100 χρόνια-Μια ιστορία και ένα σχόλιο για τον Ανδρέα Παπανδρέου

Βασίλης Ασημακόπουλος
1222
100 χρόνια-Μια ιστορία και ένα σχόλιο για τον Ανδρέα Παπανδρέου, Βασίλης Ασημακόπουλος

Η αποτίμηση της διαδρομής κεντρικών πολιτικών προσώπων, όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου, συνισταμένη ιστορικών και κοινωνικών δυναμικών της εποχής που δρούν, είναι μια κατάσταση διαρκής. Δεν λαμβάνει χώρα μόνο σε επετειακές ημερομηνίες, οι οποίες στην πραγματικότητα αποτελούν μια απλή αφορμή για ένα θέμα που διαρκώς επανέρχεται, επειδή ακριβώς οι συνθήκες το καθιστούν επίκαιρο. Πρόκειται για ένα δυναμικό πεδίο ιδεολογικο-πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ούτε ο μεμονωμένος ερευνητής είναι απαλλαγμένος από θεωρητικές προσλαμβάνουσες ή προϊδεασμούς, πολλώ δε μάλλον οι πολιτικοί σχηματισμοί ή οι οργανικοί διανοούμενοί τους που κινούνται στο πλαίσιο του κομματικού ανταγωνισμού, ο οποίος καθορίζει ιεραρχήσεις, προτεραιότητες, σκοπιμότητες, οπτικές. Γι’ αυτό στις κατά καιρούς αποτιμήσεις, παρατηρούνται τάσεις εξιδανίκευσης, πολεμικής, σφετερισμού, εκλεκτικισμού.

Για τους λόγους αυτούς –και αρκετούς άλλους- έχουν γραφτεί ήδη πολλά για τον Ανδρέα Παπανδρέου, σε διαφορετικά επίπεδα και είδη λόγου, προφανώς αντιθετικά μεταξύ τους και θα γραφτούν ακόμα περισσότερα στο μέλλον. Η συζήτηση ανοίγει και δεν κλείνει, καθώς οι ερμηνείες των ιστορικών διαδικασιών αφορούν το σήμερα και το αύριο. Στο περιορισμένο, εκ των πραγμάτων, πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου, θα παραθέσουμε μια σύντομη ιστορία με αφορμή και την επικαιρότητα λόγω του Μακεδονικού, προχωρώντας στο τέλος σε ένα σχόλιο, με αναφορά στην ύστερη πολιτική περίοδο του Ανδρέα Παπανδρέου.

Μία σύντομη ιστορία

Όπως είναι γνωστό, η ελληνική Δημοκρατία επέβαλε εμπάργκο στη γειτονική της χώρα, στις 16 Φεβρουαρίου 1994. Εκείνο που δεν είναι τόσο γνωστό, έχει να κάνει με τα νομικά ζητήματα και τις πολιτικές προεκτάσεις τους, λόγω της συγκεκριμένης κυβερνητικής επιλογής, η οποία σημειωτέον τελικά αποδείχθηκε τελεσφόρα, καθώς οδήγησε την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας στις 13 Σεπτεμβρίου 1995. Το γειτονικό κράτος είναι περίκλειστο και η Ελλάδα είχε την υποχρέωση από το Διεθνές Δίκαιο να διατηρήσει λιμάνι ανοιχτό.

Επιπλέον, πιθανολογήθηκε ότι θα εγείρονταν ζητήματα που αφορούσαν την απρόσκοπτη κυκλοφορία προϊόντων στο πλαίσιο κοινοτικών δεσμεύσεων για τους όρους διεξαγωγής διαμετακομιστικού εμπορίου εντός ΕΕ, από εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνταν σε εξαγωγές προϊόντων που εισάγονταν από το γειτονικό κράτος, μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Κάτι που πράγματι συνέβη. Αρμόδιοι υπηρεσιακοί παράγοντες είχαν τη θέση ότι ακριβώς λόγω των συγκεκριμένων δεσμεύσεων της χώρας, έπρεπε να αφεθεί ανοιχτό το λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Ως αποτέλεσμα αυτών, η επιβολή εμπάργκο με διατήρηση ανοιχτού του λιμένα της Θεσσαλονίκης θα υπονόμευε ή και θα ακύρωνε τη συγκεκριμένη κυβερνητική επιλογή. Το θέμα έφτασε στον τότε πρωθυπουργό. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, ο Ανδρέας Παπανδρέου αμέσως μόλις του ετέθη το ζήτημα, διατύπωσε το ερώτημα αν υπήρχε δέσμευση για το ποιο λιμάνι έπρεπε να παραμείνει ανοιχτό. Του απάντησαν ότι η νομική υποχρέωση ήταν το λιμάνι να βρίσκεται στον ηπειρωτικό κορμό της χώρας. Τότε ο Αντρέας Παπανδρέου έδωσε εντολή να παραμείνει ανοιχτό για το γειτονικό κράτος το λιμάνι της Καλαμάτας.

