Πως μπορεί να έρθει κοντά η Κύπρος
13/03/2026
Η Κύπρος, σύμφωνα με την ανάλυση του Αχμέτ Νταβούτογλου, κατέχει κεντρική θέση στη συμβολή της “παγκόσμιας νήσου” (Ευρασίας) με την Αφρική και βρίσκεται σε μικρή απόσταση τόσο από την Ασία, όσο και από την Αφρική. Τοποθετείται επάνω σε έναν άξονα όπου τέμνονται σημαντικές θαλάσσιες αρτηρίες, μεταξύ των Στενών του Ελλησπόντου, που χωρίζουν την Ευρώπη από την Ασία, και της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία διαχωρίζει την Ασία από την Αφρική.
Δικαίως, λοιπόν, έχει χαρακτηρισθεί “αβύθιστο αεροπλανοφόρο”, καθώς από τη θέση της μπορεί να επηρεάζει τις εξελίξεις σε Μέση Ανατολή, Περσικό Κόλπο και περιοχή της Κασπίας, καθώς και στις θαλάσσιες οδούς του Άντεν και του Ορμούζ, που συνδέουν την Ασία με την Αφρική. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την ανακάλυψη σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η στρατηγική σημασία της Κύπρου έχει ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης, οι μεγάλες δυνάμεις επιχείρησαν να ασκήσουν επιρροή επάνω στο νησί. Ακόμη και σήμερα, από τη στρατηγική αυτή θέση επωφελούνται περισσότερο χώρες, όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ, παρά η ίδια η Κύπρος ή η Ελλάδα. Η γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου είναι ζωτικής σημασίας για τα συμφέροντα της Τουρκίας και εκτείνεται πολύ πέρα από την προστασία του τουρκοκυπριακού πληθυσμού.
Η σημασία αυτή έχει δύο βασικές διαστάσεις: την αμυντική και την επιθετική. Την αμυντική διάσταση εξέφρασε, ήδη από το 1955, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Φατίν Ζορλού, ο οποίος επισήμανε ότι «από στρατιωτικής πλευράς, η κυριαρχούσα δύναμη στο νησί της Κύπρου θα είναι σε θέση να ελέγχει τα λιμάνια της Τουρκίας. Αν η δύναμη αυτή είναι η ίδια που ελέγχει τα νησιά δυτικά της Τουρκίας, τότε η χώρα θα βρίσκεται ουσιαστικά περικυκλωμένη». Η τουρκική στρατηγική για την Κύπρο αποτυπώθηκε στη συνέχεια και στις γνωστές εκθέσεις του Νιχάτ Ερίμ.
Η ίδια αντίληψη εκφράστηκε και το 1974. Στη σύσκεψη του τουρκικού Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου στην Κύπρο, ο υπουργός Οικονομικών Ντενίζ Μπαϊκάλ δήλωσε ότι «αυτό που μας ανησυχεί δεν είναι τόσο ότι ανέλαβε την εξουσία ο Σαμψών, αλλά ότι με το πραξικόπημα η Ελλάδα μπορεί να μας κυκλώσει από τον νότο». Στην ίδια σύσκεψη, όπου ελήφθη η απόφαση για την τουρκική επέμβαση, ο πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετσεβίτ υπογράμμισε ότι «η κεντρική και νοτιοανατολική Τουρκία θα μπορούσαν να βρεθούν εντός της ακτίνας δράσης της ελληνικής αεροπορίας». Η ανησυχία της Τουρκίας δεν αφορούσε την προσωπικότητα του Σαμψών ή την επιστροφή του Μακαρίου, αλλά το ενδεχόμενο η Κύπρος να μετατραπεί σε στρατηγική απειλή στο μέλλον.
