Η μετατόπιση της Τουρκίας στη «ζώνη του πολέμου»

Άγγελος Συρίγος
4

του Άγγελου Συρίγου – 

Η βάση του Ιντσιρλίκ στην ανατολική Τουρκία λειτουργεί από τη δεκαετία του 1950 και θεωρείται στρατηγικής σημασίας, δεδομένου ότι δεσπόζει στη βόρεια ζώνη της Μέσης Ανατολής. Το γεγονός αυτό την καθιστά στρατηγικής σημασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί βρίσκονται αποθηκευμένα αμερικανικά τακτικά πυρηνικά όπλα. Η στρατηγική σημασία της Τουρκίας για την Ουάσιγκτον δεν εξαντλείται προφανώς στη σημασία της βάσεως του Ιντσιρλίκ. Από γεωπολιτικής απόψεως, το γειτονικό μας “οικόπεδο” είναι μεγάλης αξίας. Αυτό σημαίνει ότι οι Αμερικανοί δεν θέλουν να το χάσουν.

Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία του Ερντογάν έχει καταστεί δυσεπίλυτο πρόβλημα για τη Δύση. Οι αλλεπάλληλες τριβές και αντιπαραθέσεις και με τις ΗΠΑ και με ευρωπαϊκά κράτη το επιβεβαιώνουν. Η απομάκρυνση του Ερντογάν από την εξουσία θα ήταν μία λύση. Μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 και την επικράτηση του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του περασμένου Απριλίου, όμως, αυτό δεν είναι –τουλάχιστον προς το παρόν– πολιτικά εφικτό με πολιτικές διαδικασίες.

Προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος

Παρ’ όλα αυτά, δεν βρισκόμαστε ακόμα στο σημείο που η Ουάσιγκτον να έχει αποφασίσει τη ρήξη με την Άγκυρα. Ειδικά αυτές τις ημέρες γίνεται μία προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν διαφαίνεται να υπάρχει στέρεα βάση για επιστροφή στην ομαλή συμμαχική σχέση. Αυτός είναι ο λόγος, που οι Αμερικανοί, χωρίς να εγκαταλείπουν οριστικά την Τουρκία, έχουν αρχίσει να προσανατολίζονται σε εναλλακτικές λύσεις. Στο πλαίσιο αυτό διανοίγεται η προοπτική για ποιοτική αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδος και της Κύπρου στο στρατηγικό σύστημα ασφαλείας της Δύσεως.

Επί δεκαετίες, η Τουρκία ήταν το προπύργιο της Δύσεως στην ευρύτερη περιοχή. Εκτός από τον ρόλο της απέναντι στη Ρωσία, ήταν και το τελευταίο ασφαλές καταφύγιο της “ζώνης της ειρήνης” δίπλα στη “ζώνη του πολέμου” που παραδοσιακά είναι η Μέση Ανατολή. Ο ρόλος της Άγκυρας ενισχύθηκε, μάλιστα, όταν άρχισε η διάλυση ισχυρών κρατών της περιοχής που αποτελούσαν παραδοσιακούς εχθρούς του Ισραήλ, όπως το Ιράκ και η Συρία. Μόνον το Ιράν έχει απομείνει ισχυρό και γι’ αυτό αποτελεί τον υπ’ αριθμόν ένα αντίπαλο και στόχο του Ισραήλ.

Η άνοδος του Ερντογάν στην κυβέρνηση, μάλιστα, είχε υποστηριχθεί ενθέρμως από την Ουάσιγκτον, με τη θεωρία πως το μετριοπαθές και δυτικόφιλο τουρκικό πολιτικό Ισλάμ θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν υπόδειγμα για τον μουσουλμανικό κόσμο. Μετά το 2010, όμως, οι στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας άρχισαν να διαψεύδουν την μέχρι τότε κυρίαρχη στη Δύση αυτή θεωρία. Η σταδιακή ισλαμοποίηση στο εσωτερικό και ο νεοοθωμανικός μεγαλοϊδεατισμός του Ερντογάν υποχρέωσαν τους Αμερικανούς να κάνουν δεύτερες σκέψεις.

