«Η Τουρκία ή θα χάσει ή θα κερδίσει εδάφη»

Σταύρος Λυγερός
55

Γράφει ο Σταύρος Λυγερός  – 

Λίγο καιρό μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016, ο Ερντογάν είχε πει στο Υπουργικό του Συμβούλιο ότι η περιοχή έχει εισέλθει σε μία νέα εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική ρευστότητα. Όπως χαρακτηριστικά είχε υπογραμμίσει η Τουρκία ή θα χάσει ή θα κερδίσει εδάφη, προσθέτοντας ότι αυτός θα αγωνισθεί για να κερδίσει. Με αυτό το πρίσμα πρέπει να διαβαστεί η επανειλημμένη δήλωσή του ότι η συνθήκη της Λωζάννης πρέπει να αναθεωρηθεί.

Εκείνες οι φράσεις του Τούρκου προέδρου συνοψίζουν με τον καλύτερο τρόπο τη στρατηγική προσέγγισή του, όπως και μετέπειτα δηλώσεις του που προετοιμάζουν την τουρκική κοινή γνώμη για πόλεμο. Οι νεοοθωμανοί είναι πεπεισμένοι πως έχουμε εισέλθει σε περίοδο παρόξυνσης των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, που συχνά προσλαμβάνουν και τη μορφή ένοπλων συγκρούσεων.

Αυτός είναι ο λόγος που έχουν εισβάλει στη βόρειο Συρία, αυτός είναι ο λόγος που προβαίνουν σε πειρατικές ενέργειες στην κυπριακή ΑΟΖ, αυτός είναι ο λόγος που κλιμακώνουν την επιθετικότητά τους στο Αιγαίο και στη Θράκη. Η Ελλάδα μπορεί να μην βρίσκεται στη “ζώνη του πολέμου”, αλλά –μέσω της Τουρκίας– εφάπτεται σ’ αυτήν.

Τόσο η προσπάθεια εμβολισμού του “Γαύδος” στα Ίμια, όσο και η σύλληψη και κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών εγγράφονται ακριβώς στο πλαίσιο της νέας τουρκικής στρατηγικής. Με άλλα λόγια, η τουρκική επιθετικότητα έχει αναβαπτιστεί, έχει αλλάξει “πίστα”. Τα γεγονότα έχουν επανειλημμένως αποδείξει πως τα διαβήματα διαμαρτυρίας, η ρητορική περί Ευρώπης και οι συστάσεις για σεβασμό του διεθνούς δικαίου δεν αποτρέπουν τις τουρκικές επεκτατικές πιέσεις. Η χρόνια προσπάθεια της ελληνικής διπλωματίας να κατευνάσει τον τουρκικό επεκτατισμό έχει αποτύχει.

Από την άλλη πλευρά, βεβαίως, ούτε οι υψηλών τόνων απαντήσεις του Καμμένου αποτελούν λύση. Η Αθήνα δεν έχει κανένα λόγο να τροφοδοτεί την ένταση, έστω και στο ρητορικό επίπεδο. Αυτού του τύπου οι δηλώσεις δεν λειτουργούν αποτρεπτικά. Αντιθέτως, δημιουργούν την εντύπωση ενός διμερούς καυγά, ο οποίος θολώνει την εικόνα διεθνώς. Το μήνυμα που οφείλει χωρίς πολλά λόγια να στείλει η Ελλάδα προς όλες τις κατευθύνσεις είναι πως εάν απειληθεί η εδαφική της ακεραιότητα θα αντιδράσει με όλα ανεξαιρέτως τα διαθέσιμα μέσα.

Είναι αληθές ότι η ισορροπία δυνάμεων έχει εδώ και καιρό ανατραπεί υπέρ της Τουρκίας. Η απόφαση της κοινοβουλευτικής επιτροπής για την Άμυνα να ανάψει το πράσινο φως για εξοπλισμούς –με ταχεία διαδικασία– συνολικού ύψους ενός δισ. ευρώ θα καλύψει τις άμεσες ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων, γεγονός που θα ενισχύσει την ικανότητά τους να καταφέρουν καίρια πλήγματα στην Τουρκία. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως το κόστος μίας επιθετικής ενέργειας για τους γείτονες μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το όποιο προσδοκώμενο κέρδος. Με άλλα λόγια, υφίσταται ακόμα η βάση της αποτροπής.

Τρεις λόγοι να μη θέλει πόλεμο

Ο Ερντογάν, άλλωστε, έχει τρεις σοβαρούς λόγους να μην διακινδυνεύσει μία σύρραξη με την Ελλάδα. Ο πρώτος λόγος είναι το γεγονός ότι έχει απλώσει πολύ τραχανά στα ανατολικά του. Έχει ανοικτό στρατιωτικό μέτωπο στη Συρία και καταλαβαίνει πως εάν εμπλακεί στρατιωτικά στα δυτικά οι Κούρδοι θα εκμεταλλευθούν την ευκαιρία, πιθανόν με την υποστήριξη των Αμερικανών.

Ο δεύτερος λόγος είναι πως οι κακές σχέσεις Δύσης-Τουρκίας εκ των πραγμάτων συνιστούν μειονέκτημα για την Άγκυρα, ενισχύοντας κατ’ αντιδιαστολή τη θέση της Αθήνας στο πολιτικό-διπλωματικό επίπεδο. Το κλίμα για τη νεοοθωμανική Τουρκία δεν ήταν ποτέ πιο αρνητικό, παρότι και οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι θέλουν να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο για να μην χάσουν την Τουρκία.

Είναι ενδεικτικό ότι πληθαίνουν καθημερινά οι φωνές στο αμερικανικό κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής για την ανάγκη ριζικής αναθεώρησης των σχέσεων με την Άγκυρα. Εξαιρετικά βαρύ για την Τουρκία είναι και το κλίμα στο ΝΑΤΟ. Η τουρκική πλευρά συνεχώς προβάλει προσκόμματα, προκαλώντας δυσαρέσκειες. Προς το παρόν όλοι την ανέχονται, αλλά είναι σαφές πως σ’ όλη αυτή την κατάσταση υπάρχει ημερομηνία λήξεως.

Ο τρίτος λόγος που ο Ερντογάν δεν θα διακινδυνεύσει μία ελληνοτουρκική σύρραξη είναι το γεγονός ότι έχει ανοικτό εσωτερικό μέτωπο. Παρά τις μαζικές εκκαθαρίσεις που έχει πραγματοποιήσει σ’ όλο τον κρατικό μηχανισμό, ακόμα δεν εμπιστεύεται τους Τούρκους αξιωματικούς. Φοβάται ότι σε περίπτωση πολέμου οι στρατηγοί θα αποκτήσουν μεγάλη αυτονομία κινήσεων, την οποία ενδεχομένως να εκμεταλλευθούν για να τον ανατρέψουν.

Μπορεί οι νεοοθωμανοί να μην θέλουν πόλεμο, αλλά χρησιμοποιούν την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας ως πολιτικό όπλο, όπως και οι κεμαλιστές προκάτοχοί τους. Από την πλευρά της, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να αποφύγει κινήσεις που μπορεί να την εμπλέξουν σε θερμό επεισόδιο. Έχει κάθε λόγο να περιμένει “να κάτσει η μπίλια” στις ταραγμένες αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ώστε να είναι σαφές το περιβάλλον, μέσα στο οποίο θα είναι υποχρεωμένη να ανασχέσει την έμπρακτη τουρκική πίεση.