Κ. Βεργόπουλος: Διερευνώντας την κοινωνική δυναμική

Κώστας Μελάς
325
Κ. Βεργόπουλος: Διερευνώντας την κοινωνική δυναμική, Κώστας Μελάς

Σημαντικότατη κριτική ασκεί ο Βεργόπουλος στο νεοφιλελεύθερο ιδεολογικό πλαίσιο, καταρρίπτοντας με απλό τρόπο συγκεκριμένα ιδεολογήματα, που αποτέλεσαν τους πολιορκητικούς κριούς της συγκεκριμένης αντίληψης. Αναφέρεται ο συγγραφέας συγκεκριμένα:

  • Στη λεγόμενη «κοινωνία των πολιτών», δηλαδή στην κοινωνία και στις κοινωνικές σχέσεις χωρίς την παρουσία και τη σύμμιξη του κράτους και των πολιτικών θεσμών. Κύριοι εκπρόσωποι της «κοινωνίας των πολιτών» είναι βέβαια οι ΜΚΟ (Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις). Με τον τρόπο αυτό, τα δικαιώματα του πολίτη (πολιτικά δικαιώματα) μετατράπηκαν σε απλά ανθρώπινα δικαιώματα, χωρίς αναφορά σε πολιτεία και κράτος, δηλαδή χωρίς μηχανισμό διασφάλισης της εφαρμογής και προστασίας τους. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την επαναφορά της ηθικής (ως ιδιωτικής συμπεριφοράς) στην πρωτοκαθεδρία έναντι της πολιτικής (δημόσια συμπεριφορά).
  • Στην τεράστια δυσφήμιση που υπέστη το κράτος, όσον αφορά τις κοινωνικές παρεμβάσεις του υπέρ των αδύναμων και στον καθαγιασμό του όσον αφορά τον κατασταλτικό ρόλο του, όπως και όσον αφορά τις κρατικές παρεμβάσεις υπέρ των ισχυρών, φυσικά με χρήματα των αδύναμων.
  • Στη σκόπιμη παραποίηση της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας σε «εθνικισμό» και της λαϊκής κυριαρχίας σε «λαϊκισμό».
  • Στη σκόπιμη αποβιομηχάνιση των δυτικών κοινωνιών (και πρωτίστως της ελληνικής), με το νεφελώδες θεώρημα της «μεταβιομηχανικής» εποχής. «Ευφυείς», αλλά άστεγοι!
  • Στη λεγόμενη «κοινωνία της γνώσης ή της ευφυΐας», η οποία αποτιμάται πλέον με δεκάδες εκατομμύρια ανέργων και αστέγων, με παροξυσμό της εργασιακής επισφάλειας για τους υπολοίπους.
  • Στο θεώρημα που συνιστούσε συρρίκνωση μισθών και εσωτερικής αγοράς, με αιτιολογία την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών. Ο Βεργόπουλος σημειώνει εμφατικά ότι, όταν μια χώρα επιλέγει το εξαγωγικό υπόδειγμα, μεταθέτει την κινητήριο δύναμη για την ανάπτυξη και ευημερία της στην κατανάλωση των εμπορικών εταίρων της. Όμως, όταν οι άλλες χώρες μιμηθούν την πρώτη, τότε το αδιέξοδο όλων μαζί αποτελεί βεβαιότητα.

Η αυτοπαγίδευση της Αριστεράς

Ο Βεργόπουλος διατυπώνει, ίσως, τη μοναδική διαχρονικά αλήθεια σχετικά με τον τρόπο που συμπεριφέρεται η Αριστερά: «Οσάκις ο καπιταλισμός βρίσκεται σε κρίση, η Αριστερά βυθίζεται σε βαθύτερο ιδεολογικο-πολιτικό αδιέξοδο και αποσύνθεση. Το κομματικό σύνδρομο διατρέχει όλους τους χώρους της Αριστεράς. Οσάκις η κοινωνία αφυπνίζεται, η Αριστερά πανικοβάλλεται πρώτη, όχι για την έκβαση της κοινωνικής δυναμικής, αλλά για τον κομματικό της έλεγχο. Αντί για στοιχείο λύσης, αποβαίνει η ίδια μέρος του προβλήματος». Δεν εξαρτάται ποτέ η ιστορία από την Αριστερά, αλλά απλούστατα συμβαίνει το αντίθετο.

