Αλλαγή κυβέρνησης ή πολιτικού συστήματος; – Έννοιες και ψευδαισθήσεις
10/06/2026
Στην προεκλογική περίοδο που έχει ήδη ανοίξει, θα ακούμε διαρκώς έννοιες όπως “να αποφασίζουν οι πολίτες”, “ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης”, “κατάργηση του ακαταδίωκτου και του άρθρου 86”, “λογοδοσία”, “παραπομπή των πολιτικών στη Δικαιοσύνη”, “αλλαγή του πολιτικού συστήματος” και άλλα πολλά εύηχα συνθήματα που χαϊδεύουν ευχάριστα τα αυτιά και διεγείρουν το θυμικό της κοινωνίας.
Όμως, όπως έλεγε ο Αντισθένης, «αρχή μαθήσεως η των ονομάτων επίσκεψις». Δηλαδή, η αρχή της γνώσης βρίσκεται στην εξέταση των εννοιών που χρησιμοποιούμε. Διότι οι λέξεις δεν είναι ουδέτερες. Συχνά λειτουργούν ως πέπλο που καλύπτει την πραγματικότητα αντί να την αποκαλύπτει όταν δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενό τους και το νοηματικό τους φορτίο. Για παράδειγμα τι σημαίνει “πολιτικό σύστημα”; Σημαίνει τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις μέσα σε μια κοινωνία. Δεν αφορά απλώς ποιο κόμμα κυβερνά ούτε ποιο πρόσωπο κατέχει τον πρωθυπουργικό θώκο. Αφορά τη δομή της οργάνωσης μιας Πολιτείας, τη σχέση κοινωνίας και πολιτικής, το ποιος αποφασίζει και ποιος απλώς υπακούει.
Εάν θέσουμε το θεμελιώδες ερώτημα “ποιος είναι ο ρόλος της κοινωνίας στη λήψη των αποφάσεων στο σημερινό πολιτικό σύστημα;”, η απάντηση είναι αποκαλυπτική, η κοινωνία είναι πολιτικά απούσα. Η συμμετοχή του πολίτη εξαντλείται σχεδόν ολοκληρωτικά στην περιοδική εκλογή ενός κυβερνητικού προσωπικού κάθε τέσσερα χρόνια. Όμως η επιλογή κόμματος δεν ταυτίζεται με τη δημοκρατία. Η επιλογή δεν είναι συμμετοχή. Η ψήφος δεν έχει ισχύ στην λήψη των αποφάσεων. Ο πολίτης καλείται απλώς να επιλέξει ποιος θα αποφασίζει ερήμην του.
Στο ισχύον σύστημα, ο πρωθυπουργός συγκεντρώνει υπερεξουσίες που παραπέμπουν σε αιρετό μονάρχη παρά σε εντολοδόχο μιας κυρίαρχης κοινωνίας. Αυτός διορίζει και παύει υπουργούς. Αυτός επιβάλλει κομματική πειθαρχία. Αυτός διαγράφει βουλευτές. Αυτός ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό. Αυτός επιλέγει ουσιαστικά την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Αυτός καθορίζει την οικονομική πολιτική, τη στάση της χώρας στα εθνικά ζητήματα, τις διεθνείς συμμαχίες και τις στρατηγικές επιλογές.
Η Βουλή, αντί να λειτουργεί ως αυθεντικός εκφραστής της κοινωνίας, μετατρέπεται σε μηχανισμό επικύρωσης κυβερνητικών αποφάσεων. Οι βουλευτές δεν λογοδοτούν ουσιαστικά στην κοινωνία αλλά πρωτίστως στον αρχηγό του κόμματος που καθορίζει την πολιτική τους επιβίωση. Πώς λοιπόν αυτό το σύστημα αποκαλείται συλλήβδην “δημοκρατία”; Η δημοκρατία, ιστορικά και εννοιολογικά, προϋποθέτει ότι ο δήμος, δηλαδή η κοινωνία των πολιτών, κατέχει την πολιτική αρμοδιότητα. Ότι η κοινωνία αποφασίζει για τα κοινά. Όχι ότι απλώς νομιμοποιεί κάθε τέσσερα χρόνια εκείνους που θα αποφασίζουν αντ’ αυτής.
