Η Κάσος, ο Συρίγος και η στρουθοκάμηλος
04/10/2026
Ελληνική υποχώρηση στην Κάσο – και μάλιστα δύο φορές – παραδέχθηκε πλέον δημόσια ο βουλευτής της ΝΔ Άγγελος Συρίγος. Τα τελευταία δύο χρόνια, από την υπόθεση της Κάσου, πολλοί από εμάς είχαμε προβληματιστεί, ανησυχήσει και αναρωτηθεί δημόσια για την ακολουθούμενη εθνική πολιτική στα Ελληνοτουρκικά. Για την ορθότητα της πολιτικής των υποτιθέμενων “ήρεμων νερών” με την Τουρκία, που ακολούθησαν οι κ.κ. Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών.
Από την πρώτη στιγμή της περιβόητης Διακήρυξης των Αθηνών είχαν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις ειδικοί, καθηγητές και δημοσιογράφοι, αλλά και πολιτικοί: Οι πρώην πρωθυπουργοί και πρόεδροι της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς και Κώστας Καραμανλής, ο πρώην υφυπουργός Εξωτερικών Γιάννης Βαληνάκης και άλλοι. Από διαφορετικό πολιτικό χώρο, ο ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ και πρώην υπουργός αρμόδιος για την Ενέργεια Γιάννης Μανιάτης. Πολύ αργότερα – με καθυστέρηση σχεδόν δύο ετών – το ζήτημα ανέδειξε, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κάσο, και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης.
Την ίδια περίοδο, ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υποστήριζε ότι οι εργασίες στην Κάσο είχαν ολοκληρωθεί και ότι αποτράπηκε μια ελληνοτουρκική κρίση, χωρίς ελληνική υποχώρηση. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, από την άλλη, αντιμετώπιζε επανειλημμένα ανάλογες ανησυχίες ως υπερβολικές. «Κατ’ επάγγελμα ανησυχούντες», «υπερπατριώτες του καναπέ» και άλλοι ανάλογοι χαρακτηρισμοί μπήκαν στην πολιτική αντιπαράθεση.
Τώρα όμως ένας βουλευτής της ίδιας της ΝΔ, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου και πρώην υφυπουργός, έρχεται ουσιαστικά να πει ότι στην Κάσο υποχωρήσαμε δύο φορές. Και δεν το είπε μόνο μία φορά. Μετά τη δημόσια αντίδραση του κυβερνητικού εκπροσώπου, ο οποίος επέμεινε ότι καμία υποχώρηση δεν υπήρξε ο Συρίγος επανήλθε. Δήλωσε ότι εμμένει στην άποψή του και ότι δεν παίρνει πίσω τον χαρακτηρισμό περί υποχώρησης.
Ταυτόχρονα, όμως, διευκρίνισε ότι θεωρεί πως η ελληνική πλευρά όφειλε τότε να αξιολογήσει την αλλαγή της τουρκικής στάσης και εκτίμησε ότι πλέον το καλώδιο θα προχωρήσει μέσα στις αμέσως επόμενες εβδομάδες. Και έτσι το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: Γιατί τώρα, κ. Συρίγο;
Γιατί τώρα;
Η Κάσος δεν συνέβη χθες. Γιατί λοιπόν αυτή η δημόσια παραδοχή γίνεται τώρα και όχι τότε; Και γιατί ο Συρίγος επιλέγει να επιμείνει σε αυτήν ακόμη και μετά τη διαφορετική δημόσια θέση της κυβέρνησης; Διότι στην πολιτική δεν μετρούν μόνο οι δηλώσεις. Μετρά και ο πολιτικός χρόνος.
Βρισκόμαστε πλέον σε παρατεταμένη προεκλογική περίοδο. Υπάρχει δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς στα εθνικά θέματα. Υπάρχει επίσης δημόσια συζήτηση για ενδεχόμενη πολιτική κίνηση του Αντώνη Σαμαρά, η οποία εκ των πραγμάτων επηρεάζει τη συζήτηση στο παραδοσιακό κεντροδεξιό ακροατήριο της ΝΔ.
Ο κ. Συρίγος διαφοροποιείται εγκαίρως από μια πολιτική της οποίας πλέον διακρίνει το κόστος; Στέλνει μήνυμα στο εσωτερικό της ΝΔ; Όμως, έστω και έτσι, κάλλιο αργά παρά ποτέ, γιατί ειπώθηκε το προφανές. Επιπλέον, έχουμε κάθε δικαίωμα – και ειδικά εμείς οι Δωδεκανήσιοι – να μάθουμε τι ακριβώς συνέβη στην Κάσο και τι σχεδιάζεται να συμβεί από εδώ και πέρα.
