Το πραγματικό πρόσωπο του τουρκικού “γκρίζου λύκου”
08/09/2026
Μετά από περίοδο τριών περίπου ετών, που όλως παραπλανητικώς βαπτίστηκε περίοδος των “ήρεμων νερών”, ο Ερντογάν πέταξε την “προβιά του προβάτου”, που είχε φορέσει για την εξυπηρέτηση των βραχυπρόθεσμων τουρκικών συμφερόντων και εμφάνισε το πραγματικό πρόσωπο του “γκρίζου λύκου”.
Επιστρέφοντας ο πρόεδρος της Τουρκίας από τη σύνοδο της λεγόμενης ομάδας της Σαγκάης εξαπέλυσε απειλές σε βάρος της χώρας μας, λέγοντας ότι η χώρα του δεν θα ανεχτεί την στρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών και την διατάραξη του status quo στο Αιγαίο, που κατά την τουρκική άποψη σημαίνει την αποδοχή από την πλευρά της Ελλάδος όλων των παράλογων και παράνομων τουρκικών διεκδικήσεων!
Η αλήθεια είναι ότι, πέραν της φοβικής και ελλιποβαρούς πολιτικοοικονομικής ηγεσίας της χώρας και ειδικότερα της σημερινής κυβέρνησης της ΝΔ, κανείς που παρακολουθεί στοιχειωδώς την πορεία και τους στόχους της Τουρκίας δεν έτρεφε την παραμικρή ελπίδα, ότι υπήρχε πράγματι διάθεση να υποχωρήσει ο τουρκικός “γκρίζος λύκος” από τις διογκούμενες και παράνομες διεκδικήσεις του και να βρεθεί το πλαίσιο λύσης της μοναδικής διαφοράς, που υφίσταται μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών, που είναι η οριοθέτηση της ΑΟΖ.
Οριοθέτηση βάσει των ισχυόντων κανόνων του διεθνούς δικαίου, αλλά και της νομολογίας του Διεθνούς Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία τα νησιά που κατοικούνται και έχουν οικονομική δραστηριότητα έχουν αυτοτελή επήρεια κατά τον καθορισμό της ΑΟΖ και όχι της “αλά τούρκα” ψευδοεκδοχής, ότι αυτά έχουν μόνο χωρικά ύδατα και ότι επικάθονται επί της υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας!
Ο επιτήδειος “ουδέτερος”
Άλλωστε πέραν αυτών, το ίδιο το τουρκικό καθεστώς φρόντισε όλα αυτά τα χρόνια πίσω από τα εικονικά χαμόγελα και τις υπογραφές στο ανύπαρκτο από πλευράς νομικής δεσμευτικότητας κείμενο της “Διακήρυξης των Αθηνών”, να προβάλλει πυκνά και δημοσίως και προς όλα τα διεθνή φόρα τις παράνομες διεκδικήσεις του στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, Θράκη και Κύπρο, δημιουργώντας ένα επιθετικό αναθεωρητικό πλαίσιο υπονόμευσης των συνθηκών της Λοζάνης, Παρισίων κλπ., του άρθρου 51 του ΟΗΕ (δικαίωμα αμύνης), καθώς και των ισχυόντων κανόνων του Δικαίου της Θάλασσας.
Αντιθέτως, το καθεστώς Ερντογάν πιστό στο διαχρονικό τουρκικό δόγμα του “επιτήδειου ουδέτερου”, εκμεταλλευόμενο τη ρευστότητα στις διεθνείς σχέσεις που δημιουργεί ο υπό διαμόρφωση πολυπολικός κόσμος, κινείται ως “χέλι” ανάμεσα σε αντικρουόμενα στρατόπεδα (ΝΑΤΟ-Μπρικς, Ρωσία-Ουκρανία κλπ.) αναλαμβάνοντας ρόλο διαμεσολαβητή και ειρηνοποιού!
Αυτά τα κάνει παρότι εδώ και μισό αιώνα είναι κατοχική δύναμη στη Μεγαλόνησο), με συνέπεια να κερδίζει έδαφος στον διεθνή χώρο, κατά τη σημερινή υποχώρηση του κύρους των διεθνών θεσμών και ιδιαίτερα εντός της παραπαίουσας Δύσης, ενώ την ίδια ώρα διαλαλεί με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι αποτελεί συστατικό μέρος της αναδυόμενης Ευρασίας.
