διπλωματικό πεδίο, πολύ πριν το αποτέλεσμά τους σφραγισθεί στα πεδία των μαχών. Όπως, εξ αντιδιαστολής, το 1912 η εμπνευσμένη ηγεσία από τον Βενιζέλο και η πυρετώδης προετοιμασία της χώρας σε πολιτικό, διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο, ήσαν αυτά που κατέστησαν εφικτές τις επιτυχίες στα πεδία των μαχών, παρά τις τακτικές αναποδιές που δεν έλειψαν εκεί. Συνεπώς, είναι εγκληματικό να μετατίθεται στους ώμους των Ενόπλων Δυνάμεων και της (επιλεγμένης από την κυβέρνηση ηγεσίας τους) η ευθύνη ν` ανατρέψουν πολυετή και σωρευτικά τετελεσμένα όπως:
- Την κατευναστική διπλωματία (=ήρεμα νερά και λεύκανση σε ΕΕ και ΝΑΤΟ της Τουρκικής επιθετικότητας),
- τις λανθασμένες διεθνείς επιλογές (=αχρείαστη ανάμιξη εναντίον του Τραμπ στον εμφύλιο που σοβεί στις ΗΠΑ και αρχειοθέτησή μας στην «σωστή πλευρά της Ιστορίας» σε ό,τι αφορά την Ουκρανική σύγκρουση Ευρώπη),
- τις ολέθριες επιλογές στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς (σήμερα δεν έχουμε επαρκή άμυνα για τους πυραύλους και τα μη-επανδρωμένα που μαζικά παράγει η Τουρκία, σήμερα υστερούμε δραματικά σε μονάδες στόλου, σήμερα δεν έχουμε επάρκεια σε κρίσιμα πυρομαχικά για σύγκρουση πέραν των 72ωρών).
Στη παγίδα της Τουρκίας
Ακόμη πιο εγκληματικό είναι ότι η κυβέρνηση, αμέριμνα και μυωπικά, οδηγεί την χώρα σε μια (καλο)στημένη ενέδρα της Τουρκίας στο Αιγαίο. Η Άγκυρα έχει εγκλωβίσει την Αθήνα σ` ένα καταστροφικό δίλημμα – είτε θα παραμείνει, ευτελιστικά αδρανής, ενώπιον της δημιουργίας τετελεσμένων στην Κάσο, ήτοι: Την υποβολή αιτήματος στις τουρκικές αρχές από την γαλλική Meridien για πόντιση του καλωδίου στην οριοθετημένη ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, την χορήγηση της άδειας από την Τουρκία και την διεξαγωγή των σχετικών εργασιών υπό την επίβλεψη τουρκικών πολεμικών, είτε θ` αντιδράσει επί του πεδίου με αποστολή μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού, απαιτώντας την αποχώρηση των τουρκικών σκαφών.
Στην περίπτωση αυτή η Άγκυρα θα έχει την δυνατότητα κλιμάκωσης, κατά προτίμηση με πλήγμα εκ του μακρόθεν σε ελληνικό στρατιωτικό στόχο σε κάποιο από τα νησιά θεωρεί ότι οφείλει να είναι από-στρατιωτικοποιημένο. Κοντολογίς, είμαστε παγιδευμένοι μεταξύ αποδοχής των τουρκικών τετελεσμένων, ή της ανάληψης δράσης για την αμφισβήτηση και εξάλειψή τους, διευκολύνοντας την Τουρκία να κλιμακώνει κατά βούλησιν!
Ορισμένοι αναλυτές δεν αποδέχονται ότι η Τουρκία θα αποπειραθεί να επιβάλει τις απαιτήσεις της με στρατιωτική δράση. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν, όσο υφίσταται ένταση στην σχέση Τουρκίας-Ισραήλ. Συνεπώς, ερμηνεύουν την τρέχουσα ελληνοτουρκική ένταση ως προϊόν εκατέρωθεν εκλογικής/ψηφοθηρικής συμπαιγνίας.