Η κυβέρνηση οφείλει επίσης να εξηγήσει αυτή την προφανή αντίφαση: Γιατί αυτό που ο κ. Συρίγος εξακολουθεί σήμερα να χαρακτηρίζει δύο ελληνικές υποχωρήσεις, η ίδια επιμένει ότι δεν αποτέλεσε καμία υποχώρηση. Και εφόσον κυβέρνηση και Συρίγος συμφωνούν τουλάχιστον ότι τώρα το καλώδιο πρόκειται να προχωρήσει, αυτό πρέπει να γίνει χωρίς εκπτώσεις στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας υπέρ της Τουρκίας.
Ποιον ευνόησαν τα «ήρεμα νερά»;
Πέρα όμως από την Κάσο και τη χρονική στιγμή της δήλωσης Συρίγου, υπάρχει το ευρύτερο ερώτημα: Ποιον ευνόησε η πολιτική των «Ήρεμων Νερών»; Στο διάστημα αυτό η Τουρκία δεν εγκατέλειψε τις αναθεωρητικές της θέσεις αλλά τις ενίσχυσε. Το casus belli και το τουρκολιβυκό μνημόνιο παρέμειναν, ενώ συνεχίστηκαν η προβολή της “Γαλάζιας Πατρίδας”, οι τουρκικές θέσεις και συντεταγμένες στον ΟΗΕ, οι NAVTEX, οι αμφισβητήσεις ελληνικών αρμοδιοτήτων και οι σχεδιασμοί για θαλάσσια πάρκα.
Στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών κοντά σε ελληνικά νησιά, εντός εθνικών χωρικών υδάτων. Η κυβέρνηση διαρκώς επιμένει ότι καμία μονομερής τουρκική πράξη δεν δημιουργεί από μόνη της νόμιμο δικαίωμα. Υπάρχει όμως μια αλληλουχία που αξίζει σοβαρή πολιτική εξέταση μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών:
- Πρώτον, η Τουρκία επιχειρεί να διευρύνει, να χαρτογραφεί και να θεσμοποιεί τις αξιώσεις της, ενώ στην Κάσο προέβαλε τις θέσεις της και στο πεδίο.
- Δεύτερον, η Ελλάδα εμφανίζεται, σε κρίσιμες περιπτώσεις, να αυτοπεριορίζει τις ενέργειές της ή να μην εξαντλεί όλα τα διαθέσιμα πολιτικά, νομικά, ευρωπαϊκά και διπλωματικά εργαλεία.
- Αυτή ακριβώς η ασυμμετρία γεννά το κεντρικό πολιτικό ερώτημα: Τι απέδωσε τελικά η πολιτική των “ήρεμων νερών” και ποιον ευνόησε περισσότερο στην πράξη;
Η επίσκεψη Μητσοτάκη στο Καστελλόριζο
Μέσα ακριβώς σε αυτή την πολιτική συγκυρία, ο πρωθυπουργός επισκέπτεται το Καστελλόριζο και εξαγγέλλει μέτρα για τη στήριξη των κατοίκων, την εγκατάσταση οικογενειών και την ενίσχυση της κρατικής παρουσίας. Σωστά κάνει και τα μέτρα αυτά πρέπει να επικροτηθούν. Το Καστελλόριζο χρειάζεται πληθυσμό, υποδομές, οικονομική δραστηριότητα και ισχυρή κρατική παρουσία.
Αλλά γιατί τώρα; Γιατί, έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης και μετά την Κάσο, η ακριτική Ελλάδα επανέρχεται τόσο έντονα στο κυβερνητικό αφήγημα; Είναι ανεξάρτητη αυτή η επικοινωνιακή στροφή από τις επερχόμενες εκλογές, τη δυσαρέσκεια για τους χειρισμούς στα εθνικά και τη δημόσια συζήτηση για πιθανή πολιτική κίνηση Σαμαρά;
Τα σωστά μέτρα παραμένουν σωστά. Η στήριξη, όμως, του Καστελλορίζου πρέπει να αποτελεί μέρος μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής και όχι επικοινωνιακό αντίβαρο στις αρνητικές εντυπώσεις από όσα συμβαίνουν στη θάλασσα γύρω του.
Η ίδια λογική ισχύει και για τους εξοπλισμούς. Τα σωστά εξοπλιστικά προγράμματα και η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ είναι θετικά και αναγκαία.
Δεν αποτελούν όμως συμψηφισμό για τα προβλήματα αυτής της πολιτικής. Δύο Rafale δεν ακυρώνουν δύο υποχωρήσεις στην Κάσο και μία Belharra δεν θεραπεύει την απροθυμία άσκησης νόμιμων δικαιωμάτων. Εξοπλισμοί, συμμαχίες, διπλωματία, διεθνές δίκαιο και παρουσία στο πεδίο αποκτούν πραγματική αξία όταν υπηρετούν την ίδια εθνική στρατηγική.