Η σημερινή πορεία της Τουρκίας, η οποία συμμετέχει στα πάντα, έχοντας μετατραπεί και σε απαραίτητη δύναμη ακόμα και στον σχεδιασμό της “τρομώδους” Ευρώπης για την αμυντική της “αυτονομία”, οφείλεται αναμφισβήτητα σε μεγάλο βαθμό στο “διαβατήριο του ειρηνοποιού”, που έλαβε από την Ελλάδα με τη σαθρή Διακήρυξη των Αθηνών τον Δεκέμβριο του 2023.
Ποιο ήταν το όφελος για την Ελλάδα;
Έτσι, το πολυδιαφημισθέν “κέρδος” της χώρας μας βάσει του επικοινωνιακού κυβερνητικού αφηγήματος, του περιορισμού δηλαδή των τουρκικών αεροπορικών παραβιάσεων στο Αιγαίο, είναι τελικά πολύ μικρό για να αντισταθμιστεί με τα σοβαρά πολύπλευρα κέρδη της Τουρκίας, η οποία πέτυχε να απεγκλωβιστεί από τον τότε επικείμενο πλήρη αμερικανικό αποκλεισμό της, καθώς και τη σοβαρή ρήξη των σχέσεών της με τη φοβική ΕΕ, η οποία είχε πιεσθεί να της επιβάλει οικονομικές κυρώσεις για τον τότε επιθετικό, υβριδικό πόλεμο κατά της Ελλάδος κατά την περίοδο 2020-2022.
Σε όλη αυτή την περίοδο της υποτιθέμενης Ελληνοτουρκικής συνεργασίας 2023-2026, η Τουρκία διατύπωσε με τον πιο καθαρό τρόπο όλο το εύρος των παράνομων αξιώσεών της σε βάρος της χώρας μας, που συνιστούν βίαιη παραβίαση των διεθνών κανόνων του δικαίου της θάλασσας: Αφενός το παράνομο αφήγημα της “γαλάζιας πατρίδας” (που σύμφωνα με το ευφάνταστο σενάριό της τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ, αλλά μόνο χωρικά ύδατα) το μετέτρεψε πλέον σε κυβερνητικό δόγμα, και ετοιμάζεται να το καταστήσει νομοθετικό εσωτερικό δίκαιο, και αφετέρου προσπαθεί με κάθε τρόπο να εφαρμόσει στο πεδίο το παράνομο Τουρκολυβικό μνημόνιο.
Με αυτό επιχειρεί να υφαρπάξει τεράστιες θαλάσσιες ζώνες από τη νόμιμη εν δυνάμει ΑΟΖ της Ελλάδος. Τέλος, είναι πλέον κυνικά ανένδοτη στο Κυπριακό, διαλαλώντας, ότι η μόνη λύση είναι αυτή των δύο κρατών στη Μεγαλόνησο. Από την άλλη πλευρά η Ελλάδα στην κρίσιμη αυτή μεταβατική περίοδο 2020-2022, που δέχθηκε την υβριδική επίθεση της Άγκυρας (προσπάθεια εισόδου τεράστιου αριθμού μεταναστών στον Έβρο, τις τουρκικές παράνομες έρευνες στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Καστελόριζου, Ρόδου και Καρπάθου, και τις συνεχείς παραβιάσεις της ΑΟΖ της Κύπρου κλπ) απώλεσε τη μοναδική ιστορική ευκαιρία, όπως αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων, να αποκόψει ή έστω να διευρύνει το χάσμα των σχέσεων της Τουρκίας με τη Δύση, δεδομένου ότι την περίοδο εκείνη 2021-2022 οι σχέσεις τους είχαν οδηγηθεί σε οριακό επίπεδο.
Το “φιλί της ζωής” στον Ερντογάν
Ανεξήγητα η σημερινή ελληνική κυβέρνηση έδωσε το “φιλί της ζωής” στον Ερντογάν, που μετά τους οδυνηρούς σεισμούς στην Ανατολική Τουρκία και τη σοβαρότατη οικονομική κρίση, που αντιμετώπιζε τότε η Τουρκία, είχε την απόλυτη ανάγκη της βελτίωσης των σχέσεών του με τον δυτικό κόσμο. Αυτό το διέπραξε, αντί να εκμεταλλευτεί την τότε θετική για την Ελλάδα διεθνή συγκυρία και να επιτύχει συντριπτικά πλήγματα κατά της τουρκικής επιθετικότητας.