Μια γαλλική μεταφορική εταιρεία διαμαρτυρήθηκε, κινητοποιώντας ουσιαστικά την τότε γαλλική κυβέρνηση και η Κομισιόν προσέφυγε κατά της ελληνικής Δημοκρατίας για παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας και ιδίως των όρων διεξαγωγής του διαμετακομιστικού εμπορίου, καθώς αυξανόταν υπέρμετρα το μεταφορικό κόστος. Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαίωσε τότε την ελληνική Δημοκρατία (C-120/94). Έτσι πιθανόν να εξηγείται η επιμονή ιδίως του τότε προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας, Ζακ Σιράκ, για άρση του εμπάργκο έναν χρόνο μετά την απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως προκύπτει από τη σχετική επισήμανση του Ανδρέα Παπανδρέου στη συνέντευξη τύπου, μετά το πέρας της Συνόδου Κορυφής στις Κάννες, τον Ιούνιο του 1995.

Και ένα σχόλιο

Ο Αντρέας Παπανδρέου ακόμα και κατά την περίοδο 1991-1995 παρέμεινε φορέας στοιχείων μιας εγχώριας-αυτόχθονης στρατηγικής, έστω σε υποχώρηση και εντός των πλαισίων του κυρίαρχου συστήματος του διεθνοποιημένου καπιταλισμού. Κατάφερε να συμπυκνώσει τη δοσμένη διεθνοπολιτική εξέλιξη του μεταδιπολικού κόσμου αλλά και συμπεράσματα της κυβερνητικής εμπειρίας της δεκαετίας του ’80, όπως αποτυπώνεται στη ρητά εκπεφρασμένη γραμμή της μη ρήξης αλλά παράλληλα και της σαφώς δηλωμένης επιφυλακτικότητάς του για την αντιδημοκρατική και αντικοινωνική εξέλιξη της ΕΕ.

Η χαρακτηριζόμενη ως αμφιθυμία του αυτή θα συγκεντρώνει μια βασική πολιτική κριτική της εσωκομματικής αντιπολίτευσης. Ταυτόχρονα, παρέμεινε στη γραμμή αντίστασης των λαών απέναντι στον νεοφιλελεύθερο χωροχρόνο ως μορφής ιμπεριαλιστικού ελέγχου της μνήμης, αλλά και της προοπτικής των κυριαρχούμενων εθνών, όπως αποτυπώνεται για τον ελληνικό λαό μέσα από ένα συνδυασμό δυναμικών πολιτικών αλλά και επιτυχούς διαπραγμάτευσης για το Μακεδονικό, επιστροφή στη γραμμή της συμπαράταξης για το Κυπριακό με τον έντονο συμβολισμό του Δόγματος Ενιαίου Αμυντικού Χώρου του Ελλάδας-Κύπρου, μέσα από τις πρωτοβουλίες της αναγνώρισης της 19ης Μαίου ως ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου (ν. 2193/1994), αλλά και της διεκδίκησης των γερμανικών επανορθώσεων με τη ρηματική διακοίνωση της 14ης Νοεμβρίου 1995 στη γερμανική κυβέρνηση.

Με ψήφιση μέτρων αποκατάστασης και ενίσχυσης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας στον κοινωνικό ανταγωνισμό που είχαν πληγεί από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές της περιόδου 1990-1993. Προχώρησε σε μια από τις σημαντικότερες τομές στη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και τις σχέσεις πολίτη-πολιτείας (ΑΣΕΠ, ν. 2190/94) και σε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις υπέρ των δικαιωμάτων στον τομέα της Δικαιοσύνης (ν. 2172/93), με βασικούς υπουργούς-συνεργάτες στους δύο αυτούς τομείς πρόσωπα όπως ο Αναστάσης Πεπονής και ο Γιώργος Κουβελάκης αντίστοιχα.

Δεν ήταν η κεντρική γραμμή του ΠΑΣΟΚ

Καθοδήγησε την επιτυχή διαχείριση της κρίσης δημοσίου χρέους, προβαίνοντας στη δραματική προειδοποίηση για τη σχέση δημοσίου χρέους και έθνους στο υπουργικό συμβούλιο στις 2 Δεκεμβρίου 1993. Ταυτόχρονα, προχώρησε αποφασιστικά στην κερδοφόρα μάχη της δραχμής απέναντι στις κερδοσκοπικές επιθέσεις που εκδηλώθηκαν με την άρση των περιορισμών στη βραχυχρόνια κίνηση κεφαλαίων τον Μάιο 1994.

