ΘΕΜΑ

Από το βιβλικό έθνος στο νεωτερικό κράτος – Η ανεπάρκεια της δυτικής ιστοριογραφίας για το 1821

Από το βιβλικό έθνος στο νεωτερικό κράτος – Η ανεπάρκεια της δυτικής ιστοριογραφίας για το 1821, Ιωάννης Δ. Παππάς
ΑΠΕ-ΜΠΕ /ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΒΑΣΙΛΗΣ ΨΩΜΑΣ

Κατά τη δίκη ενώπιον του Πιλάτου, όπως αναγιγνώσκεται στην Ακολουθία των Αγίων Παθών τη Μεγάλη Πέμπτη (4ο κατά σειρά Ευαγγέλιο), ο Ρωμαίος τοποτηρητής απευθύνεται στον Ιησού λέγοντας: «τὸ ἔθνος τὸ σὸν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς παρέδωκάν σε ἐμοί· τί ἐποίησας;» (Ιωάν. 18.35). Η ρητή αυτή αναφορά σε διακριτό ιουδαϊκό έθνος, καθώς και οι πολυάριθμες αντίστοιχες βιβλικές αναφορές σε άλλα έθνη, αποτελούν οργανικό μέρος της κοινής βιωματικής γνώσης των Ορθοδόξων πιστών.

Το γεγονός αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα όψιμα αφηγήματα πολλών δυτικόκεντρων ιστοριογράφων, οι οποίοι διατείνονται πως οι υπόδουλοι Έλληνες (δήθεν) πρωτοσυνάντησαν την έννοια του “έθνους” μέσω του Διαφωτισμού από τα μέσα του 18ου αιώνα—ισχυριζόμενοι, ουσιαστικά, πως η λέξη έθνος παρέμενε (δήθεν) άγνωστη στους ραγιάδες για δεκαοκτώ αιώνες μετά την εποχή του Πιλάτου.

Η ιστορική αφήγηση που θέλει τον ελληνικό λαό να ανακαλύπτει την έννοια του «έθνους» ως εισαγόμενο προϊόν του Διαφωτισμού πάσχει από μια βασική παρανόηση. Η λέξη «έθνος» δεν ήταν άγνωστη στους ραγιάδες· ήταν ζωντανή και ριζωμένη στο βίωμα του ραγιά, ηχώντας αδιάλειπτα στις εκκλησιές καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Για τον υπόδουλο Έλληνα, η θρησκευτική ζωή αποτελούσε το βασικό πλαίσιο συλλογικής αναφοράς. Η Καινή Διαθήκη, που ακουγόταν κάθε εβδομάδα από τον άμβωνα, περιλαμβάνει 164 εμφανίσεις της λέξης «έθνος», εκ των οποίων σε 27 περιπτώσεις η λέξη έθνος έχει την έννοια της φυλετικής-πολιτισμικής οντότητας. Στη δε Παλαιά Διαθήκη, αυτή η λέξη απαντάται πολλές εκατοντάδες φορές.*

Στο πρωτότυπο κείμενο, σε αυτές τις 27 περιπτώσεις, το «ἔθνος» λειτουργεί κυρίως ως δείκτης πολιτισμικής και γλωσσικής διάκρισης και όχι ως φορέας συγκροτημένης εθνικής ιδεολογίας. Αντίθετα, ο όρος «λαός» δηλώνει το Ισραήλ ως εκλεκτή κοινότητα με θεολογικό βάρος. Η συλλογική ταυτότητα είναι παρούσα, αλλά δεν συγκροτείται με πολιτικούς ή εθνοκρατικούς όρους.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο ελληνόφωνος πληθυσμός δεν διέθετε κράτος αλλά διέθετε Εκκλησία. Η λειτουργική ζωή αποτέλεσε τον βασικό χώρο συλλογικής εμπειρίας, όπου οι βιβλικοί όροι ακούγονταν σταθερά, ενταγμένοι όμως σε ένα κυρίως θρησκευτικό σύστημα σημασιών. Οι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν ως «Ῥωμιοί», μέλη μιας κοινότητας που οριζόταν από την πίστη και την ιστορική συνέχεια της Βυζαντινής παράδοσης, όχι από πολιτική κυριαρχία.