Το φοβικό κατεστημένο της Ελλάδας και η κυβέρνηση της ΝΔ εξέλαβε ασθμαίνως ως δήθεν ειλικρινή στροφή την αναγκαστική τότε “υποχώρηση” της Τουρκίας και την προσποιητή αλλαγή παραδείγματος (μέχρι τότε ήταν καθημερινές οι σκληρές λεκτικές, εθνικιστικές επιθέσεις κατά της χώρας μας) και όλα αυτά “βαπτίστηκαν” αφελώς ως παράθυρο ευκαιρίας για τη λύση των διαχρονικών Ελληνοτουρκικών διαφορών.
Επρόκειτο φυσικά για μία ακόμα φενάκη των πολιτικών και άλλων παραγόντων του ελληνικού κατευναστικού κατεστημένου, που λειτουργούν χωρίς την αίσθηση των μακροπρόθεσμων στρατηγικών συμφερόντων της χώρας, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν το διαρκές διευρυνόμενο αρνητικό ισοζύγιο των δύο χωρών με βάση την οικονομία, το δημογραφικό κλπ.
Τελικά, η “σαθρή” Διακήρυξη των Αθηνών εφαρμόσθηκε μονομερώς μόνο από την Ελλάδα (!), η οποία απείχε από τα βήματα που έπρεπε ήδη να έχει κάνει. Συγκεκριμένα μετά τον καθορισμό της μερικής ΑΟΖ με την Αίγυπτο και παρά τις τότε δηλώσεις Δένδια, υπαναχώρησε από την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 μίλια τουλάχιστον νοτίως της Κρήτης, καθώς και να πραγματοποιήσει όλες τις τεχνικές, προπαρασκευαστικές ενέργειες, έτσι ώστε να είναι σε θέση να υλοποιήσει αυτό το αναφαίρετο, μονομερές δικαίωμά της και στις υπόλοιπες περιοχές του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, ανακηρύσσοντας μονομερώς την ΑΟΖ και καθορίζοντας ΑΟΖ με την Κυπριακή Δημοκρατία.
Αντιθέτως, σε όλο αυτό το διάστημα η Τουρκία έχοντας ως καλύτερο “σύμμαχό” της την Ελλάδα εμφανίζονταν ως χώρα, που λύνει την ένταση με τους γείτονές της και κυρίως με την Ελλάδα, η οποία είχε έναν έντονο συμβολισμό τότε, τόσο στην αμερικανική πολιτική ηγεσία (κυβέρνηση Μπάιντεν-Κογκρέσο), όσο και στο εσωτερικό της ΕΕ. Για πρώτη φορά είχαν δημιουργηθεί οι συνθήκες για σοβαρή ρήξη των σχέσεών της ΕΕ με την Τουρκία.
Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την άμβλυνση των σοβαρών διαφορών Τουρκίας-Δύσης με συνέπεια την δυνατότητα αυτής να μπορεί να αγοράσει Eurofighter, οπλισμό από τη Γερμανία, η οποία είχε προβεί τότε σε μερική αναστολή, πλην των υποβρυχίων, F-16 από τις ΗΠΑ και να συζητά σήμερα την επαναφορά της στο πρόγραμμα των F-35, παρά την σταθερή θέση της για παραμονή των S-400.
Απαίτηση για αλλαγή πολιτικής
Η εξέλιξη αυτή των πραγμάτων έχει οδηγήσει τη χώρα μας, ειδικά σήμερα -εποχή υποχώρησης του διεθνούς δικαίου και ανάδειξης της ισχύος στις διεθνείς σχέσεις-, σε μία ιδιαίτερα αρνητική θέση έναντι της Τουρκίας. Αυτή εμφανίζεται να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή, συνεννούντος προς αυτό και της διοίκησης Τραμπ, εξού και οι επιθετικές δηλώσεις Ερντογάν μεταξύ άλλων, ότι και κανένα έργο στο Αιγαίο δεν θα γίνει χωρίς την έγκριση της Τουρκίας, εννοώντας πρωτίστως την ηλεκτρική σύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ.
Η δε σύνδεση έχει παραπεμφθεί στις καλένδες με ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία αφού υπαναχώρησε στις τουρκικές αξιώσεις έξω από την Κάσο, προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από τις αντικρουόμενες δηλώσεις της κυπριακής κυβέρνησης και των εκεί οικονομικών συμφερόντων και επέλεξε την μετάθεση της δικής της ευθύνης σε μία γαλλική πολυεθνική!
