Κύπρος: Σύγκρουση και συμφιλίωση (1954-1958)
01/04/2026
Το βιβλίο του καθηγητή Στέφανου Γ. Ξύδη, Stephen G. Xydis, Cyprus: Conflict and Conciliation, 1954 -1958, (Ohio State University Press, 704 σελίδες), δεν είναι καινούργιο. Εκδόθηκε το 1967 σε μια εποχή που οι πρωτογενείς πηγές πληροφόρησης και η βιβλιογραφία για το Κυπριακό ήταν περιορισμένες και τα γεγονότα ακόμα νωπά.
Το βιβλίο αποτελεί θεμελιώδη μελέτη για την διπλωματική ιστορία του Κυπριακού η οποία πραγματεύεται τις προσφυγές της Ελλάδας στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) την περίοδο 1954-1958 με αίτημα την αναγνώριση του δικαιώματος της Κύπρου για Αυτοδιάθεση. Η μελέτη του Στέφανου Ξύδη, αν και γράφτηκε πριν 59 χρόνια, είναι διαχρονικής σημασίας και επίκαιρη εξού και θεώρησα χρήσιμη την αναφορά στο βιβλίο του με αυτό το σύντομο Σημείωμα.
Όταν η πρώτη προσφυγή της Ελλάδας στον ΟΗΕ το 1954 δεν τελεσφόρησε, η Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) ξεκίνησε ένοπλο αντιαποικιακό αγώνα κατά των Βρετανών το 1955 επιδιώκοντας Ένωση με την Ελλάδα. Όπως αναλύει ο συγγραφέας, η επιδίωξη αυτή αντιμετωπίσθηκε αρνητικά στον ΟΗΕ από Βρετανία και ΗΠΑ και με περιορισμένη υποστήριξη από τα κράτη μέλη. Η αμφισημία μεταξύ Αυτοδιάθεσης και Ένωσης, η αντίθεση των συμμάχων της Ελλάδας στις επιδιώξεις της και η επιθυμία τους για επίλυση του ζητήματος χωρίς συμμαχικές κρίσεις εκτός ΟΗΕ καθόρισαν εξαρχής την πολιτική πραγματικότητα μέσα στην οποία θα κινείτο το Κυπριακό μέχρι τα τέλη του 1958.
Από την αρχή των προσπαθειών της στον ΟΗΕ η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με το παράδοξο οι επιδιώξεις της να βρίσκουν απήχηση στον Αραβικό κόσμο, σε χώρες της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και στο ανατολικό μπλοκ, όχι όμως, στους δυτικούς συμμάχους της. Ακόμα και χώρες της Κοινοπολιτείας όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία συντάσσονταν με τους Βρετανούς και υπονόμευαν ελληνικές προσπάθειες. Το ΝΑΤΟ ενδιαφέρθηκε αρχικά να μεσολαβήσει αλλά υπό το βάρος διαφωνιών και τον φόβο δημιουργίας νέων ζητημάτων υπαναχώρησε και οι πρωτοβουλίες αφέθηκαν στους άμεσα εμπλεκόμενους.
Ο Ξύδης με απαράμιλλη μεθοδικότητα και τεκμηρίωση βασιζόμενος σε πλούσιο αρχειακό υλικό αναλύει με λεπτομέρεια τη στρατηγική της ελληνικής διπλωματίας, τις μεθοδεύσεις της Βρετανίας και πώς το διεθνές γίγνεσθαι της εποχής καθόριζε αντιλήψεις και πολιτικές θέσεις σε ένα περιβάλλον σύνθετων αλληλοεπηρεαζόμενων δυναμικών που επηρέαζαν άμεσα ή έμμεσα τις εξελίξεις σε σχέση με την Κύπρο.
Θεμελιώδης μελέτη του Κυπριακού
Με δομημένη γραφή, χωρίς ωραιοποιήσεις, συναισθηματισμούς ή προκαταλήψεις, ο συγγραφέας περιγράφει με ρεαλισμό την ψυχρή πραγματικότητα. Περιγράφει πώς μια πορεία που ξεκίνησε για Ένωση αναπροσαρμόστηκε αναγκαστικά σε αυτοδιάθεση και κατέληξε στον εξαναγκαστικό συμβιβασμό της ανεξαρτησίας. Η δεκαετία του 1950 ήταν μια πολυκύμαντη εποχή με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις.
Ήταν η εποχή λίγα χρόνια μόνον μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, της ίδρυσης του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, της ίδρυσης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, του πολέμου στην Κορέα, των αντιαποικιακών κινημάτων και των ανατρεπτικών εξελίξεων σε Συρία και Ιράκ που έπληξαν την δυτική επιρροή στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ήταν η περίοδος της κρίσης του Σουέζ, της σοβιετικής καταστολής της ουγγρικής εξέγερσης το 1956, του πολέμου στην Αλγερία και η εποχή του Ψυχρού Πολέμου όπου στη Δύση επικρατούσε διάχυτος ο φόβος επέκτασης της σοβιετικής επιρροής στην ανατολική Μεσόγειο.
Ήταν επίσης η εποχή που η Τουρκία άρχιζε να εκδηλώνει περιφερειακές φιλοδοξίες ισχύος και η Ελλάδα έβγαινε από εμφύλιο πόλεμο. Μέσα σε αυτό το διεθνές κλίμα η Βρετανία επεδίωκε στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου, στρατιωτικά ερείσματα και διατήρηση ρόλου στην περιοχή ενώ από κοινού με τίς ΗΠΑ επεδίωκε αποτροπή της σοβιετικής επέκτασης και αποφυγή κρίσης στη σταθερότητα του ΝΑΤΟ.
