«Έδαφος έναντι αναγνωρίσεως»

Άγγελος Συρίγος
1

Ο όρος «έδαφος έναντι ειρήνης» (land for peace) πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 1967 για να βοηθήσει στην επίλυση της αραβο-ισραηλινής διένεξης. Το Ισραήλ θα αποσυρόταν από εδάφη που κατέλαβε κατά τον «Πόλεμο των έξι ημερών». Σε αντάλλαγμα τα αραβικά κράτη της περιοχής θα αναγνώριζαν το κράτος του Ισραήλ και την ειρηνική συνύπαρξη όλων των λαών της περιοχής.

Εφαρμόσθηκε μόνο μία φορά, στη συμφωνία Ισραήλ-Αιγύπτου το 1978. Εξακολουθεί, όμως, να προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται μακροπρόθεσμα η επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος.

Τα πράγματα δεν απέχουν πολύ από τη διαπραγμάτευση στην Κύπρο. Η διαφορά είναι ότι η ειρηνευτική συμφωνία στην Κύπρο θα σημάνει επιστροφή εδαφών στους Ελληνοκυπρίους με αντάλλαγμα την επίσημη αναγνώριση των Τουρκοκυπρίων. Tα Κατεχόμενα σήμερα είναι μία μαύρη τρύπα στο χάρτη.

Το ισχυρό χαρτί της τουρκικής πλευράς είναι η παράνομη, αλλά πραγματική κατοχή των κυπριακών εδαφών. Το πλεονέκτημα της ελληνοκυπριακής πλευράς είναι η αναγνώριση που της παρέχει η διεθνής κοινότητα και η εκπροσώπηση του συνόλου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μία sui generis εκδοχή της αρχής «έδαφος έναντι αναγνωρίσεως» είναι η ουσία του ενός πυλώνα των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό.

Ο πυλώνας της Ασφάλειας

Ο δεύτερος πυλώνας είναι η πτυχή της Ασφάλειας. Όπως φάνηκε και στις δύο Διασκέψεις στην περιοχή της Γενεύης, η Τουρκία απαιτεί και να παραμείνει εγγυήτρια δύναμη και να διατηρήσει επ’ αόριστο στρατεύματα στην Κύπρο. Η θέση της Αθήνας είναι ξεκάθαρα αρνητική, αλλά ακόμα και εάν Αθήνα και Λευκωσία αποδέχονταν μία τέτοιου τύπου συμφωνία, οι Ελληνοκύπριοι κατά πάσα πιθανότητα θα την απέρριπταν στο δημοψήφισμα.

Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα ακόμα ζητήματα της λεγόμενης εσωτερικής πτυχής. Το 2004, το σχέδιο Ανάν είχε επιδιώξει να αποδοθούν στους Ελληνοκυπρίους περιοχές, οι οποίες θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό προσφύγων.

Παράλληλα, τα ποσοστά εδάφους που θα επιστρέφονταν δεν θα έπρεπε να ξεπερνούν κάποια όρια για να μην υπάρχει αντίδραση από την τουρκική πλευρά. Γι’ αυτό τον λόγο, αν και από εδαφικής απόψεως θα αποδιδόταν μόνον το 7% από τα κατεχόμενα εδάφη, θα μπορούσαν θεωρητικώς να αποκατασταθούν περίπου οι μισοί από τους Ελληνοκυπρίους πρόσφυγες.

Η Τουρκία προς το παρόν τουλάχιστον αρνείται να επιστρέψει κατεχόμενα εδάφη που να ανταποκρίνονται έστω και στοιχειωδώς στις ελληνοκυπριακές προσδοκίες. Εάν επιμείνει σ’  αυτή τη θέση, λύση δεν θα προκύψει, επειδή θα προσκρούσει στην κόκκινη γραμμή των Ελληνοκυπρίων και όχι υποχρεωτικά της ηγεσίας τους.

Ο χρόνος επιστροφής

Η επιστροφή εδαφών σχετίζεται και με τους χρόνους που θα αποδοθούν στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Το Σχέδιο Ανάν προέβλεπε την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας τρία και πλέον χρόνια μετά τη δημιουργία του νέου κράτους.

Αυτό σήμαινε ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα εκχωρούσε άμεσα στους Τουρκοκυπρίους αυτό που έχουν ζωτική ανάγκη, την αναγνώριση. Θα είχε, όμως, λαμβάνει τα προς επιστροφή εδάφη μετά από τρία χρόνια και έξι μήνες.

Σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά τη συγκεκριμένη περίοδο, η ελληνική πλευρά θα είχε απολέσει το πλεονέκτημα, χωρίς να πάρει κάτι. Είναι προφανές πως ούτε αυτού του είδους οι λεόντειες συμφωνίες μπορούν να περάσουν από δημοψήφισμα.

Αδελφάκι του εδαφικού είναι το περιουσιακό. Πρόκειται για τις περιουσίες όλων των Κυπρίων (Ελλήνων και Τούρκων) που μετά τη λύση θα βρεθούν στην «άλλη» πλευρά. Η λογική και το διεθνές δίκαιο λένε να επιστραφούν στους ιδιοκτήτες τους από τους οποίους εκλάπησαν το 1974.

Λύσεις απλές

Το Σχέδιο Ανάν προέβλεπε σχοινοτενείς και γραφειοκρατικές διαδικασίες. Φαίνεται ότι διαφορετικές, αλλά εξ ίσου γραφειοκρατικές προβλέψεις ετοιμάζονται και τώρα. Οι λύσεις, όμως, πρέπει να είναι σαφείς και απλές.

Αλλιώς το νέο κράτος θα ξεκινήσει με ναρκοθετημένο το μέλλον του. Οι διαμάχες για τις περιουσίες θα το συνοδεύουν για πολλά χρόνια, προξενώντας εντάσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων.

Δυστυχώς, σ’  όλα τα παραπάνω, η γραπτή πρόταση Αναστασιάδη στην πρόσφατη Διάσκεψη κάνει επώδυνες εκπτώσεις από τις κόκκινες γραμμές των Ελληνοκυπρίων. Είναι αληθές πως οι προτάσεις έγιναν υπό τον όρο ότι θα ισχύουν μόνο αν προκύψει συνολική συμφωνία.

Η ιστορία του Κυπριακού, όμως, διδάσκει ότι κάθε ελληνοκυπριακή υποχώρηση, έστω και αν έχει γίνει υπό όρους, τελικώς παραμένει στο τραπέζι. Και στον επόμενο κύκλο των διαπραγματεύσεων θεωρείται δεδομένη.