Η Αριστερά αυτοπαγιδεύεται σε θεωρητικά σχήματα που η ίδια εκπονεί, ενώ η πραγματικότητα ακολουθεί διαφορετική πορεία. Η κριτική του Βεργόπουλου προς την Αριστερά είναι καταλυτική και συγχρόνως εποικοδομητική, διότι, δείχνοντας τα λάθη, της υποδεικνύει ταυτόχρονα και το πρώτο βήμα υπέρβασής τους. Έτσι, το πρόβλημα της Αριστεράς δεν είναι η έλλειψη προγράμματος, αλλά η δυσπιστία της απέναντι στην ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των λαϊκών δυνάμεων.

Στον παρόντα χρόνο, οι κοινωνικές δυνάμεις βρίσκονται σε αναβρασμό και αγανάκτηση. Αυτοί, όμως, που φαντάζονται ότι τις εκπροσωπούν αδυνατούν να τις πείσουν. Απτό παράδειγμα αποτελεί η αδυναμία κατανόησης της νεανικής εξέγερσης και των μορφών που αυτή λαμβάνει στις μέρες μας προς την κατεύθυνση του κοινωνικού ριζοσπαστισμού.

Υπέρ της κοινωνικής δυναμικής

Στις συνθήκες αυτές, κατά τον Βεργόπουλο, το πρότυπο «δανείζω-χρεώνομαι» έγινε όχημα αναζωπύρωσης των ενδογενών αντιφάσεων που επιδείνωσαν, μεταξύ των άλλων, ακόμη περισσότερο τις σχέσεις των «απελευθερωμένων, κυρίαρχων χρηματοπιστωτικών αγορών και των αποκλεισμένων κοινωνιών». Αντίθετα, η επικρατούσα νεοφιλελεύθερη αντίληψη θεώρησε και θεωρεί την πρόσφατη διεθνή οικονομική κρίση και ύφεση, ως αποτέλεσμα εξωγενών παραγόντων που επιδρούν αρνητικά στην ομαλή λειτουργία και αναπαραγωγή του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Υποστηρίζει με αθεράπευτη αλαζονεία ότι «η οικονομική τάξη που απαιτεί η τάξη του κέρδους θα αποκατασταθεί με την ολοκλήρωση της πλήρους απαξίωσης της εργασίας».

Στην καταστροφική αυτή προοπτική της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής στη διεθνή, στην ευρωπαϊκή και στην ελληνική οικονομία, ο Βεργόπουλος απαντούσε ενθυμούμενος ότι «τίποτε δεν υπάρχει πιο άχρηστο από το να προσπαθείς να κάνεις αποδοτικό αυτό που δεν έπρεπε καν γίνει». Κι αυτό γιατί η πραγματικότητα, -κατά τον Βεργόπουλο- παραμένοντας πάντα εξαιρετικά εύπλαστη, δεν διαμορφώνεται από θεωρίες και εξωπραγματικές παραδοχές, αλλά από ανεξέλεγκτες κοινωνικές βαρύτητες. Αυτές αναβλύζουν, όχι από τους πίδακες της εξουσίας, αλλά από τους πίδακες της κοινωνικής δυναμικής, η οποία στην ανάπτυξή της αποκτά πρόσθετα χαρακτηριστικά συστημικού δυναμισμού.

Η ανάλυση αυτή οδήγησε τον Βεργόπουλο στην τεκμηρίωση της άποψης ότι μόνο η αυτογνωσία της κοινωνίας, δηλαδή μίας κοινωνίας που μπορεί να γνωρίζει τον εαυτόν της, μπορεί να προκαλέσει τις απαραίτητες κοινωνικές διεργασίες που θα ωθήσουν τις εξελίξεις προς τα εμπρός. Θεωρεί ότι οι εξουσίες, αποκομμένες από την κοινωνία, αποτελούν φραγμό ή αποπροσανατολισμό σε κάθε εξέλιξη.

Το χρήμα, οι τράπεζες, τα χρηματιστήρια θριαμβεύουν, οι κοινωνίες συντρίβονται, οι κοινωνικοί αποκλεισμοί πολλαπλασιάζονται. Οι νέοι είναι τα, κατ’ εξοχήν, θύματα της κρίσης. Τι μέλλον προετοιμάζεται χωρίς αυτούς, που είναι φορείς της παραγωγικής εργασίας και της κοινωνικής συνοχής, των ιδεών, πρωτοβουλιών, καινοτομιών για ένα καλύτερο αύριο, αναρωτιέται ο Βεργόπουλος («Το Μαύρο και το Κόκκινο. Η χαμένη γενιά Ελλάδα- Ευρώπη»). Και απαντά: κοινωνίες που δεν ενσωματώνουν, αλλά αποκλείουν, δεν έχουν μέλλον. Όσο περισσότερα τα νεανικά θύματα της επιτάχυνσης προς τον άγριο καπιταλισμό, τόσο πιο βέβαιη και σαρωτική η απείθειά τους. Εάν η νέα γενιά είναι σήμερα χαμένη, περισσότερο χαμένη είναι η κοινωνία που την θυσιάζει.