Επίσης, φρόντισε για τη διακοπή των ποινικών διώξεων των πολιτικών αντιπάλων την 1η Ιανουαρίου 1995 αλλά και υιοθέτησε πολιτικές σύνθεσης παραδοσιακών και νεωτερικών στοιχείων πολιτισμικής κουλτούρας, όπως διακριτά αποτυπώθηκε από την εμβληματική παρουσία της Μελίνας Μερκούρη και του Θάνου Μικρούτσικου στο υπουργείο Πολιτισμού.

Ήταν μια γραμμή που συνάρθρωνε εθνικές–κοινωνικές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες μέσα σε ένα ευρύτερο σχήμα που καθοριζόταν από την κυρίαρχη τάση ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και των δοσμένων διεθνοπολιτικών συνθηκών. Μια ανολοκλήρωτη προσπάθεια ενεργητικής συμμετοχής στις διαδικασίες και τους θεσμούς καπιταλιστικών ολοκληρώσεων και περιφερειακών ενοποιήσεων. Ένα εγχείρημα που ηττήθηκε.

Δεν ήταν η κεντρική γραμμή του ΠΑΣΟΚ. Μπορεί να επιβίωνε σε ορισμένα μαχόμενα τμήματά του και ιδίως στη σχετική αυτονομία του Ανδρέα Παπανδρέου, στην κεντρική της όμως διάσταση είχε ήδη ηττηθεί στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ από τη δεκαετία του ’80, λόγω της κρατικοποίησής του. Δηλαδή, μετατράπηκε από ένα σχετικά αυτόνομο εθνικο-λαϊκό κίνημα αντιιμπεριαλιστικής-αυτοδιαχειριστικής προοπτικής, σε κρατικό κόμμα φορέα σχέσεων εσωτερίκευσης, νομιμοποίησης και αναπαραγωγής των ιμπεριαλιστικών δομών και σχέσεων εξάρτησης, αρθρωμένων στο εγχώριο μπλοκ εξουσίας.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται ότι είχε πλήρη συνείδηση αυτής της πραγματικότητας. Όπως το είχε διατυπώσει ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης στο τρίτο (1994) και το τέταρτο (1996) συνέδριο, το ΠΑΣΟΚ ήταν ζήτημα ιστορικής προσόδου, προϊόν των αγώνων του ελληνικού λαού από τη δεκαετία του ’30 και μετά μορφοποιήθηκε σε πολιτικό κίνημα από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά καταναλώθηκε. Αυτό άλλωστε αποτυπώθηκε και στις δύο μερίδες της γραφειοκρατίας του κόμματος που συγκρούστηκαν στο τέταρτο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ για τη διαδοχή τον Ιούνιο 1996.

Έχει, ίσως, σημασία να επισημανθεί ότι και η συλλογική γραφειοκρατία του κόμματος, με όλες τις αδυναμίες της, την κρίσιμη στιγμή βρέθηκε χωρίς το σημείο ισορροπίας, όπως είχε ιστορικά διαμορφωθεί ως φορέας αστικοποίησης του κόμματος σε μια φάση μετάβασής του. Η φυσική απώλεια του Γιώργου Γεννηματά υπήρξε στο πλαίσιο των διαμορφωμένων σχέσεων σημαντική.

Μεταξύ υπεριμπεριαλισμού και εθνικο-λαϊκής κυριαρχίας

Συνοψίζοντας, ο Ανδρέας Παπανδρέου στην ύστερη φάση του έδρασε στην ιστορική περίοδο της κυρίαρχης αντίθεσης των ημερών μας, μεταξύ υπεριμπεριαλισμού και εθνικο-λαϊκής κυριαρχίας. Και πήρε σαφή θέση. Με τα θετικά και αρνητικά του, το πολιτικό-πολιτισμικό του αποτύπωμα δεν ήταν ενός πολιτικού που αδιαφορούσε για την άποψη της δημοκρατικής πλειοψηφίας. Δεν θεωρούσε το έθνος μια κατασκευή, μια ψευδή συνείδηση ή την εθνική-λαϊκή ενότητα μια απάτη.