Η στρατηγική σημασία της Κύπρου για την Ελλάδα
Η δεύτερη διάσταση, η επιθετική, αναδείχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες με την αύξηση της ισχύος της Τουρκίας. Η Άγκυρα επιδιώκει να αναδειχθεί σε περιφερειακή δύναμη και έχει διαμορφώσει προς τούτο μια πιο ενεργητική στρατηγική. Στο πλαίσιο αυτό, η Κύπρος αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο γεωπολιτικό σύμπλεγμα, που εκτείνεται από την Κασπία και τον Εύξεινο Πόντο, μέσω του Ελλησπόντου και του Αιγαίου, προς την Ανατολική Μεσόγειο, τη Διώρυγα του Σουέζ και τον Περσικό Κόλπο. Το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.
Η Κύπρος αποτελεί σημαντικό τμήμα του Ελληνισμού. Το γεγονός αυτό αποτύπωσε με ιδιαίτερα εύστοχο και λυρικό τρόπο ο Γιώργος Σεφέρης σε επιστολή του προς τον Γιώργο Θεοτοκά: «Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου». Πέρα από τη διάσταση αυτή, η Κύπρος διαθέτει σημαντική στρατηγική αξία για την Ελλάδα για δύο βασικούς λόγους:
Ο πρώτος σχετίζεται με τη γεωγραφική της θέση και την εγγύτητά της προς την Τουρκία. Εάν η Ελλάδα ασκούσε έλεγχο στο νησί, θα μπορούσε να απειλήσει το “μαλακό υπογάστριο” της Τουρκίας, θέτοντας μεγάλο μέρος της τουρκικής επικράτειας εντός της ακτίνας δράσης της ελληνικής αεροπορίας ή πυραυλικών συστημάτων. Μια τέτοια κατάσταση θα προσέδιδε σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα στην Ελλάδα, κάτι που η Τουρκία έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να αποτρέψει.
Ο δεύτερος λόγος αφορά τη συνολική γεωστρατηγική αξία της Κύπρου. Ο έλεγχος του νησιού θα αύξανε τη γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας, αλλά και έναντι άλλων χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, όπως η Αίγυπτος και η Λιβύη. Παράλληλα, θα ενίσχυε τη θέση της Ελλάδας στις σχέσεις της με συμμάχους και εταίρους, αυξάνοντας τόσο τη διαπραγματευτική της ισχύ, όσο και το διεθνές της κύρος.
Ωστόσο, οι παράγοντες αυτοί δεν ενσωματώθηκαν ποτέ ουσιαστικά στην ελληνική εθνική στρατηγική, ήδη από τη δεκαετία του 1950. Η επιδίωξη της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα εντάχθηκε κυρίως σε ένα πλαίσιο αλυτρωτισμού, χωρίς ολοκληρωμένη στρατηγική αξιολόγηση. Η στρατηγική αυτή μυωπία εκδηλώθηκε δραματικά το 1974, όταν η Ελλάδα –μετά το πραξικόπημα που οργάνωσε η δικτατορία– άφησε την Κύπρο ουσιαστικά αβοήθητη απέναντι στην τουρκική εισβολή. Η σημερινή στρατηγική κατάσταση στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο θα ήταν διαφορετική, εάν τότε είχε υπάρξει ελληνική αντίδραση.
Η αμυντική συνεργασία
Ελλάδα και Κύπρος δεν κατάφεραν μέχρι σήμερα να συντονίσουν αποτελεσματικά τη στρατιωτική τους ισχύ. Η Εθνική Φρουρά ιδρύθηκε το 1964 και, παρότι ο αρχηγός και ο επιτελάρχης της είναι παραδοσιακά Ελλαδίτες, υπάγεται στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν έχει οργανική σχέση με το ΓΕΕΘΑ. Επιπλέον, οι ελλαδικές στρατιωτικές μονάδες που σταθμεύουν στην Κύπρο διοικούνται με ένα μάλλον ανορθολογικό σύστημα διοίκησης. Ωστόσο ακόμη και το 1974, όταν η δικτατορία ήλεγχε πλήρως την Εθνική Φρουρά και τη διέταξε να εκτελέσει το πραξικόπημα, όταν άρχισε η τουρκική εισβολή διαχώρισε τη θέση της και διακήρυξε επαίσχυντα ότι άλλο Ελλάδα και άλλο Κύπρος.