Η έννοια επί Διαφωτισμού

Υπό αυτό το αναλυτικό πρίσμα, η ιδέα ότι το «έθνος» είναι αποκλειστικά προϊόν του Διαφωτισμού, που ως λέξη και έννοια «μετεκκενώθηκε» στην υπόδουλη Ελλάδα, είναι απλουστευτική· εξίσου προβληματική είναι και η άποψη ότι προϋπήρχε πλήρως ανεπτυγμένη εθνική συνείδηση. Η πραγματικότητα είναι μια σύνθετη μετάβαση από το βιβλικό «ἔθνος» στο νεωτερικό εθνικό κράτος (έθνος-κράτος).

Η τομή πραγματοποιείται στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Υπό την επίδραση των νέων ιδεών και των πολιτικών ανακατατάξεων, το έθνος μετασχηματίζεται: από πολιτισμική, ιστορική και θρησκευτική κοινότητα (Βίβλος) γίνεται φορέας πολιτικής νομιμοποίησης (Διαφωτισμός). Η αρχή της εθνικής αυτοδιάθεσης καθιερώνεται ως κεντρική ιδέα, ήτοι το αναφαίρετο δικαίωμα κάθε έθνους να συγκροτήσει νομίμως το δικό του κράτος.

Από τους Ρωμιούς ραγιάδες στο “εμπόλεμο έθνος”

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο, η μετάβαση από τον «Ῥωμιό» στον «Έλληνα», από τον ραγιά στον πολίτη, συνιστά μια βαθιά αναδιάταξη ταυτότητας. Το παρελθόν επανερμηνεύεται, η αρχαιότητα προβάλλεται ως πρότυπο και η λέξη «έθνος» αποκτά σαφές πολιτικό περιεχόμενο, όπως κατεγράφη και διεκηρύχθη από την α΄ Εθνοσυνέλευση.

Επί πλέον όμως, στην ειδική περίπτωση των Ελλήνων, η λέξη «έθνος» προσακτά πρωταρχικώς και κυρίως υπαρξιακό περιεχόμενο: Το μέγα διακύβευμα για τους εμπόλεμους Έλληνες είναι όχι κάποια πολιτικά δικαιώματα αλλά η οριστική ανατροπή του καθεστώτος του ραγιά, δηλαδή της διαβίωσής του υπό διαρκή τρόμο, υπό τον μονίμως επικρεμάμενο κίνδυνο αδιάκριτης σφαγής—του ιδίου, της οικογένειάς του ή και ολόκληρου του Γένους—από την αυθαιρεσία οποιουδήποτε γενίτσαρου, αγά, πασά ή ακόμα και του Σουλτάνου.

Ειδικότερα, η νοηματοδότηση της ελευθερίας για τους εμπόλεμους ραγιάδες ήταν πρωταρχικά υπαρξιακή, όχι πολιτική: την εννοιολόγηση του προτάγματος «Ελευθερία ή Θάνατος» την διατύπωσε εγγράφως πρώτος ο Καποδίστριας, πριν την α΄ Εθνοσυνέλευση, στο φιλελληνικό και συνάμα ανθρωπιστικό τελεσίγραφο πολέμου της Ρωσίας κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το οποίο επεδόθη στην Πύλη την 6η Ιουλίου 1821.

Με αυτό το τελεσίγραφο, σε συνδυασμό με την αποδοχή όλων των (4) όρων του από την Πύλη τον Μάιο 1822, οι Έλληνες αναγνωρίσθηκαν, για πρώτη φορά σε επίπεδο διεθνούς δικαίου ως «έθνος», ως «εμπόλεμο έθνος»** και επί πλέον ως έθνος υπό γενοκτονιακό διωγμό. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το κείμενο του τελεσιγράφου, η Πύλη φέρεται ότι με την πολιτική αδιακρίτων σφαγών των ραγιάδων «νομιμοποιεῖ τὴν ἰδίαν ὑπεράσπισιν τῶν Ἑλλήνων πολεμούντων εἰς ἀποφυγὴν τῆς ἀφεύκτου ἀπωλείας των» (qu’elle légitime la défense des Grecs qui dès lors combattraient uniquement pour se soustraire à une perte inevitable).