Χωρίς αμφιβολία η αποτυχία των κυβερνητικών επιλογών της ΝΔ στην εξωτερική πολιτική και ειδικότερα αυτή των “ήρεμων νερών” από το 2023 έως σήμερα, απαιτεί την αλλαγή της πολιτικής της Ελλάδος στα Ελληνοτουρκικά και τον επανακαθορισμό της θέσης της στον υπό διαμόρφωση πολυπολικό κόσμο. Αυτό προϋποθέτει την πολύπλευρη προσέγγιση και αξιοποίηση των αντιθέσεων μεταξύ των πόλων και της μη λειτουργίας μας ως πειθήνιου εταίρου, γιατί μπορεί να μετατραπεί στις σημερινές συνθήκες σε “χρήσιμο ηλίθιο” της ιστορίας.
Ουδείς είναι κατά του διαλόγου και των καλών σχέσεων γειτονίας, εάν αυτός πραγματοποιείται εντός των πλαισίων του διεθνούς δικαίου και κυρίως όταν υπάρχει ειλικρινής διάθεση για εξεύρεση λύσεων και όχι για ικανοποίηση βραχυπρόθεσμων συμφερόντων του ενός, όπως εν προκειμένω της Τουρκίας, που μάλιστα οδηγούν ανεπαισθήτως σε ιδιότυπη “φινλανδοποίηση” της Ελλάδος και της Κύπρου μακροπρόθεσμα. Υφίσταται, συνεπώς, ανάγκη για χάραξη εθνικής στρατηγικής που θα λαμβάνει υπόψιν την δομική τουρκική απειλή, αλλά και τη θέση της Ελλάδας στον διεθνή περίγυρο, στις έντονες ρευστές, σημερινές, γεωπολιτικές συνθήκες.
Το Αιγαίο, μια μεγάλη αποτρεπτική “ομπρέλα”
Συνδυαστικά, απαιτείται η ενεργή και πολύπλευρη εξωτερική πολιτική προκειμένου να αξιοποιηθούν τα εσωτερικά προβλήματα και οι αντιφάσεις της γείτονος χώρας, σε συνδυασμό με τις οξύτατες γεωπολιτικές συγκρούσεις των μεγάλων πλανητικών πόλων στην ευρύτερη περιοχή της Λεκάνης της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, καθώς και η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων σε ανθρώπινο υλικό και “έξυπνα όπλα” χαμηλού κόστους.
Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει την αρχιπελαγική δομή του Αιγαίου με την ενίσχυση των ελληνικών νησιών με σύγχρονα πυραυλικά συστήματα αντιπρόσβασης, έτσι ώστε να μετατραπεί το Αιγαίο σε μια μεγάλη αποτρεπτική “ομπρέλα” απέναντι στους διακηρυγμένους στόχους των μιλιταριστών της Άγκυρας. Αυτό ακριβώς επιδιώκει να υπονομεύσει η Τουρκία θέτοντας ως πρώτο στόχο της την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, σύμφωνα και με τις τελευταίες επιθετικές δηλώσεις Ερντογάν.
Επιπροσθέτως, κρίσιμο παράγοντα αποτελεί η ενδογενής παραγωγική ανασυγκρότηση της Ελλάδας και η ισχυρή αναγέννηση της αμυντικής βιομηχανίας, με πλήγματα κατά του έντονου παρασιτισμού της οικονομικής ολιγαρχίας. Η χώρα δε μπορεί να συνεχίζει αμέριμνα την πορεία της χωρίς παραγωγική βάση και με κυρίαρχο στοιχείο τον παρασιτικό καταναλωτισμό και τη σταθερή γιγάντωση του “αδηφάγου” πελατειακού κράτους. Χωρίς ριζική αλλαγή – ανατροπή αυτού του χρεοκοπημένου νεοελληνικού οικονομικού – πολιτικού “παρασιτισμού”, οι κίνδυνοι που την περιμένουν είναι πολύ μεγάλοι.
Τέλος, βασικός πυλώνας μιας τέτοιας εθνικής στρατηγικής αποτελεί η ενίσχυση του πατριωτισμού και του φρονήματος του λαού, που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από το κυρίαρχο σημερινό “σύστημα παρακμής”, που επιχειρεί την σταδιακή επιβολή ενός ιδιότυπου “νεοραγιαδισμού”.