Δεν είχε μια συνδικαλιστική αντίληψη για το κοινωνικό ζήτημα, δεν συμπεριφερόταν με ελιτισμό, δεν σκορπούσε θλίψη στο λαϊκό σώμα, δεν το περιφρονούσε, απεναντίας προσπαθούσε να το εξυψώσει. Δεν είχε δορυφορική σχέση με τον ξένο παράγοντα, δεν αναζητούσε τα χαμόγελα, τα χάδια και τον καλό λόγο από τους εκπροσώπους του. Αγωνιζόταν για μια ισότιμη πολιτικά σχέση της χώρας στις διεθνείς συμμαχίες. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ο εκλεκτός των ευρωατλαντικών μηχανισμών.

Υπήρξε εκφραστής της τάσης κοινωνικού εξισωτισμού, εκδημοκρατισμού και εθνικής ανεξαρτησίας στην ενότητά τους, παλιότερα του αγώνα να οργανωθεί η εκμετάλλευση των αξιών χρήσης από τους ίδιους τους ελεύθερους-ανεξάρτητους παραγωγούς σε μια κοινωνία αυτοδιαχείρισης σύμφωνα με έναν ορισμό του πολιτισμού ενός φίλου του Ανδρέα Παπανδρέου του Αιγύπτιου Σαμίρ Αμίν στο πολύ ενδιαφέρον κείμενό του «Εγκώμιο στον Σοσιαλισμό», σε έναν εθνικό κοινωνικό σχηματισμό κυρίαρχο-κυριαρχούμενο όπως ο ελληνικός, με διάσπαρτη μικροϊδιοκτητική κοινωνική δομή.

Δεν ήταν ιδεολογικός μεταπράτης του εκσυγχρονισμού, ούτε υποστηρικτής του άτεγκτου στρουκτουραλισμού και του θεωρητικού αντιανθρωπισμού. Δεν θεωρούσε την Ελλάδα ιμπεριαλιστική δύναμη, αλλά υφιστάμενη τον ιμπεριαλισμό. Η διεθνιστική-αντιιμπεριαλιστική του αλληλεγγύη στους αγωνιζόμενους λαούς ήταν συγκεκριμένη, έμπρακτη και δεν χαρακτηριζόταν από το δόγμα «όσο πιο μακριά, τόσο πιο καλά».

Διανοούμενος της πολιτικής πράξης

Υπήρξε ένας λαϊκιστής –με τη θετική έννοια του όρου- διανοούμενος της πολιτικής πράξης, μια νεοελληνική εκδοχή του ρωσικού ναροντνικιστικού φαινομένου, της ενότητας εθνικού-κοινωνικού. Ένας νεομαρξιστής του θεωρητικού ρεύματος μητρόπολη-περιφέρεια κατά την πιο γόνιμη αναλυτικά περίοδό του, αφετηριακά μεγαλωμένος στην ατμόσφαιρα της αριστερής πτέρυγας του βενιζελισμού -με σύντομο πέρασμα από το τροτσκιστικό ρεύμα στα μαθητικά/φοιτητικά του χρόνια-, ενός από τα πλέον προοδευτικά-δημοκρατικά πολιτικά ρεύματα στην Ελλάδα του 20ου αιώνα.

Η τέχνη της πολιτικής αφήγησης στον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν συνάρθρωση του εθνικού-λαϊκού στοιχείου με τη γνωστή έννοια που δίνει στον όρο ο Λακλάου, σε μια σοσιαλιστική προοπτική γειωμένη στις ανάγκες και την ιστορική διαδρομή του λαού και του τόπου και όχι εναγώνια διαχείριση της πολιτικής επικοινωνίας. Το πολιτικό του σχέδιο στον χρόνο που ήταν ο ίδιος ενεργός ηττήθηκε ως προς τους στόχους που έθεσε, αλλά και ως εξέλιξη του κομματικού σχηματισμού που ίδρυσε και καθοδήγησε.

Με βασική ευθύνη και του ιδίου, καθώς όπως ανέφερε και ο σημαντικότερος ίσως Έλληνας πολιτικός του περασμένου αιώνα, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετά την τραγική επιλογή και αποτυχία του Κινήματος του 1935 αποχωρώντας από την Ελλάδα: «οι μεγάλοι μάστοροι κάνουν και μεγάλα λάθη».

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι παρούσες συνθήκες είναι περισσότερο ώριμες και διανοητικά πιο ελεύθερες για ένα αντίστοιχο πολιτικό σχέδιο –αν κρατούσαμε τα θετικά στοιχεία της κληρονομιάς- όπως του αφετηριακού ΠΑΣΟΚ, προσαρμοσμένο στο σήμερα και ανταγωνιστικό στη θεσμοποιημένη αποικιοποίηση της χώρας. Ας κλείσουμε με αυτήν την αισιόδοξη ματιά, εφόσον παραμένουμε στο έδαφος όχι μόνον της ερμηνείας, μα και της αλλαγής του κόσμου από τη μεριά των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων.

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.