Μοναρχικό το πολιτικό σύστημα
Η σύγχυση αυτή δεν είναι τυχαία, το σημερινό δυτικό πολιτικό σύστημα δεν είναι δημοκρατικό, αλλά μοναρχικό. Η κοινωνία αναγνωρίζεται ως ιδιώτης, όχι ως πολιτικό σώμα. Το κράτος συγκροτείται ως ιδιοκτησία του πολιτικού προσωπικού και των μηχανισμών εξουσίας, ενώ ο πολίτης παραμένει θεατής των εξελίξεων. Η λεγόμενη “λαϊκή κυριαρχία” εκφυλίζεται στην ανά τετραετία παροχή νομιμοποίησης. Από εκεί και πέρα, η κοινωνία τίθεται στο περιθώριο. Δεν διαθέτει θεσμούς ελέγχου της εξουσίας. Δεν μπορεί να ανακαλέσει αποφάσεις. Δεν μπορεί να επιβάλει πολιτική βούληση. Δεν συνδιαμορφώνει ουσιαστικά τη νομοθεσία. Δεν ελέγχει την εκτελεστική εξουσία.
Έτσι, η κοινωνία μετατρέπεται σε αντικείμενο πολιτικής και όχι σε υποκείμενο της πολιτικής. Το επιχείρημα ότι οι κυβερνώντες “διαβουλεύονται” με φορείς, κοινωνικές ομάδες ή ειδικούς δεν αλλάζει τη φύση του συστήματος. Ο μονάρχης πάντοτε συμβουλευόταν αυλικούς, επιτελεία και παράγοντες ισχύος. Η διαβούλευση δεν συνιστά δημοκρατία όταν η τελική απόφαση ανήκει σε έναν. Στην πραγματικότητα, το πολιτικό σύστημα λειτουργεί ως εκλόγιμη μοναρχία. Η κοινωνία δεν κυβερνά, κυβερνάται.
Γι’ αυτό και οι περισσότεροι που καταγγέλλουν το σύστημα ως διεφθαρμένο, σάπιο ή παρακμιακό συνήθως δεν αμφισβητούν το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Αμφισβητούν απλώς τα πρόσωπα που το διαχειρίζονται. Όταν μιλούν για αλλαγή, στην πραγματικότητα εννοούν αλλαγή κυβέρνησης. Πιστεύουν ότι αν οι ίδιοι ή οι πολιτικοί που προτιμούν βρεθούν στην εξουσία, τότε το σύστημα θα λειτουργήσει σωστά. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ηθική ποιότητα των προσώπων. Είναι κυρίως η ίδια η αρχιτεκτονική της πολιτειακής δομής.
Ένα σύστημα που συγκεντρώνει την πολιτική αρμοδιότητα σε έναν, αναπόφευκτα οδηγείται στη διαπλοκή, στην εξάρτηση και στη χειραγώγηση. Διότι όπου η κοινωνία απουσιάζει, εκεί αναλαμβάνουν δράση τα οργανωμένα συμφέροντα. Η οικονομική ολιγαρχία, τα μιντιακά κέντρα, οι υπερεθνικοί μηχανισμοί και τα δίκτυα ισχύος αποκτούν τεράστια επιρροή ακριβώς επειδή οι αποφάσεις συγκεντρώνονται σε έναν. Είναι πολύ ευκολότερο να επηρεάσεις δέκα ανθρώπους παρά μια οργανωμένη και πολιτικά ενεργή κοινωνία.
