Ιωάννης Μεταξάς - Το καταδικασμένο γεωστρατηγικό εγχείρημα

Διονύσιος Τσιριγώτης
1222
Μεταξάς και Μεγάλες Δυνάμεις - Το καταδικασμένο γεωστρατηγικό εγχείρημα, Διονύσης Τσιριγώτης

Η διατήρηση πολιτικής ουδετερότητας από την Αθήνα το 1940, εξυπηρετούσε τα ζωτικά συμφέροντα της βρετανικής και της γερμανικής υψηλής στρατηγικής. Ειδικότερα, προσέδιδε τη δυνατότητα στο Λονδίνο να στραφεί απερίσπαστο στην ενάσκηση του ιστορικού στρατηγικού του ρόλου, ως υπερπόντιου εξισορροπιστή στην Γηραιά Ήπειρο, παρεμποδίζοντας την εμφάνιση εν δυνάμει περιφερειακών ηγεμόνων – Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία.

Ταυτόχρονα (το Λονδίνο) ενίσχυε τους πολιτικοοικονομικούς και στρατηγικούς του δεσμούς με την Τουρκία, διατηρώντας αναλλοίωτη την κεντρική αρχή της διπλωματικής του πράξης –αποφυγή διμερών συμμαχικών δεσμεύσεων ως απόρροια της στρατηγικής του διαίρει και βασίλευε.

Αντίστοιχα, η πολιτική της ουδετερότητας καθίστατο ευνοϊκή και για την προαγωγή των αξονικών στόχων της γερμανικής πολιτικής στα Βαλκάνια, εφόσον αποτρεπόταν η δημιουργία ενός πολιτικοστρατιωτικού συνασπισμού συνδεδεμένου με την Αγγλία, ενισχύοντας την γερμανική οικονομική-πολιτική επιρροή στη Χερσόνησο του Αίμου.
Τουναντίον, μια ενδεχόμενη προσχώρηση της Ελλάδας στις Κεντρικές Δυνάμεις, εγκυμονούσε μείζονες απειλές για την εσωτερική-εξωτερική της κυριαρχία, την εδαφική της ακεραιότητα και την σταθερότητα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου.

«Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού, μου εδόθη να καταλάβω ότι […] τούτο (σύμπραξη με Άξονα) συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς. Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν, και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. […].

Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπαν, […], να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. […]. Δεν δύναμαι αφ’ ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, και να μη αναγνωρίσω, ότι ένας λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της Κυβερνήσεως, η οποία δια να τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ’ εθνικού ακρωτηριασμού». (Ανακοίνωση Μεταξά στους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου, 30.10.1940).

Στατική άμυνα έναντι Βουλγαρίας

Επανερχόμενοι στο αφετηριακό μας ερώτημα, και έχοντας ήδη αναλύσει τους εξωτερικούς περιορισμούς της πολιτικής του Ιωάννη Μεταξά, ανάλογη βαρύτητα ενέχουν και οι εσωτερικές μεταβλητές. Από τη μια πλευρά η αμυντική φύση της ελληνικής υψηλής στρατηγικής/πολιτικής για την ανάσχεση της Βουλγαρίας, συνετέλεσε στη μη ύπαρξη ενός οργανωμένου σχεδίου άμυνας απέναντι σε μια μεγάλη δύναμη (Ιταλία) από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, μέχρι και τον Απρίλιο του 1939 (Ιταλική εισβολή στην Αλβανία).

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αντιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος: «Αποκλειστικός σκοπός της πολεμικής μας παρασκευής, ως η Κυβέρνησις τον καθώρισε είναι η αντιμετώπισις ελληνοβουλγαρικού πολέμου». «Ουδέποτε η Κυβέρνησις μεταξύ των σκοπών της στρατιωτικής μας προπαρασκευής είχε θέσει και τον της αντιμετωπίσεως ενός πολέμου κατά της Ιταλίας».

Παρεπόμενα, ο αντικειμενικός στόχος της ελληνικής στρατιωτικής στρατηγικής συνίστατο στην προβολή στατικής άμυνας, μέσω της κατασκευής-λειτουργίας οχυρωματικών έργων στην βορειοανατολική μεθόριο (21 μόνιμα οχυρά στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη), παράλληλα με την εφαρμογή ενός συντεταγμένου εξοπλιστικού προγράμματος, με σκοπό την αυτάρκεια της Ελλάδας σε υλικό πολέμου, υπερδιπλασιάζοντας τις ετήσιες αμυντικές δαπάνες σε 4,4 δισ. δρχ., την περίοδο 1936-39.

Πελατειακές σχέσεις με Μεγάλη Βρετανία

Από την άλλη πλευρά, η εσωτερική ευθραυστότητα του μεταξικού καθεστώτος, λόγω της δοτής, «ελέω» Βασιλέα Γεώργιου Β’, ανάρρησης στο πρωθυπουργικό θώκο, επιτάσσει την επιλογή της πολιτικής ουδετερότητας και την συμπόρευση, τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορείας, με τον φιλοβρετανικό προσανατολισμού του θρόνου, ως απόδειξη πίστης-νομιμοφροσύνης στο διατακτικό του. Χαρακτηριστικά, ο πρέσβης της Γερμανίας στην Αθήνα, πρίγκιπας Έρμπαχ, σε αναφορά προς την κυβέρνησή του (8.10.1938) αποκρυσταλλώνει εναργώς τη συλλογιστική του Ι. Μεταξά:

«Πᾶσα λῆψις θέσεως ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ του ἅλλου στρατοπέδου θὰ ἐσήμαινε τὴν πτῶσιν τοῦ [ἑλληνικοῦ] δυναμικοῦ καθεστῶτος. Μία δήλωσις ὑπὲρ τῆς Γερμανίας ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως, μολονότι λίαν ἀπίθανος, θὰ προσέκρουεν εἰς τὴν ἀντίδρασιν τοῦ Βασιλέως καὶ θὰ ὠδήγει εἰς ἐπανάστασιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἡ κυβέρνησις Μέταξα, ὑπείκουσα εἰς ἐξωτερικὰς καὶ ἐσωτερικὰς πολιτικὰς πιέσεις, ἐξεδηλοῦτο ὑπὲρ τῆς Ἀγγλίας, οἱ βενιζελικοὶ δὲν θὰ ἐβράδυναν τότε ν’ ἀναλάβουν αὐτοὶ τὰ ἡνία τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας».

Αν και γνώριζε, ήδη από τον Δεκέμβριο του 1936, ότι γεωπολιτικά η Ελλάδα είχε ενταχθεί στην ιταλική σφαίρα επιρροής, ο Μεταξάς δεν θα διστάσει να διαρρήξει τους συμβατικούς διπλωματικούς του δεσμούς με τη Ρώμη, μη ανανεώνοντας το Σύμφωνο φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού του 1928. Υπό αυτό το πρίσμα, η απόρριψη του συμφώνου Βενιζέλου-Μουσολίνι, και η ανάπτυξη-εκδήλωση κεντρόφυγων πολιτικών τάσεων μεταξύ των μελών του Βαλκανικού Συμφώνου, αποστερούσε την Ελλάδα από εξωτερικά πολιτικοδιπλωματικά ερείσματα.

Κατ' αυτό τον τρόπο ανέδειξε τη Μεγάλη Βρετανία ως μοναδικό εξωτερικό εξισορροπητή, λόγω του απαγορευτικού πλαισίου για σύμπραξη με τις δυνάμεις του Άξονα. Εκμεταλλευόμενος τη γεωστρατηγική σημασία που ενείχε η τοπογεωγραφική θέση της Ελλάδας, για την προαγωγή των βρετανικών ζωτικών συμφερόντων στην ανατολική Μεσόγειο, θα επιχειρήσει να συγκροτήσει ένα πελατειακό πλαίσιο εξωτερικών σχέσεων με τη Βρετανία.

Γιατί δεν κάνετε κάτι;

«Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω τη στάση σας. Χρειάζεστε την Ελλάδα. Σε ώρες ανάγκης τη χρησιμοποιήσατε στο παρελθόν και θα την ξαναχρησιμοποιήσετε στο μέλλον. Εντούτοις, ενώ κάνετε τόσα πολλά για την Τουρκία, δεν δείχνετε καμία διάθεση να κάνετε οτιδήποτε για την Ελλάδα, να σταθείτε στο πλευρό της ή να τη βοηθήσετε. Εννοώ αυτή τη στιγμή όχι μόνο τις πολιτικές μας σχέσεις αλλά την οικονομική βοήθεια, πιστώσεις κ.λ.π., που χρειαζόμαστε για την εθνική μας ανασυγκρότηση και που αισθανόμαστε, ιδιαίτερα εν όψει των όσων κάνετε για την Τουρκία, ότι έχουμε σχεδόν το δικαίωμα να απαιτούμε από σας. Και γνωρίζετε ασφαλώς πως δουλεύουν εδώ οι Γερμανοί. Γιατί δεν κάνετε τίποτε […]».

Εν τοις πράγμασι όμως, οι προτάσεις του Μεταξά για πολιτικοστρατιωτική σύμπραξη με τη Μεγάλη Βρετανία, αναδεικνύονται σε μια «αναγκαία μυθοπλασία», εφόσον, για μια σειρά από λόγους και αιτίες που συνδέονται με την αξονική αρχή της βρετανικής υψηλής στρατηγικής –διαίρει και βασίλευε– και την ορθολογική ανάγνωση της διαμορφωθείσας κατάστασης στο επιχειρησιακό επίπεδο, κρίνονταν ασύμφορη, οποιαδήποτε διμερή πολιτικοστρατιωτική συμφωνία με την Ελλάδα, λόγω της απίσχνασής της αμυντικής της ικανότητας (σχεδόν ανύπαρκτη αντιαεροπορική -παράκτια άμυνα, εκτεταμένη συνοριακή γραμμή) και της ενδεχόμενης εμπλοκής της Βρετανίας στις έριδες των βαλκανικών συνδαιτυμόνων.

Ορθώς λοιπόν ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε αναγνώσει το ανέφικτο του διπλωματικού του εγχειρήματος πολύ πριν την έναρξη του B' Παγκοσμίου Πολέμου. «Διαπραγματεύσεις μὲ Βατερλόου [πρέσβυ τῆς Ἀγγλίας εἰς Ἀθήνας]. Προτάσεις μου [περὶ ἀγγλοελληνικῆς συμμαχίας]. Εἶμαι βέβαιος ὅτι δεν θὰ γίνουν δεκταί. Ἀλλὰ ἐλευθερώνομαι». (Ημερολόγιο Μεταξά, 20.10.1938)

  • Οι απόψεις που αναφέρονται στο κείμενο είναι προσωπικές του αρθρογράφου και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη θέση του SLpress.gr
  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου από άλλες ιστοσελίδες χωρίς άδεια του SLpress.gr. Επιτρέπεται η διακίνηση του άρθρου με την προσθήκη ενεργού link.