Για τους Έλληνες, η λέξη «έθνος» αρχίζει να προσακτά από τα Ορλωφικά και την επακόλουθη Ρωσο-Οθωμανική συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774)—πριν τις επαναστάσεις στην Αμερική και τη Γαλλία—όλο και περισσότερο την έννοια της υπαρξιακής βάσης και του συλλογικού πλαισίου για την επιβίωση του γένους από τη διαχρονική απειλή ολοσχερούς αφανισμού, όπως τη διατύπωσε ο Κοραής το 1801 στο Σάλπισμα Πολεμιστήριο, όπου προειδοποιούσε το έθνος των Γραικών, ότι «ἕνας αἱμοβόρος Σουλτᾶνος» θα διέταζε στο ορατό μέλλον, «ὡς ἄλλος Hρώδης», τη «φονοκτονίαν ὅλων ὁμοῦ τῶν Γραικῶν».

Πριν από τον Κοραή, ο Ρήγας Φεραίος είχε προσδιορίσει στον “Θούριο” (1797) ότι το κύριο πρόταγμα των ραγιάδων έπρεπε να είναι η πάσει θυσία αποτίναξη της σκλαβιάς στην οποία διατελούσαν επί αιώνες: «Καλλίτερα μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή, παρὰ σαράντα χρόνους σκλαβία καὶ φυλακή». Πεμπτουσία εκείνης της σκλαβιάς ήταν ο ορατός κίνδυνος της αδιάκριτης σφαγής, που επί Τουρκοκρατίας επεκρέματο πάνω από τα «αναλώσιμα» κεφάλια των σκλάβων (ραγιάδων). Την αποτίναξη της σκλαβιάς τρόμου, ως πρωταρχικό κίνητρο των εμπολέμων ραγιάδων, υπονοεί και ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του, όπου υπαγορεύει στον Τερτσέτη ότι «οὔτε ὁ Σουλτάνος ἠθέλησε ποτέ νὰ θεωρήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς λαόν, ἀλλὰ ὡς σκλάβους».

Η οριστική απαλλαγή των ραγιάδων από το επί αιώνες σύνδρομο της σκλαβιάς τρόμου απετέλεσε το κύριο κίνητρο όχι μόνον για να πάρουν τα όπλα αλλά και για να υποστούν και να αντέξουν πρωτοφανείς στην νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία θυσίες, μέσα από τρομακτικούς κινδύνους, που «θα είχαν καταβάλει σύντομα κάθε άλλο λαό», όπως διεκήρυξε επίσημα ο Πρόεδρος Μονρόε ενώπιον του αμερικανικού Κογκρέσου την 2 Δεκεμβρίου 1823, στην εισαγωγή της εξαγγελίας τού “Δόγματος Μονρόε”.

Το έθνος-κράτος ως μέσον υπαρξιακής ασφάλειας

Προς αποτίναξη της σκλαβιάς τρόμου, η συγκρότηση ενός κοσμικού εθνικού κράτους δεν αποτελούσε ούτε ιδανικό ούτε αυτοσκοπό για τους εμπόλεμους ραγιάδες. Αποτελούσε όμως απαραίτητο μέσο, αναγκαία προϋπόθεση ενώπιον των Μεγάλων Δυνάμεων στην εποχή της μεταναπολεοντείου ισορροπίας, για να επιτύχουν τον πρωταρχικό και κύριο σκοπό τους: την ανατροπή τού τρομακτικού καθεστώτος του ραγιά.

Το ότι η μορφή του πολιτεύματος—μοναρχία ή δημοκρατία, κ.τ.λ.—και τα συναφή πολιτικά δικαιώματα είχαν δευτερεύουσα σημασία για τους εξεγερμένους ραγιάδες, καταδεικνύεται από τα έγγραφα της α΄ Εθνοσυνελεύσεως (Ιαν. 1822), όπου η ελληνική κυβέρνηση βαπτίσθηκε “Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος”, αφήνοντας ανοικτό και ασαφές το θέμα της τελικής μορφής του πολιτεύματος μετά τον εθνοαπελευθερωτικό και πρωταρχικώς ραγιαδοαπελευθερωτικό πόλεμο. Επίσης καταδεικνύνεται και από το προηγηθέν (τον Ιούλιο 1821) απόρρητο διάγγελμα του Καποδίστρια,*** αρχιτέκτονα της α΄ Εθνοσυνελεύσεως, προς την επαναστατική ηγεσία των ραγιάδων.