Γι’ αυτό και το πρόβλημα δεν λύνεται με ηθικολογίες περί έντιμων πολιτικών. Το ίδιο το σύστημα παράγει εξαρτήσεις. Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Όλοι θυμόμαστε τις βαρύγδουπες διακηρύξεις περί “κατάργησης των μνημονίων με ένα άρθρο”, το σύνθημα “Merkel go home”, την “ελπίδα που έρχεται”, τις υποσχέσεις περί λογοδοσίας και παραπομπής όσων ευθύνονταν για τη χρεοκοπία της χώρας. Κι όμως, παρά το δημοψήφισμα του 2015, όπου το 61% του ελληνικού λαού απέρριψε τα μνημόνια, η κυβέρνηση Τσίπρα υπέγραψε τελικά νέο μνημόνιο, πραγματοποιώντας πλήρη αντιστροφή της προεκλογικής της ρητορικής.
Το κρίσιμο ερώτημα
Γιατί συνέβη αυτό; Διότι το πολιτικό προσωπικό, όταν εισέρχεται στους μηχανισμούς του υπάρχοντος συστήματος, ενσωματώνεται αναγκαστικά στις δομές και στις εξαρτήσεις του. Μεταξύ άλλων, το κράτος, οι διεθνείς δεσμεύσεις, οι οικονομικοί συσχετισμοί, οι υπερεθνικοί οργανισμοί, τα χρηματοπιστωτικά κέντρα και οι εσωτερικοί μηχανισμοί ισχύος λειτουργούν ως πλέγμα περιορισμού κάθε κυβερνητικής βούλησης. Έτσι, ακόμη και πολιτικές δυνάμεις που ξεκινούν με διαφορετικές προθέσεις καταλήγουν να εφαρμόζουν παρόμοιες πολιτικές. Όχι απαραίτητα επειδή όλοι είναι ίδιοι ως πρόσωπα, αλλά επειδή λειτουργούν μέσα στο ίδιο θεσμικό πολιτειακό πλαίσιο.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι “ποιος θα κυβερνήσει”, αλλά “ποιος θα κατέχει την πολιτική αρμοδιότητα”. Θα συνεχίσει η κοινωνία να είναι απλός ψηφοφόρος και φορολογούμενος ή θα μεταβληθεί σε πραγματικό πολιτικό υποκείμενο; Διότι, δημοκρατία δεν σημαίνει απλώς το δικαίωμα επιλογής κυβερνώντων. Δημοκρατία σημαίνει η κοινωνία να κατέχει την πολιτική αρμοδιότητα να αποφασίζει, να ελέγχει, να εγκρίνει, να απορρίπτει, να ανακαλεί και να συμμετέχει ουσιαστικά στη διακυβέρνηση. Όσο αυτό δεν συμβαίνει, η επίκληση της δημοκρατίας θα λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικός μύθος παρά ως πραγματικότητα.
Το μείζον πολιτικό ερώτημα της εποχής μας δεν είναι ποιο κόμμα θα κυβερνήσει, αλλά αν η κοινωνία θα πάψει κάποτε να είναι υπήκοος και θα καταστεί πραγματικά κυρίαρχος παράγοντας του πολιτικού συστήματος, συμμετέχοντας σε θεσμούς λογοδοσίας των πολιτικών για τα πεπραγμένα τους και δυνατότητα παραπομπής τους στη Δικαιοσύνη για τις συνέπειες των πράξεων τους. Μια δικαιοσύνη που μετέχουν στην λήψη των αποφάσεων εκπρόσωποι της κοινωνίας. Δηλαδή, τη μετάβαση από το σημερινό σύστημα της εκλόγιμης μοναρχίας σε ένα σύστημα προσομοίωσης της αντιπροσώπευσης, με τελικό ορίζοντα τη δημοκρατία.
Ο Κωνσταντίνος Δούνας είναι οικονομολόγος, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ΠΑΝΣΥΦΑ.