Ο Ξύδης αναλύει διεξοδικά πώς η βρετανική πρόσκληση στην Τουρκία για συμμετοχή στην Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου τον Αύγουστο 1955 για την Ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο ανέδειξε την Τουρκία σε ενδιαφερόμενο μέρος στη σύγκρουση. Εξετάζει πώς η εξέλιξη αυτή μετέτρεψε ένα αντιαποικιακό ζήτημα που αφορούσε Κύπρο και Βρετανία σε ελληνοτουρκική διαμάχη η οποία ενέπλεκε τρεις νατοϊκούς συμμάχους και εξηγεί πώς οι ΗΠΑ προσπαθούσαν αμήχανες και με ψυχροπολεμική λογική να κρατήσουν ισορροπίες εν μέσω αντικρουόμενων συμμαχικών συμφερόντων.
Ο συγγραφέας αναλύει πώς η Βρετανία στο Ελληνικό αίτημα για αυτοδιάθεση ανέδειξε ζήτημα ξεχωριστής αυτοδιάθεσης για τους Τουρκοκύπριους και η Τουρκία την ιδέα για διχοτόμηση (taksim) προκαλώντας ριζικές ανατροπές που καθόρισαν τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις. Εξετάζει τη στάση της Τουρκίας η οποία διεκδικούσε επιτακτικά άσκηση επιρροής και στρατηγικό έλεγχο της Κύπρου με την ανοχή των συμμάχων, ή και με ενθάρρυνση τους, οι οποίοι ενδιαφέρονταν πρωτίστως για τη σταθερότητα και τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Ο καθηγητής Ξύδης διεισδύει στον ΟΗΕ και αναλύει πώς η προσφυγή στον διεθνή Οργανισμό εξελίχθηκε σε αντιπαράθεση μεταξύ δυτικών συμμάχων και στη δημιουργία ενός σύνθετου διεθνούς προβλήματος. Ο συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρεια παρασκήνια και προσκήνια εντός και εκτός ΟΗΕ όπου κράτη μέλη χωρίς άμεσο ενδιαφέρον για την Κύπρο εξέφραζαν απόψεις και λάμβαναν θέσεις που επηρέαζαν την εξέλιξη των ψηφισμάτων στην Γενική Συνέλευση του Οργανισμού. Και εύγλωττα αναδεικνύει πως αυτό που ονομάζεται διεθνής κοινότητα δεν είναι σε τελευταία ανάλυση παρά ένα ετερόκλητο σύνολο κρατών με εντελώς διαφορετικές επιδιώξεις, προτεραιότητες και απόψεις, με θέσεις που καθορίζονται σύμφωνα με το εθνικό συμφέρον εκάστου των μελών και όχι με το δίκαιο ή την ηθική. Συχνά, μάλιστα, εν μέσω και συγκρουόμενων συμφερόντων.
Λειψή αυτοδιάθεση, αδύναμος ΟΗΕ
Σε μια εποχή υψηλών προσδοκιών για τους προσφεύγοντες στον ΟΗΕ, ο Ξύδης απομυθοποιεί τον Οργανισμό. Εξετάζει τα όρια και τις δυνατότητες του και αποκαλύπτει την ωμή πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων, των συμφερόντων, της γεωπολιτικής και της εγγενούς αδυναμίας του Οργανισμού στην εφαρμογή των αποφάσεων του. Αποκαλύπτει πως τα ιδεώδη, οι αρχές και οι αξίες που περιλαμβάνονται στον Χάρτη του ΟΗΕ και σε άλλες διακηρύξεις του Οργανισμού είναι ευγενή ιδεώδη προς επίκληση, για ρητορικούς λόγους, όχι όμως, και προς εφαρμογή. Ιδιαίτερα εάν οι μεγάλοι δρώντες, οι οποίοι ήταν εκείνοι που συνέβαλαν και στη σύνταξη του Χάρτη, έχουν διαφορετική άποψη ή εάν θίγονται άμεσα ή έμμεσα τα συμφέροντα τους.
Αυτό που αναδεικνύει με ψυχρό ρεαλισμό ο Ξύδης είναι ότι οι διεθνείς ισορροπίες ισχύος υπερισχύουν του δικαίου. Αναδεικνύει τα όρια της διεθνούς επιρροής και των αναγκαστικών επιλογών των δρώντων σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι σκοπιμότητες και τα συμφέροντα υπερτερούν αρχών και αξιών. Ο Ξύδης ολοκληρώνει το βιβλίο του αναδεικνύοντας ότι η κατάληξη τον Δεκέμβριο 1958 ήταν προϊόν εξαναγκασμού και όχι ειλικρινούς συμφιλίωσης γεγονός που θα ήταν η γενεσιουργός αιτία της επόμενης κρίσης. Η συμφιλίωση ήταν μια κατάληξη που εξυπηρετούσε την Βορειοατλαντική Συμμαχία όχι, όμως, και τα δίκαια των Κυπρίων.
Tην κατάληξη στις επώδυνες Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου τον Φεβρουάριο 1959 και την ανεξαρτησία της Κύπρου με συμφωνία μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας, εκτός πλαισίου ΟΗΕ, πραγματεύεται ο συγγραφέας στο επίσης αξιόλογο βιβλίο του, Cyprus: Reluctant Republic.
Αξίζει να επισημανθεί ότι και τα δύο βιβλία του καθηγητή Στέφανου Ξύδη εκδόθηκαν πριν την καταστροφή του 1974.