Διά της διαγγελματικής επιστολής του ο Καποδίστριας προέβη σε εθνικοποίηση της επαναστάσεως, καθοδηγώντας την ηγεσία των εξεγερμένων ραγιάδων να συνέλθει ταχύτατα σε εθνική συνέλευση και δι’ αυτής να συστήσει ένα πρωτόλειο εθνικό κράτος, ανεξαρτήτως μορφής πολιτεύματος, προκειμένου η ελληνική εξέγερση να διαφοροποιηθεί διακριτά από τις πολιτικές επαναστάσεις στην Ευρώπη ενώπιον των Μεγάλων Δυνάμεων· η «ἐθνική στολή», που ο Καποδίστριας καλούσε τους ραγιάδες να «φορέσουν», αποτελούσε προϋπόθεση, το μέσο, για να επιτύχουν τη διεθνή νομιμοποίηση (και επομένως μονιμοποίηση) της απόσχισης της επικρατείας του έθνους-κράτους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με τη συναίνεση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ειδικότερα, οι ηγεμόνες της Ευρώπης μπορούσαν να κατανοήσουν τη γλώσσα του πολέμου και της γεωπολιτικής ισορροπίας για σύγκρουση που «ἦτον ἔθνος μὲ ἄλλο ἔθνος» (σε διατύπωση Κολοκοτρώνη), δηλαδή στη γλώσσα που επικοινωνούσε ο Καποδίστριας προωθώντας την ελληνική υπόθεση στα διεθνή διπλωματικά υψίπεδα.

Απεναντίας όμως, οι ηγεμόνες αδυνατούσαν να αποδεχθούν οποιαδήποτε εξέγερση υπηκόων που είχε ως κίνητρο την απαλλαγή τους από την καταπίεση ή την καταδυνάστευση—ακόμα και όταν αυτή εμπεριείχε στον πυρήνα της τον τρόμο αδιακρίτων σφαγών—σε μια εποχή που η δουλεία και το διεθνές δουλεμπόριο διεξήγετο νομίμως ή με την ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων και η Ιερά Συμμαχία επεδίδετο στην καταστολή εξεγέρσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι μόνον.

Η επανάσταση των ραγιάδων θα ήταν δύσκολο να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή από τους ηγεμόνες εάν εμφανιζόταν ως εξέγερση σκλάβων ή υπηκόων (ή και τα δύο μαζί). H αποτίναξη του καθεστώτος του σκλαβωμένου ραγιά, όσον κι αν ήταν το πρωταρχικό του μέλημα, δεν συνιστούσε αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να αποδεχθούν οι ηγεμόνες το «ξήλωμα» μιας αυτοκρατορίας που αποτελούσε άτυπο αλλά λειτουργικό μέρος της ευρωπαϊκής ισορροπίας.

Προς υπερκέραση αυτού του περιορισμού, οι ραγιάδες, υπό την καθοδήγηση του Καποδίστρια, προσέφυγαν στην προτύπωση της Βίβλου περί «σκλαβωμένου έθνους» (όπως ήταν το ιουδαϊκό έθνος στην Αίγυπτο): αφού οι εξεγερμένοι σκλάβοι ταυτίζονταν πληθυσμιακά, γλωσσικά και πολιτισμικά με το ελληνικό έθνος, μπορούσαν να προβάλλονται διεθνώς ως εμπόλεμο έθνος, άσχετα με το εάν περιστασιακά (αρχικά) οι εξεγερμένοι ήσαν ένα υποσύνολο των ελληνόφωνων ραγιάδων στην Οθωμανική αυτοκρατορία.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται πλήρη ρήξη με την παράδοση. Αντίθετα, η επιτυχία του νεωτερικού αφηγήματος περί έθνους, ως φορέα υπαρξιακής επιβίωσης διά του έθνους-κράτους, οφείλεται εν μέρει στην ικανότητά του να «κουμπώσει» πάνω σε προϋπάρχουσες μορφές συλλογικής ταυτότητας. Οι άνθρωποι που άκουγαν για «ἔθνη» στις εκκλησιές μπορούσαν να προσδώσουν νέο νόημα στη λέξη, χωρίς να την αισθανθούν ξένη.

Η γλωσσική συνέχεια αλλά και η τρομακτική πραγματικότητα της ιδιότητας του ραγιά, διαβιούντος σε μεταίχμιο τρόμου μεταξύ ζωής και θανάτου, λειτούργησαν ως γέφυρα ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Δεν αποτελεί έκπληξη επομένως το ότι οι περισσότεροι Διδάσκαλοι του Γένους ήσαν ιερωμένοι, όπως ο Μεθόδιος Ανθρακίτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ, ο Άνθιμος Γαζής, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Βενιαμίν Λέσβιος, κ.ο.κ.

