Η res Publica αντί για δημοκρατία αποδεικνύεται ολιγαρχία
28/04/2026
Με αφορμή την συμπλήρωση των 80 ετών από το θάνατο του Κέϊνς πληροφορηθήκαμε την ταυτότητα, “Τα Νέα” (Μιχάλης Μήτσου 21/4), των πρώτων φιλοσόφων που έβαλαν τις βάσεις του φιλελευθερισμού.
Τόμας Χομπς (1588-1679), Άγγλος: “Ανακάλυψε” ότι “η κοινωνία αρχίζει με το άτομο και όχι με την κοινότητα”. Αυθαίρετη άποψη χωρίς λογική αιτιολόγηση. Το άτομο, ακόμα και όταν προχωρούσε στα τέσσερα, συμβίωνε σε κοινότητα ομοειδών τετράποδων. Κάτι που αργότερα εξελίχθηκε στην γνωστή κομμούνα. Κάθε παιδί, όταν γεννιέται, βρίσκεται πάντοτε κάποιος ή κάποιοι δίπλα του. Συνήθως, στην κοινωνία της οικογένειας ή από αυτήν του νοσοκομείου σε αυτήν του ορφανοτροφείου. Κοινωνία του ενός δεν υπάρχει.
Επιπλέον, μας αιτιολόγησε ότι κάθε άτομο λειτουργεί, δήθεν λόγω της φύσης του, για πάρτη του! Αυτό διαψεύδεται από τη διαφορετική συμπεριφορά των πολιτών από χώρα σε χώρα. Παρ’ όλα αυτά, οι “βαθυστόχαστες” απόψεις του καθόρισαν την εξέλιξη της πορείας του πολιτικού συστήματος, που κατέληξε σε ολιγαρχικό, αυτό της res Publica, που λανσάρεται και ως δημοκρατία χωρίς να είναι.
Μοντεσκιέ (1689-1755), Γάλλος βαρόνος: Θεωρείται θεμελιωτής της δημοκρατίας μαϊμού στη μορφή της res Publica. Αυτός “ανακάλυψε” ότι “η εξουσία είναι επικίνδυνη και πρέπει να ελέγχεται”. Οι απόψεις του, μάλλον, δεν απέδωσαν και η εξουσία παραμένει, διαχρονικά, ανεξέλεγκτη.
Τζον Στιούαρτ Μιλ (1806-1873), Βρετανός: Διαπίστωσε “ότι η αλήθεια μπορεί να αναζητείται μέσα από την ανοιχτή συζήτηση και υπερασπίστηκε την ατομική ελευθερία, υποστηρίζοντας ότι το άτομο είναι ελεύθερο να πράττει ό,τι θέλει, εφόσον δεν βλάπτει τους άλλους”. Όμως, δεν πρότεινε κάποιο ελευθερόμετρο για να μετρά κανείς το όριο που δεν βλάπτει τους άλλους. Η προσφορά του ήταν μια μίμηση του θεσμού της εκκλησίας του δήμου, προσφοράς των Αθηναίων, που θεωρείτο και ως το μέσον για την άσκηση της άμεσης δημοκρατίας, μόνον που η εκκλησία του δήμου ποτέ δεν βίωσε.
Η αξιολόγηση των έργων του φιλελευθερισμού
Στην παρουσίαση της αξιολόγησης των έργων του φιλελευθερισμού αναφέρεται και αυτή του δημοσιογράφου και αρχισυντάκτη, μάλιστα, του Economist, Ανδριάν Γούλντριτζ, ο οποίος υποστηρίζει «ότι οι φιλελεύθεροι χωρίστηκαν σε φατρίες που με τις θέσεις τους προδίδουν την ιδεολογία τους. Οι αριστεροί έχουν παρασυρθεί τόσο πολύ από την woke ατζέντα, ώστε στρέφονται κατά της αξιοκρατίας. Οι δεξιοί έχουν τέτοια εμμονή με τις αγορές, ώστε ξεχνούν ότι το όριο της ελευθερίας βρίσκεται στην παραβίαση της ελευθερίας του άλλου. Οι τεχνοκράτες παραμερίζουν τα ιδεολογικά ζητήματα μπροστά στον βασικό στόχο της διατήρησης του ελέγχου».