Η μοναδική σοβαρή προσπάθεια συντονισμού της άμυνας Ελλάδας και Κύπρου ήταν η υιοθέτηση, τον Νοέμβριο 1993, του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Το δόγμα είχε αμυντικό χαρακτήρα και στόχευε στην αποτροπή ή την αντιμετώπιση οποιασδήποτε επιθετικής ενέργειας εναντίον της Ελλάδας ή της Κύπρου. Με τη διακήρυξή του υπογραμμίστηκε ότι η Ελλάδα θα θεωρούσε αιτία πολέμου (casus belli) οποιαδήποτε τουρκική προσπάθεια προέλασης προς την ελεύθερη Κύπρο.
Η εφαρμογή του δόγματος είχε επιχειρησιακά οφέλη και ενίσχυσε το ηθικό του κυπριακού Ελληνισμού. Ωστόσο, μετά το 2000, ουσιαστικά αδρανοποιήθηκε. Το 2008, απαντώντας σε σχετική επερώτηση στη Βουλή, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας υποστήριξε ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ μεταβάλλει τα δεδομένα και δημιουργεί νέες προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού. Τελικά, το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου αφαιρέθηκε από την Πολιτική Εθνικής Άμυνας το 2011 και αντικαταστάθηκε από τον όρο “Μόνιμη Διαρθρωμένη Αμυντική Συνεργασία Ελλάδας και Κύπρου”, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο.
Η πρόσφατη ανάπτυξη πλοίων και αεροσκαφών στην Κύπρο, ουδόλως αποτελεί αναβίωση του θαμμένου Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, παρότι αποτελεί θετική και επιβεβλημένη εξέλιξη. Παρά τα διθυραμβικά σχόλια, η δύναμη δεν αναπτύχθηκε για να αντιμετωπίσει την Τουρκία και επομένως δεν συνδέεται με κάποιο συγκεκριμένο αμυντικό δόγμα.
Η Εθνική Φρουρά υπό τον έλεγχο του ΓΕΕΘΑ
Το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου αντιμετώπιζε τον αμυντικό χώρο Ελλάδας και Κύπρου ως ενιαίο, χωρίς όμως να τον ενοποιεί πραγματικά. Η ενοποίηση ενός γεωγραφικού χώρου μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω ενιαίας διοίκησης και όχι απλώς μέσω συνεργασιών, συντονισμών ή ανταλλαγής συνδέσμων. Εάν πράγματι θεωρούμε ότι υπάρχει ένας ενιαίος αμυντικός χώρος Ελλάδας και Κύπρου, τότε η μόνη ουσιαστική στρατιωτική λύση είναι η υπαγωγή της Εθνικής Φρουράς υπό τον επιχειρησιακό έλεγχο (OPCON) του ΓΕΕΘΑ.
Αυτό θα σήμαινε ότι ήδη από τον καιρό της ειρήνης αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς θα εντάσσονταν οργανικά στο επιτελείο του ΓΕΕΘΑ, στους τομείς της σχεδίασης, των επιχειρήσεων και των ασκήσεων. Ασφαλώς, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί οποιαδήποτε ονομασία για μια τέτοια υπαγωγή, ώστε να μην προκαλεί αντιδράσεις, χωρίς βεβαίως να αλλάζει στην ουσία τις λειτουργίες του επιχειρησιακού ελέγχου. Ασφαλώς, μια τέτοια επιλογή εγείρει πολιτικά και νομικά ζητήματα, τα οποία όμως δεν είναι κατ’ ανάγκην ανυπέρβλητα.