Τα αποκαλυπτικά δημοσιεύματα για το καλώδιο
Και εδώ ο κύκλος κλείνει και μας επιστρέφει στην Κάσο και στην ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης-Κύπρου. Σε πρόσφατη αποκάλυψη της “Καθημερινής” και της “Εστίας” γίνεται λόγος για ένα communiqué, ένα έγγραφο ενημέρωσης προς τις ενδιαφερόμενες παράκτιες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Τουρκία. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τα γαλλικά. Δεν έχει σημασία πώς βαφτίζεται το χαρτί. Σημασία έχει τι ακριβώς γράφει, ποια είναι η νομική του λειτουργία και τι περιθώριο ερμηνείας αφήνει στην άλλη πλευρά.
Εφόσον η απαιτούμενη ναυτιλιακή ενημέρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, γιατί χρειάζεται επιπλέον έγγραφο προς την Τουρκία; Για ποιες ακριβώς περιοχές; Δηλώνεται ρητά ότι πρόκειται αποκλειστικά για ενημέρωση και όχι για αίτημα άδειας ή συναίνεσης; Αποκλείεται οποιαδήποτε αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας; Διαφυλάσσονται πλήρως οι ελληνικές και κυπριακές θέσεις; Αυτά πρέπει να απαντηθούν καθαρά και δημόσια.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής. Το πρόβλημα δεν είναι η ηρεμία. Καμία ελληνική κυβέρνηση δεν επιδιώκει ένταση ή πόλεμο. Το πολιτικό ερώτημα είναι εάν δημιουργείται μια ασυμμετρία, κατά την οποία η Τουρκία χρησιμοποιεί τον χρόνο για να καταγράφει και να προβάλλει τις αξιώσεις της, ενώ η ελληνική κυβέρνηση παρουσιάζει στον λαό τον δικό της αυτοπεριορισμό ως επιτυχία αποκλιμάκωσης.
Και αν αυτή η ασυμμετρία συνεχιστεί, κάπου εδώ έρχεται ο λογαριασμός. Όπως, κατά τον κ. Συρίγο, συνέβη δύο φορές στην Κάσο.
Οι επόμενοι κυβερνώντες μπορεί να παραλάβουν, μαζί με πανάκριβα μέσα αποτροπής – Rafale, Belharra και τη νέα αντιαεροπορική αρχιτεκτονική – μια δυσμενέστερη πραγματικότητα: Τουρκικές διεκδικήσεις που στο μεταξύ θα έχει επιχειρηθεί να αποτυπωθούν σε χάρτες, NAVTEX, συντεταγμένες, επίσημα κείμενα και πρακτικές στο πεδίο. Δεν θα έχουν αποκτήσει νομιμότητα επειδή επαναλήφθηκαν. Θα αποτελούν, όμως, τετελεσμένα στο πεδίο και ένα δυσκολότερο πολιτικό και διπλωματικό πρόβλημα για εκείνους που θα κληθούν να το αντιμετωπίσουν.
Επίσης, κανείς δεν εγγυάται ότι, στο διάστημα που εμείς εξοπλιζόμαστε, δεν προσπαθεί και η Τουρκία αντίστοιχα να ενισχυθεί με δικά της μέσα. Δικαίως, λοιπόν, αιωρείται ένα καίριο πολιτικό ερώτημα, στο οποίο η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει πειστικά, με πράξεις. Ασκείται εθνική πολιτική για να υπερασπιζόμαστε εγκαίρως τα δικαιώματα της χώρας ή για να μη «σκάσει η στραβή» στη δική μας θητεία και να μεταφερθεί ο λογαριασμός στους επόμενους;
Διότι οι κυβερνώντες αλλάζουν και μπορούν να ρίχνουν το μπαλάκι των ευθυνών και τον λογαριασμό στους προηγούμενους ή στους επόμενους. Αντίθετα, ιστορικά έχει αποδειχθεί ότι ο απανταχού Ελληνισμός – εκτός συνόρων, στην Βόρειο Ήπειρο, στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Κύπρο και την Κωνσταντινούπολη, αλλά και εντός, στα σύνορα, στα νησιά και, τον τελευταίο καιρό, ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα (Κάσος-Καστελλόριζο) – πληρώνει πάντα τον λογαριασμό…
* Ο Σάββας Πεταλάς είναι πτυχιούχος Περιβαλλοντολόγος. εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας – μελετητής. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν ως ειδικός επιστημονικός σύμβουλος με φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ έχει διατελέσει Διοικητής και Πρόεδρος των Προνοιακών Ιδρυμάτων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου. Παράλληλα είναι πρόεδρος στην γυναικεία ομάδα β εθνικής Ποδοσφαίρου Α.Σ.Τ.Ι. ΡΟΔΟΥ. Ialisou Ladies