Η αμηχανία της ιστοριογραφίας για το 1821

Απεναντίας, η δυτική ιστοριογραφία τείνει να αντιμετωπίζει τις επαναστάσεις ως συγκρούσεις ιδεών (π.χ. λαϊκή κυριαρχία vs μοναρχία), ενώ για τον ραγιά που ζούσε υπό την Οθωμανική κυριαρχία, η επανάσταση ήταν μια σύγκρουση επιβίωσης.

Για έναν δυτικοκεντρικό αναλυτή, ο τρόμος της σφαγής θεωρείται «πρωτόγονο» ή «προ-πολιτικό» κίνητρο. Η δυτική σκέψη θέλει να πιστεύει ότι οι άνθρωποι θυσιάζονται για υψηλά ιδανικά (όπως η Liberté), και όχι απλώς για να μην τους σφάξουν. Σε αυτό το μεθοδολογικά στρεβλό δυτικοευρωπαϊκό αναλυτικό πλαίσιο, η ιστοριογραφία (ελληνική και ξένη) για το 1821 «μεταφράζει» την ανάγκη του ραγιά να σταματήσει να φοβάται για τη ζωή του, να απαλλαγεί οριστικά από τον «τρόμο της σφαγής», ως αίτημα για «πολιτικά δικαιώματα». Αυτή η επιστημονικά αυθαίρετη «μετάφραση» είναι μια μορφή διανοητικού ελιτισμού, εξ αιτίας του οποίου οι περισσότεροι ιστοριογράφοι του 1821 έχουν υποπέσει στο κλασικό σφάλμα της «δυτικής σχολής»: την ιδεολογική προβολή.

Επί 200 χρόνια, η δυτική σχολή αντιπαρέρχεται τον τρόμο της σφαγής και το φάσμα του συλλογικού αφανισμού ως το πρωταρχικό και κύριο κίνητρο των ραγιάδων, όχι μόνον για να πάρουν τα όπλα αλλά και για να υποστούν και να αντέξουν τρομακτικές θυσίες και καταστροφές. Κατά συνέπεια, η ιστοριογραφία για το 1821 έχει περιγράψει το πού και πότε των συμβάντων της Πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, αλλά έχει αποτύχει να προσδιορίσει πειστικά και εμπεριστατωμένα το πώς και το γιατί αυτού του φαινομένου, ήτοι το πώς οι εμπόλεμοι Έλληνες άντεξαν θυσίες που «θα μπορούσαν να είχαν καταβάλει σύντομα κάθε άλλο λαό», και γιατί «μόνο μία από τις επαναστάσεις τού 1820-22 [η Ελληνική] κατόρθωσε να αναπτυχθεί». Κατά συνέπεια, η ιστοριογραφία έχει αποτύχει να επεξηγήσει επαρκώς το πραγματικό αίτιο, τον βαθύτερο λόγο, του φαινομένου τής πρωτοφανούς ανθεκτικότητας (resilience) των εμπολέμων ραγιάδων.

Ο λόγος αυτής της ανεπάρκειας της δυτικόκεντρης ιστοριογραφίας, ελληνικής και ξένης, είναι μάλλον προφανής: αν αποδεχθεί ότι το κίνητρο των επαναστατών ήταν πρωτίστως και κυρίως υπαρξιακό και θρησκευτικό, τότε η Ελληνική Επανάσταση παύει να είναι «τέκνο» της Γαλλικής ή της Αμερικανικής και γίνεται κάτι ιδιότυπο, ανατολικό και οργανικό. Αυτό χαλάει το αφήγημα της παγκόσμιας εξαγωγής των ιδεών του Διαφωτισμού και της «μετεκκένωσής» τους στην Ελλάδα.

Απεναντίας, η έγκριτη ιστοριογραφία συνεχίζει να εστιάζει στη «διεθνή αναγνώριση» και στο «κράτος δικαίου», επειδή αυτά είναι τα εργαλεία της Δύσης. Η υπαρξιακή αγωνία του Ρήγα, του Καποδίστρια, του Κολοκοτρώνη ή του ανώνυμου ραγιά δεν χωράει σε νομικά πρωτόκολλα. Ο «δυτικός ιστορικός» προτιμά να συζητά για το πώς η Ελλάδα έγινε μέλος της διεθνούς κοινότητας, παρά για το πώς ο ραγιάς ένιωθε ότι το «Γένος» και ο ίδιος θα αφανιστεί αν δεν πολεμήσει. Η «έγκριτη» ιστοριογραφία αποφεύγει συστηματικά να αναλύσει το υπαρξιακό θέμα του 1821 γιατί δεν μπορεί να το απαντήσει χωρίς να παραδεχθεί ότι η Επανάσταση είχε μια βαθιά, εσωτερική ορμή που δεν χρωστούσε τίποτα στο Παρίσι ή στο Λονδίνο. Η παράλειψη αυτή είναι στην πραγματικότητα μια ομολογία αδυναμίας της δυτικής οπτικής να κατανοήσει το βάθος της ιδιότητας του ραγιά.