Η πιο πρόσφατη απόδειξη -κατά τον Βεργόπουλο- αυτής της θεμελιώδους παρατήρησης αποτελούσε και αποτελεί η υιοθέτηση των Μνημονίων στην Ελλάδα, κατά βάση, από τα κόμματα εξουσίας. Αυτά, παράλληλα με την ασκούμενη μνημονιακή πολιτική, επιδόθηκαν και επιδίδονται στον επιμελή αποπροσανατολισμό της κοινωνίας, με κεντρικό στόχο την απονεύρωση της κοινωνικής της δυναμικής.

Πού και γιατί κανείς να ελπίζει;

Στις συνθήκες αυτές που συντελούνται στη χώρα μας, το ερώτημα που προκύπτει είναι «πού και γιατί κανείς να ελπίζει;». Ο Βεργόπουλος στο βιβλίο του «Μετά το τέλος: Η οικονομία της καταστροφής και η επόμενη ημέρα», απαντά. Η απάντησή του αποπνέει την αντίληψη ότι μπορεί να ελπίζει κανείς στην πορεία της ιστορίας μίας χώρας που δεν βιάζεται να δημιουργήσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις μίας νέας κοινωνικής δυναμικής με ρωμαλέα κοινωνικοπολιτική συνείδηση στις αρχές του 21ου αιώνα, όσο και εάν σήμερα κάτι τέτοιο, όπως έλεγε, εμφανίζεται ανέφικτο. Και αυτό γιατί είναι οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά αναγκαίο.

Στο σημείο αυτό, φανερώνεται η αδάμαστη πίστη του Βεργόπουλου στις δυνατότητες της κοινωνίας. Με τις σκέψεις αυτές ο Βεργόπουλος παραμένει αμετανόητος εραστής της δυναμικής της κοινωνίας. Μόνο η αυτογνωσία της κοινωνίας, μιας κοινωνίας δηλαδή που μπορεί να γνωρίζει τον εαυτό της, μπορεί να προκαλέσει τις απαραίτητες κοινωνικές διεργασίες που θα σπρώξουν τα πράγματα μπροστά.

Οι εξουσίες από πάνω αποτελούν φραγμούς σε όποια ανθρώπινη εξέλιξη. Ήταν τόσο μεγάλη η πίστη του στη δυναμική της κοινωνίας, που αρνιόταν, δημοσίως, να αναγνωρίσει, παρότι το γνώριζε και το παραδεχόταν σε ιδιωτικές συζητήσεις, ότι αυτή η αναγκαιότητα της νέας κοινωνικής συνείδησης μπορεί να δημιουργηθεί μέσα από μια μεγάλη καταστροφή.

Κλείνουμε την αναφορά μας στον Βεργόπουλο παραθέτοντας ένα πολύ μικρό απόσπασμά του από το αυτοβιογραφικό του έργο «Οι Αμετανόητοι». Γράφει, λοιπόν, ο ίδιος: «Αυτονόητη μου φαίνεται η διευκρίνιση ότι το ταξίδι μου στον χρόνο των πέντε τελευταίων δεκαετιών, το εβίωσα ως μια συναρπαστική περιπέτεια, με πιστότητα έναντι των αδικημένων, των καταπιεσμένων και των μονίμως ηττημένων, με αναπόφευκτες περιοδικές εξάρσεις χωρίς επαύριο, με μόνιμη φιλοσοφική και ιστορική μελαγχολία, αλλ’ οπωσδήποτε χωρίς την παραμικρή πικρία από υποθετικά ραντεβού με την ιστορία, που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν. Από πολύ ενωρίς έχω αποδεχθεί ότι τα «αυθεντικά γεγονότα» προκύπτουν μπροστά μας πάντοτε απρόβλεπτα, κανένα από αυτά δεν προγραμματίζεται, ούτε μπορεί εκ των προτέρων να διοργανωθεί, ούτε, ακόμη λιγότερο, να ποδηγετηθεί. Η ικανοποίησή μου από τον απολογισμό των πέντε τελευταίων δεκαετιών είναι κατά βάση προσωπική: έζησα την «τρέλα» μου, σε αυτήν εγκαταστάθηκα, μέχρι σήμερα και παραμένω και αυτό μου αρκεί».