Ηγέτης των απανταχού μουσουλμάνων

Όταν άρχισε το κίνημα της “Αραβικής Άνοιξης”, ο Ερντογάν, με τη στήριξη του Κατάρ, προσπάθησε να τοποθετήσει στην περιοχή φίλα προσκείμενες στον ίδιον μουσουλμανικές αδελφότητες. Το πρώτο μεγάλο βήμα έγινε στην Αίγυπτο. Το 2012 οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι πήραν την εξουσία εκλέγοντας τον Μόρσι πρόεδρο της χώρας. Η ισλαμική αδελφότητα της Χαμάς ανέλαβε τον έλεγχο της Γάζας στην Παλαιστίνη.

Εκεί που ο Ερντογάν ποντάρισε τα ρέστα του ήταν στη Συρία. Η ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ θα έφερνε στην εξουσία ισλαμιστές, γεγονός που θα μετέτρεπε τη Συρία όχι απλώς σε σύμμαχο, αλλά ουσιαστικά σε δορυφόρο της Τουρκίας. Η με τη βοήθεια της Ρωσίας επιτυχής αντίσταση του καθεστώτος Άσαντ, σε συνδυασμό με την ανάδυση του κουρδικού παράγοντα στη βόρειο Συρία μετέτρεψαν τη στρατηγική των νεοοθωμανών σε μπούμεραγκ.

Η προσπάθεια του Ερντογάν να αναδειχθεί σε ηγετική μορφή των απανταχού μουσουλμάνων τον ώθησε να ανοίξει μέτωπο με το Ισραήλ. Είχε, ωστόσο, και έναν δεύτερο αποφασιστικής σημασίας λόγο που πήρε αυτό τον δρόμο. Ήταν η απάντησή του στην επιλογή του Τελ Αβίβ να στηρίξει τη δημιουργία κουρδικού κράτους στην περιοχή.

Η «ζώνη του πολέμου»

Κάπως έτσι τα όρια της “ζώνης του πολέμου” μετακινήθηκαν δυτικότερα. Η εμπλοκή της Τουρκίας στο τέλμα της Μέσης Ανατολής για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την μετατόπισε εντός των ορίων της “ζώνης του πολέμου”. Για τη Δύση αυτό έχει σημασία, αλλά ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο Ερντογάν έχει μετατρέψει τον προσανατολισμό της Τουρκίας προς τη Δύση σε αντικείμενο πολιτικού παζαριού και μάλιστα εμπράκτως, αν κρίνουμε από την ολοένα και μεγαλύτερη συνεργασία του με τη Ρωσία.

Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, η Ελλάδα και η Κύπρος πλέον είναι τα ακραία όρια της “ζώνης της ειρήνης”. Αυτός είναι και ο λόγος που η προοπτική γεωπολιτικής αναβαθμίσεως του ρόλου τους είναι ορατή. Η αλλαγή των γεωπολιτικών ισορροπιών από μόνη της, ωστόσο, δεν αρκεί. Ούτε η αναβάθμιση του περιφερειακού ρόλου μπορεί να είναι ισχυρή εάν οφείλεται απλώς στη γεωγραφική θέση.

Κεντρικός στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής πρέπει να είναι η ανάδειξη του άξονα Ελλάδος- Κύπρου ως κύριου παράγοντα πολιτικής σταθερότητας και βάσεως συμμαχιών στο ευρύτερο ασταθές περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου. Στην περίπτωση της Κύπρου, αυτό σημαίνει ότι τα ζωτικά συμφέροντα της Δύσεως περνούν όχι απλώς μέσα από τη διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και από την αποτροπή έστω και έμμεσου ελέγχου της Μεγαλονήσου από τον τουρκικό παράγοντα. Το ζητούμενο είναι αναληφθούν πρωτοβουλίες, οι οποίες θα προωθούν τα εθνικά συμφέροντα μέσα από την εξυπηρέτηση των στρατηγικών συμφερόντων της Δύσεως.