 


 

* Στην Παλαιά Διαθήκη, η λέξη «ἔθνος» (και οι τύποι της) εμφανίζεται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα απ’ ό,τι στην Καινή Διαθήκη. Στην ελληνική μετάφραση των Ο΄ (Μετάφραση των Εβδομήκοντα) απαντάται περίπου 1.000–1.100 φορές, περί τις 1.050 κατά μέσον όρο, αναλόγως εκδόσεως και συμπερίληψης των δευτεροκανονικών βιβλίων, ενώ στο εβραϊκό πρωτότυπο η κύρια αντίστοιχη λέξη (גּוֹי, goy) εμφανίζεται περίπου 550–600 φορές. Η διαφορά αυτή οφείλεται στο ότι η ελληνική μετάφραση χρησιμοποιεί το «ἔθνος» ευρύτερα, αποδίδοντας όχι μόνο το goy αλλά και συγγενείς έννοιες. Σημασιολογικά, το «ἔθνος» δηλώνει κυρίως λαούς ως εθνολογικές ή ιστορικές συλλογικότητες—συχνά τα «ἔθνη» σε αντιδιαστολή προς το Ισραήλ—χωρίς να φέρει τη νεωτερική πολιτική σημασία του έθνους-κράτους, αν και σε ορισμένα συμφραζόμενα μπορεί να χρησιμοποιείται και για το ίδιο το Ισραήλ (π.χ. «ἔθνος ἅγιον»).

** H ιστοριογραφία, ελληνική και ξένη, προσδιορίζει την εξαγγελία του Canning τον Μάρτιο του 1823 ως την (δήθεν) πρώτη διεθνή αναγνώριση των Ελλήνων ως «εμπόλεμο έθνος». Στην πραγματικότητα, η αλληλουχία Ρωσικό τελεσίγραφο (Ιούλιος 1821) → Αποδοχή από την Πύλη (Μάιος 1822) → Διάγγελμα Μονρόε (Δεκ. 1822) λειτούργησε ως ο καταλύτης που ανάγκασε τον Canning να κινηθεί. Η Αγγλία δεν «πρωτοτύπησε» από φιλελληνισμό, αλλά έσυρε τον χορό της αναγνώρισης του ήδη αναγνωρισθέντος από τη Ρωσία και εξαγγελθέντος από τις ΗΠΑ εμπολέμου έθνους των Ελλήνων για να μην βρεθεί εκτός νυμφώνος, βλέποντας τη Ρωσία να ελέγχει το νομικό πλαίσιο και τις ΗΠΑ να κερδίζουν τις εντυπώσεις.

*** Την διαγγελματική επιστολή του, με ημερομηνία 17 Ιουλίου 1821—μόλις 11 ημέρες μετά την επίδοση του Ρωσικού τελεσιγράφου στην Πύλη—ο Καποδίστριας την απέστειλε εμπιστευτικά στον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο στην Πίζα, ο οποίος τη διαβίβασε (επίσης εμπιστευτικά) στον Μαυροκορδάτο και δι’ αυτού σε περιορισμένο κύκλο της επαναστατικής ηγεσίας.

Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η αναδημοσίευση των 2-3 πρώτων παραγράφων με την προσθήκη ενεργού link για την ανάγνωση της συνέχειας στο SLpress.gr. Οι παραβάτες θα αντιμετωπίσουν νομικά μέτρα.

Ακολουθήστε το SLpress.gr στο Google News και μείνετε ενημερωμένοι

Kαταθέστε το σχολιό σας. Eνημερώνουμε ότι τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται.

0 ΣΧΟΛΙΑ
Παλιότερα
Νεότερα Με τις περισσότερες ψήφους
Σχόλια εντός κειμένου
Δες όλα τα σχόλια
0
Kαταθέστε το σχολιό σαςx