Η αξιολόγηση του Γούλντριτζ λέει, επίσης, ότι αριστεροί και δεξιοί είναι όλοι οπαδοί του φιλελευθερισμού, προφανώς, αφού όλοι υπηρετούν το ίδιο ολιγαρχικό πολίτευμα. Η αριστερά αντικατέστησε την επανάσταση με την res Publica, γιατί θεωρεί, μετά το μάθημα από τον Χίτλερ, πως μπορεί να αναρριχηθεί στην εξουσία δια των εκλογών και η woke διαθέτει ψήφους. Δείγμα ότι η αριστερά δεν είναι δημοκρατική, παρά του ότι διακηρύττει ότι πράττει εν ονόματι της δημοκρατίας. Εξαιρούνται τα θύματα της προπαγάνδας της. Την εξουσία διεκδικεί και όπου την κατέκτησε το πολίτευμα μετατράπηκε σε βασίλειο.
Η αποδοχή των αιτημάτων της woke από την αριστερά αποτελεί κατάφορη παραβίαση της οικουμενικής αρχής της δημοκρατίας, με την οποία ικανοποιούνται τα δικαιώματα όλων των νεογέννητων του κόσμου. Αξιόπιστη επιστημονική έρευνα (βλ. Εθνική Επιστημονική Ακαδημία των ΗΠΑ) τονίζει: «κάθε νεογέννητο έχει απόλυτη ανάγκη και δικαιούται, ως πολίτης, να απολαμβάνει, στα αρχικά του χρόνια, την αγκαλιά της φυσικής μητέρας». Όπως δεν έχει σχέση και με την αξιοκρατία. Πως άλλωστε να έχει, αφού την αποκλείει, αντικειμενικά, η res Publica, με την οποία εξυπηρετούνται οι στρατηγικοί της στόχοι. Συγχρόνως με αυτήν καλλωπίζει και δίνει χρόνια στον καπιταλισμό, με κάποιες πολιτικές της.
Η πληθώρα των “ελευθερόμετρων”
Σε κάθε περίπτωση, ούτε ο Γούλντριτζ μας δίνει κάποιο ελευθερόμετρο για να προσδιορίσουμε το όριο που απαιτείται, ώστε να υπάρξει ελεύθερη αγορά. Για πολλά χρόνια κυριαρχούσε η θέση του Άνταμ Σμιθ, ότι την ελεύθερη αγορά την διασφαλίζει το αόρατο χέρι, δηλαδή το συμφέρον των καταναλωτών, που όμως αποδείχθηκε να είναι μια πλάνη. Ο Ρόμπερτ Ράιχ, πρώην υπουργός εργασίας των ΗΠΑ, βεβαιώνει πως τέτοιο είδος δεν υπήρξε ποτέ.
Με βάση τα παραπάνω και την προβληματική αξιωματική αρχή της res Publica (η προστασία του δημοσίου συμφέροντος), δεν ικανοποιούνται οι δημοκρατικές αρχές, γιατί η ερμηνεία της αξιωματικής αρχής ποικίλει, αφού εξαρτάται από το ποιος κατέχει την καρέκλα της εξουσίας. Έτσι οδηγούμαστε σε πληθώρα ελευθερόμετρων, ένα για κάθε ερμηνεία της! Οι οπαδοί της επικαλούνται ότι η χρήση της δημοκρατικής αρχής της πολιτικής ισότητας: μία ψήφος της ίδιας αξίας για κάθε ψηφοφόρο, με βάση την οποία γίνεται η ανάδειξη των πολιτικών αξιωματούχων, καθιστά την res Publica δημοκρατικό πολίτευμα.
Η απάντηση είναι ότι το όριο χρήσης αυτής της δημοκρατικής αρχής τελειώνει εκεί που διαταράσσει τις άλλες αξιωματικές αρχές της δημοκρατίας κατά τον Γούλντριτζ. Αυτό σημαίνει ότι η χρήση των εκλογών δεν είναι κατάλληλη για αυτό το σκοπό. Οπότε, αυτό το μέσο της res Publica την καθιστά ολιγαρχική. Ο Αριστοτέλης μας το είπε χιλιάδες χρόνια πριν, αυτά ομολογούν και τα σημερινά αποτελέσματα.
Η συζήτηση άνοιξε με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από τον θάνατο του Κέινς. Η χρήση του επιτοκίου δανεισμού ως μοχλό αντιμετώπισης πληθωριστικών φαινομένων μηδενίζεται με την ρουσφετολογία του εξουσιάζοντος, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις που προτείνει με τη γενική του θεωρία, ως μοχλό αντιμετώπισης της ανεργίας, πνίγονται από τον τρόπο της διαχείρισης τους. Οπότε, καλή η θεωρία, αλλά με res Publica απαξιώνεται. Οπότε, η μόνη εναλλακτική για τη χρήση της παραμένει ο νέος θεσμός της καταναλωκρατίας (Δούρειος Ίππος της Δημοκρατίας, εκδόσεις Άμμων, βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών), ακόμα και με res Publica.