Το σημαντικότερο εμπόδιο είναι η έλλειψη εμπιστοσύνης, καθώς το τραύμα του 1974 παραμένει ακόμη ανεπούλωτο. Ωστόσο, μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να υπερβούν τις διαφορές τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού τις σύγχρονες προκλήσεις. Κατόπιν, Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να εξετάσουν σοβαρά τις δυνατότητες που απαιτούνται για πλήρη ενοποίηση του αμυντικού χώρου και να τις καλύψουν. Παράλληλα, η Κύπρος οφείλει να αναπροσαρμόσει το επίπεδο των αμυντικών της δαπανών. Δεν είναι εύλογο μια χώρα που αντιμετωπίζει διαρκή και άμεση στρατιωτική απειλή, να δαπανά για την άμυνα ποσοστό μικρότερο του 2% του ΑΕΠ, ποσοστό που δαπανούν χώρες, όπως η Πορτογαλία, που δεν αντιμετωπίζουν απειλή.
Το παράδειγμα του Ισραήλ
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι από το 2021 οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έχουν ενταχθεί στην Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) των ΗΠΑ, σε μια σχέση που δεν είναι πλήρως γνωστή αλλά έχει επιτρέψει υψηλό επίπεδο επιχειρησιακού συντονισμού. Μέσω αυτής της συνεργασίας κατέστη δυνατή η αντιμετώπιση των ιρανικών πυραυλικών επιθέσεων κατά του Ισραήλ το 2024, καθώς και η διεξαγωγή των τρεχουσών επιχειρήσεων ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν.
Για δεκαετίες, το Ισραήλ αντιμετώπιζε το ερώτημα εάν έπρεπε να επιδιώξει επίσημη αμυντική συνθήκη με τις ΗΠΑ. Η κεντρική ανησυχία του ήταν η απώλεια αυτονομίας: μια συνθήκη θα περιόριζε την ελευθερία δράσης του Ισραήλ, απαιτώντας την αμερικανική έγκριση για ευαίσθητες στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η τρέχουσα συμφωνία, μολονότι δεν αποτελεί επίσημη αμυντική συνθήκη, παρέχει πολλά από τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας συνεργασίας: κοινή πληροφόρηση σε πραγματικό χρόνο, ολοκληρωμένη περιφερειακή αεράμυνα και δυνατότητα συντονισμένης δράσης, όταν είναι απαραίτητο. Εφόσον λοιπόν ο ισραηλινός στρατός μπορεί να ενταχθεί σε μια τέτοια δομή υπό αμερικανική διοίκηση, εύλογα τίθεται το ερώτημα γιατί η Εθνική Φρουρά δεν θα μπορούσε να υπαχθεί υπό τον επιχειρησιακό έλεγχο του ΓΕΕΘΑ.
Συμπερασματικά, Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζουν μια αναθεωρητική Τουρκία, η οποία κατέχει σχεδόν τη μισή Κύπρο, απαγορεύει στην Ελλάδα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα και διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες, που δεν της ανήκουν. Δεν κρύβει τις φιλοδοξίες της και με το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας” επιδιώκει να ενοποιήσει τον θαλάσσιο χώρο, που περιλαμβάνει τη Μαύρη Θάλασσα, το μισό Αιγαίο και τη μισή Ανατολική Μεσόγειο. Διακυβεύονται πλέον όχι μόνο τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνισμού, αλλά η ίδια η επιβίωσή του.
Δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένουμε από τρίτους να μας στηρίξουν, εάν Ελλάδα και Κύπρος δεν διαθέτουν ουσιαστική αμυντική συμμαχία. Η υπαγωγή της Εθνικής Φρουράς στο ΓΕΕΘΑ θα ενίσχυε την αποτροπή έναντι της Τουρκίας και θα αποτελούσε σαφές μήνυμα αποφασιστικότητας προς συμμάχους και εταίρους μας. Προϋπόθεση όμως τέτοιων επιλογών είναι η ισχυρή πολιτική βούληση, αλλά και η ευρύτερη πολιτική συναίνεση σε Αθήνα και Λευκωσία.