Κατά την γνώμη μου, πρόκειται για ακαδημαϊκή, εκ του μακρόθεν ερμηνεία. Αντίθετα, η δική μου επί του πεδίου εμπειρία με διδάσκει ότι η κλιμακούμενη ένταση (και μάλιστα σε περιβάλλον εκλογικής συναστρίας !) απαιτεί πλέον ξεκάθαρο νικητή και ηττημένο. Ο Μητσοτάκης έχει ήδη επιλέξει την υποχώρηση και την ήττα, υπολογίζοντας ότι ο Ερντογάν θ` αρκεσθεί σ` αυτό. Πιστεύει δε ότι, δεδομένης της σιωπηρής δέσμευσής του για αδράνεια και αποδοχή των επικείμενων τουρκικών τετελεσμένων, έχει περιθώριο και για προεκλογικές πατριωτικές κορώνες. Πλανάται πλάνην οικτρά, διότι ο τουρκικός σχεδιασμός αρχίζει εκεί ακριβώς που τελειώνει ο δικός του!
Η Αθήνα επέλεξε την ήττα
Στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, η Τουρκία δεν έχει πλέον ταμπού με την ανάληψη προληπτικής στρατιωτικής δράσης εναντίον της Ελλάδας, ιδίως υπό μορφήν πληγμάτων με μη-επανδρωμένα ή με πυραύλους στα νησιά. Η κοντινή απόσταση εγγυάται ότι το πλήγμα δεν θα αποκρουσθεί στον αέρα. Αφ` ης καταφερθεί, το προληπτικό πλήγμα παράγει διεθνώς αντιληπτό πολιτικό αποτέλεσμα. Και η σημερινή Ελληνική (πολιτική και στρατιωτική) ηγεσία έχει διαμορφώσει εδραία την πεποίθηση στην Άγκυρα και διεθνώς ότι δεν θ` αναλάβει ανταποδοτική δράση, μολονότι διαθέτει κατάλληλα μέσα και επαρκή για βραχύ διάστημα πυρομαχικά.
Όλοι δε εμείς γνωρίζουμε ότι οι λκυβερνώντες [και οι επιλογές τους ως προς την στρατιωτική ηγεσία και το ΥΠΕΞ] δεν διαθέτουν ούτε το σθένος ούτε τις δεξιότητες για στρατιωτική ανταπόδοση και την διπλωματική της εκμετάλλευση. Ακλόνητο τεκμήριο, εν προκειμένω, είναι ότι ούτε η ηγεσία της ΕΕ, ούτε μεμονωμένης ευρωπαϊκής χώρας, ούτε βεβαίως των ΗΠΑ έχουν δημοσίως παρέμβει ώστε ν` αποτρέψουν την κατάδηλη διολίσθηση σε στρατιωτική σύγκρουση. Η διπλωματική μας μοναξιά είναι απέραντη. Και η Aυτού Εξοχότης the Secretary of State Marco Rubio θα το επιβεβαιώσει κατά την εδώ επίσκεψή του….
Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, εγώ – ως δημόσιος λειτουργός που η αφυπηρέτηση μου επιτρέπει να μιλήσω δημόσια – θεωρώ καθήκον μου να καταθέσω την άποψή μου για το τί διαγράφεται στον ορίζοντα και ποιός ευθύνεται. Δεν πιστεύω ότι η κυβέρνηση θα προασπίσει την εθνική κυριαρχία στην “Κάσο Νο2”.
Όπως και στο παρελθόν, θα μας διαβεβαιώσει ότι έκνομες πράξεις δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Και πως σημασία έχει ότι οι έρευνες για την πόντιση του καλωδίου προχωρούν. Άλλη λύση ώστε ν` σταματήσει η εκχώρηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων στην Τουρκία δεν βλέπω, εκτός από την αποπομπή στις επικείμενες εκλογές της κυβέρνησης και των πραιτωριανών της……





